ك
إصحاح
G3048
G3049. logízomai
G3050
المعنى المختصر للكلمة
logízomai: to take an inventory, i.e. estimate (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي λογίζομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق logízomai (log-id-zom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 39 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to take an inventory, i.e. estimate (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
conclude (ac-)count (of) + despise esteem impute lay number reason reckon suppose think (on)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλογίσθη (4×) λογίζεται (4×) λογίσηται (2×) λογίζομαι (2×) λογιζέσθω (2×) καὶ ; ἐλογίσθη (2×) Λογίζομαι (2×) ἡμᾶς ; λογιζέσθω (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (39 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
καὶ ; ἐλογίζοντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
فَتَمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: وَأُحْصِيَ مَعَ أَثَمَةٍ.
καὶ ; ἐπληρώθη ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα, καὶ ; ἐλογίσθη. μετὰ ἀνόμων
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ فِيَّ أَيْضًا هذَا الْمَكْتُوبُ: وَأُحْصِيَ مَعَ أَثَمَةٍ. لأَنَّ مَا هُوَ مِنْ جِهَتِي لَهُ انْقِضَاءٌ.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι δεῖ τελεσθῆναι ἐν ; ἐμοί, ἔτι τοῦτο τὸ ; γεγραμμένον ἐλογίσθη. μετὰ ἀνόμων καὶ ; γὰρ τὸ περὶ ; ἐμοῦ ἔχει. τέλος
فَلَيْسَ نَصِيبُنَا هذَا وَحْدَهُ خَطَرٍ مِنْ أَنْ يَحْصُلَ فِي إِهَانَةٍ، بَلْ أَيْضًا هَيْكَلُ أَرْطَامِيسَ، الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ، أَنْ يُحْسَبَ لاَ شَيْءَ، وَأَنْ سَوْفَ تُهْدَمُ عَظَمَتُهَا، هِيَ الَّتِي يَعْبُدُهَا جَمِيعُ أَسِيَّا وَالْمَسْكُونَةِ.
οὐ ; μόνον τὸ ; μέρος τοῦτο μόνον κινδυνεύει ἐλθεῖν εἰς ἀπελεγμὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ; ἱερὸν Ἀρτέμιδος τῆς ; θεᾶς μεγάλης λογισθῆναι, εἰς ; οὐθὲν δὲ ; καὶ μέλλειν ; καθαιρεῖσθαι μεγαλειότητα; αὐτῆς ἣν σέβεται.¶ ὅλη ἡ ; Ἀσία καὶ ; ἡ ; οἰκουμένη
أَفَتَظُنُّ هذَا أَيُّهَا الإِنْسَانُ الَّذِي تَدِينُ الَّذِينَ يَفْعَلُونَ مِثْلَ هذِهِ، وَأَنْتَ تَفْعَلُهَا، أَنَّكَ تَنْجُو مِنْ دَيْنُونَةِ اللهِ.
λογίζῃ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε ὁ κρίνων τοὺς πράσσοντας τὰ ; τοιαῦτα καὶ ; ποιῶν ; αὐτά, ὅτι σὺ ; ἐκφεύξῃ τὸ ; κρίμα τοῦ ; θεοῦ;
إِذًا إِنْ كَانَ الأَغْرَلُ يَحْفَظُ أَحْكَامَ النَّامُوسِ، أَفَمَا تُحْسَبُ غُرْلَتُهُ خِتَانًا.
οὖν ἐὰν ἡ ; ἀκροβυστία φυλάσσῃ, τὰ ; δικαιώματα τοῦ ; νόμου οὐχὶ λογισθήσεται; ἡ ; ἀκροβυστία ; αὐτοῦ εἰς ; περιτομὴν
إِذًا نَحْسِبُ أَنَّ الإِنْسَانَ يَتَبَرَّرُ بِالإِيمَانِ بِدُونِ أَعْمَالِ النَّامُوسِ.
οὖν λογιζόμεθα ἄνθρωπον δικαιοῦσθαι πίστει χωρὶς ἔργων νόμου.
لأَنَّهُ مَاذَا يَقُولُ الْكِتَابُ. فَآمَنَ إِبْرَاهِيمُ بِاللهِ فَحُسِبَ لَهُ بِرًّا.
γὰρ τί λέγει; ἡ ; γραφὴ ἐπίστευσεν ; δὲ Ἀβραὰμ τῷ ; θεῷ, καὶ ; ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην.
أَمَّا الَّذِي يَعْمَلُ فَلاَ تُحْسَبُ لَهُ الأُجْرَةُ عَلَى سَبِيلِ نِعْمَةٍ، بَلْ عَلَى سَبِيلِ دَيْنٍ.
δὲ τῷ ; ἐργαζομένῳ οὐ λογίζεται ὁ ; μισθὸς κατὰ χάριν ἀλλὰ κατὰ τό ; ὀφείλημα·
وَأَمَّا الَّذِي لاَ يَعْمَلُ، وَلكِنْ يُؤْمِنُ بِالَّذِي يُبَرِّرُ الْفَاجِرَ، فَإِيمَانُهُ يُحْسَبُ لَهُ بِرًّا.
δὲ τῷ μὴ ἐργαζομένῳ, δὲ πιστεύοντι ἐπὶ ; τὸν δικαιοῦντα τὸν ; ἀσεβῆ, ἡ ; πίστις ; αὐτοῦ λογίζεται δικαιοσύνην.
كَمَا يَقُولُ دَاوُدُ أَيْضًا فِي تَطْوِيبِ الإِنْسَانِ الَّذِي يَحْسِبُ لَهُ اللهُ بِرًّا بِدُونِ أَعْمَال:
καθάπερ λέγει Δαυὶδ καὶ τὸν ; μακαρισμὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ᾧ λογίζεται ὁ ; θεὸς δικαιοσύνην χωρὶς ἔργων·
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي لاَ يَحْسِبُ لَهُ الرَّبُّ خَطِيَّةً.
μακάριος ἀνὴρ ᾧ οὐ ; μὴ λογίσηται κύριος ἁμαρτίαν.¶
أَفَهذَا التَّطْوِيبُ هُوَ عَلَى الْخِتَانِ أَمْ عَلَى الْغُرْلَةِ أَيْضًا. لأَنَّنَا نَقُولُ: إِنَّهُ حُسِبَ لإِبْرَاهِيمَ الإِيمَانُ بِرًّا.
οὖν ; οὗτος Ὁ ; μακαρισμὸς ἐπὶ τὴν ; περιτομὴν ἢ ἐπὶ τὴν ; ἀκροβυστίαν; καὶ γάρ λέγομεν ὅτι· ἐλογίσθη τῷ ; Ἀβραὰμ ἡ ; πίστις εἰς ; δικαιοσύνην.
فَكَيْفَ حُسِبَ. أَوَهُوَ فِي الْخِتَانِ أَمْ فِي الْغُرْلَةِ. لَيْسَ فِي الْخِتَانِ، بَلْ فِي الْغُرْلَةِ.
πῶς ; οὖν ἐλογίσθη; ὄντι ἐν περιτομῇ ἢ ἐν ἀκροβυστίᾳ; οὐκ ἐν περιτομῇ ἀλλ᾽ ἐν ἀκροβυστίᾳ·
وَأَخَذَ عَلاَمَةَ الْخِتَانِ خَتْمًا لِبِرِّ الإِيمَانِ الَّذِي كَانَ فِي الْغُرْلَةِ، لِيَكُونَ أَبًا لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ وَهُمْ فِي الْغُرْلَةِ، كَيْ يُحْسَبَ لَهُمْ أَيْضًا الْبِرُّ.
καὶ ; ἔλαβεν σημεῖον περιτομῆς, σφραγῖδα τῆς ; δικαιοσύνης τῆς ; πίστεως τῆς ἐν τῇ ; ἀκροβυστίᾳ· εἶναι ; αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι᾽ ἀκροβυστίας, εἰς λογισθῆναι αὐτοῖς καὶ τὴν ; δικαιοσύνην,
لِذلِكَ أَيْضاً: حُسِبَ لَهُ بِرًّا.
διὸ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην.¶
وَلكِنْ لَمْ يُكْتَبْ مِنْ أَجْلِهِ وَحْدَهُ أَنَّهُ حُسِبَ لَهُ،
δὲ Οὐκ ἐγράφη δι᾽ ; αὐτὸν μόνον ὅτι ἐλογίσθη αὐτῷ,
بَلْ مِنْ أَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، الَّذِينَ سَيُحْسَبُ الَّذِينَ نُؤْمِنُ بِمَنْ أَقَامَ يَسُوعَ رَبَّنَا مِنَ الأَمْوَاتِ.
ἀλλὰ δι᾽ ἡμᾶς καὶ οἷς λογίζεσθαι, τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ ; τὸν ἐγείραντα Ἰησοῦν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν ἐκ νεκρῶν,
كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا احْسِبُوا أَنْفُسَكُمْ أَمْوَاتًا عَنِ الْخَطِيَّةِ، وَلكِنْ أَحْيَاءً ِللهِ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّنَا.
οὕτως ὑμεῖς καὶ λογίζεσθε ἑαυτοὺς εἶναι ; νεκροὺς τῇ ; ἁμαρτίᾳ δὲ ζῶντας τῷ ; θεῷ ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν.¶
فَإِنِّي أَحْسِبُ أَنَّ آلاَمَ الزَّمَانِ الْحَاضِرِ لاَ تُقَاسُ بِالْمَجْدِ الْعَتِيدِ أَنْ يُسْتَعْلَنَ فِينَا.
γὰρ Λογίζομαι ὅτι τὰ ; παθήματα τοῦ ; καιροῦ νῦν οὐκ ἄξια πρὸς ; τὴν ; δόξαν μέλλουσαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ; ἡμᾶς.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: إِنَّنَا مِنْ أَجْلِكَ نُمَاتُ كُلَّ النَّهَارِ. قَدْ حُسِبْنَا مِثْلَ غَنَمٍ لِلذَّبْحِ.
καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκεν ; σοῦ θανατούμεθα ὅλην τὴν ; ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.
إِنِّي عَالِمٌ وَمُتَيَقِّنٌ فِي الرَّبِّ يَسُوعَ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ نَجِسًا بِذَاتِهِ، إِلاَّ مَنْ يَحْسِبُ شَيْئًا نَجِسًا، فَلَهُ هُوَ نَجِسٌ.
Οἶδα καὶ ; πέπεισμαι ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι᾽ ; ἑαυτοῦ, εἰ ; μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν ; εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν·
هكَذَا فَلْيَحْسِبْنَا الإِنْسَانُ كَخُدَّامِ الْمَسِيحِ، وَوُكَلاَءِ سَرَائِرِ اللهِ،
Οὕτως ἡμᾶς ; λογιζέσθω ἄνθρωπος ὡς ; ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ ; οἰκονόμους μυστηρίων θεοῦ.¶
وَلاَ تُقَبِّحُ، وَلاَ تَطْلُبُ مَا لِنَفْسِهَا، وَلاَ تَحْتَدُّ، وَلاَ تَظُنُّ السُّؤَ،
οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ; ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ ; κακόν,
لَمَّا كُنْتُ طِفْلاً كَطِفْل كُنْتُ أَتَكَلَّمُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْطَنُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْتَكِرُ. وَلكِنْ لَمَّا صِرْتُ رَجُلاً أَبْطَلْتُ مَا لِلطِّفْلِ.
ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς ; νήπιος, ἐλάλουν ὡς ; νήπιος, ἐφρόνουν ὡς ; νήπιος· ἐλογιζόμην δὲ ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ ; τοῦ νηπίου.
لَيْسَ أَنَّنَا كُفَاةٌ مِنْ أَنْفُسِنَا أَنْ نَفْتَكِرَ شَيْئًا كَأَنَّهُ مِنْ أَنْفُسِنَا، بَلْ كِفَايَتُنَا مِنَ اللهِ،
οὐχ ὅτι ; ἐσμεν ἱκανοί ἀφ᾽ ἑαυτῶν λογίσασθαί τι ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ᾽ ἡ ; ἱκανότης ; ἡμῶν ἐκ τοῦ ; θεοῦ,
أَيْ إِنَّ اللهَ كَانَ فِي الْمَسِيحِ مُصَالِحًا الْعَالَمَ لِنَفْسِهِ، غَيْرَ حَاسِبٍ لَهُمْ خَطَايَاهُمْ، وَوَاضِعًا فِينَا كَلِمَةَ الْمُصَالَحَةِ.
ὡς ὅτι θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ καταλλάσσων κόσμον ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ ; παραπτώματα ; αὐτῶν, καὶ ; θέμενος ἐν ; ἡμῖν τὸν ; λόγον τῆς ; καταλλαγῆς.¶
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَنْ لاَ أَتَجَاسَرَ وَأَنَا حَاضِرٌ بِالثِّقَةِ الَّتِي بِهَا أَرَى أَنِّي سَأَجْتَرِئُ عَلَى قَوْمٍ يَحْسِبُونَنَا كَأَنَّنَا نَسْلُكُ حَسَبَ الْجَسَدِ.
δὲ δέομαι τὸ μὴ θαρρῆσαι παρὼν τῇ ; πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς ; λογιζομένους ; ἡμᾶς ὡς περιπατοῦντας. κατὰ σάρκα
أَتَنْظُرُونَ إِلَى مَا هُوَ حَسَبَ الْحَضْرَةِ. إِنْ وَثِقَ أَحَدٌ بِنَفْسِهِ أَنَّهُ لِلْمَسِيحِ، فَلْيَحْسِبْ هذَا أَيْضًا مِنْ نَفْسِهِ: أَنَّهُ كَمَا هُوَ لِلْمَسِيحِ، كَذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا لِلْمَسِيحِ.
βλέπετε. Τὰ κατὰ πρόσωπον εἴ πέποιθεν τις ἑαυτῷ εἶναι, Χριστοῦ λογιζέσθω τοῦτο πάλιν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτως ἡμεῖς καὶ Χριστοῦ.
مِثْلُ هذَا فَلْيَحْسِبْ هَذَا: أَنَّنَا كَمَا نَحْنُ فِي الْكَلاَمِ بِالرَّسَائِلِ وَنَحْنُ غَائِبُونَ، هكَذَا نَكُونُ أَيْضًا بِالْفِعْلِ وَنَحْنُ حَاضِرُونَ.
ὁ ; τοιοῦτος λογιζέσθω τοῦτο ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ ; λόγῳ δι᾽ ; ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ τῷ ; ἔργῳ.¶ παρόντες