ك
إصحاح
G3026
G3027. lēistḗs
G3028
المعنى المختصر للكلمة
lēistḗs: a brigand
اللفظ الأصلي λῃστής
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق lēistḗs (lace-tace)
تكرار الورود في الكتاب 15 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from (to plunder);

المعنى والشرح المفصل

a brigand

الإنجليزية — KJV Translation Tags
robber thief

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

λῃστὴν (3×) λῃστῶν. (2×) τοὺς ; λῃστάς; (1×) οἱ ; λῃσταὶ (1×) λῃστῶν.¶ (1×) λῃστῶν, (1×) λῃστής.¶ (1×) λῃσταῖς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (15 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 21: 13 Mat.21.13
وَقَالَ لَهُمْ: مَكْتُوبٌ: بَيْتِي بَيْتَ الصَّلاَةِ يُدْعَى. وَأَنْتُمْ جَعَلْتُمُوهُ مَغَارَةَ لُصُوصٍ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· γέγραπται· ὁ ; οἶκός ; μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται, ὑμεῖς ; δὲ αὐτὸν ; ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.
متى 26: 55 Mat.26.55
فِي تِلْكَ السَّاعَةِ قَالَ يَسُوعُ لِلْجُمُوعِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي. كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ أَجْلِسُ مَعَكُمْ أُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ وَلَمْ تُمْسِكُونِي.
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με; καθ᾽ ἡμέραν ἐκαθεζόμην πρὸς ; ὑμᾶς διδάσκων, ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με.
متى 27: 38 Mat.27.38
حِينَئِذٍ صُلِبَ مَعَهُ لِصَّانِ، وَاحِدٌ عَنِ الْيَمِينِ وَوَاحِدٌ عَنِ الْيَسَارِ.
Τότε σταυροῦνται σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ ; εἷς ἐξ εὐωνύμων.
متى 27: 44 Mat.27.44
وَبِذلِكَ أَيْضًا كَانَ اللِّصَّانِ اللَّذَانِ صُلِبَا مَعَهُ يُعَيِّرَانِهِ.
δ᾽ ; αὐτὸ καὶ οἱ ; λῃσταὶ οἱ ; συσταυρωθέντες σὺν ; αὐτῷ ὠνείδιζον ; αὐτῷ
وَكَانَ يُعَلِّمُ قَائِلاً لَهُمْ: أَلَيْسَ مَكْتُوبًا: بَيْتِي بَيْتَ صَلاَةٍ يُدْعَى لِجَمِيعِ الأُمَمِ. وَأَنْتُمْ جَعَلْتُمُوهُ مَغَارَةَ لُصُوصٍ.
καὶ ἐδίδασκεν λέγων αὐτοῖς· οὐ γέγραπται ὅτι ; ὁ ; οἶκός ; μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσιν τοῖς ; ἔθνεσιν; ὑμεῖς ; δὲ ἐποιήσατε; αὐτὸν σπήλαιον λῃστῶν.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με;
وَصَلَبُوا مَعَهُ لِصَّيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; σταυροῦσιν σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ; ἕνα ἐξ εὐωνύμων ; αὐτοῦ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: إِنْسَانٌ كَانَ نَازِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَرِيحَا، فَوَقَعَ بَيْنَ لُصُوصٍ، فَعَرَّوْهُ وَجَرَّحُوهُ، وَمَضَوْا وَتَرَكُوهُ بَيْنَ حَيٍّ وَمَيْتٍ.
ὑπολαβὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός ; τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ καὶ ; περιέπεσεν λῃσταῖς οἳ ; καὶ ; ἐκδύσαντες ; αὐτὸν καὶ ; πληγὰς ; ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ ; τυγχάνοντα.
فَأَيَّ هؤُلاَءِ الثَّلاَثَةِ تَرَى صَارَ قَرِيبًا لِلَّذِي وَقَعَ بَيْنَ اللُّصُوصِ.
τίς ; οὖν τούτων τῶν ; τριῶν δοκεῖ ; σοι γεγονέναι πλησίον τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ; λῃστάς;
قَائِلاً لَهُمْ: مَكْتُوبٌ: إِنَّ بَيْتِي بَيْتُ الصَّلاَةِ. وَأَنْتُمْ جَعَلْتُمُوهُ مَغَارَةَ لُصُوصٍ..
λέγων αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ ; οἶκός ; μου ἐστίν; οἶκος προσευχῆς· ὑμεῖς ; δὲ αὐτὸν ; ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ الَّذِي لاَ يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ إِلَى حَظِيرَةِ الْخِرَافِ، بَلْ يَطْلَعُ مِنْ مَوْضِعٍ آخَرَ، فَذَاكَ سَارِقٌ وَلِصٌّ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας εἰς τὴν ; αὐλὴν τῶν ; προβάτων ἀλλ᾽ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος ; ἐστὶν κλέπτης καὶ ; λῃστής·
جَمِيعُ الَّذِينَ أَتَوْا قَبْلِي هُمْ سُرَّاقٌ وَلُصُوصٌ، وَلكِنَّ الْخِرَافَ لَمْ تَسْمَعْ لَهُمْ.
πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ; ἐμοῦ, εἰσὶν κλέπται καὶ ; λῃσταί· ἀλλ᾽ τὰ ; πρόβατα. οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν
فَصَرَخُوا أَيْضًا جَمِيعُهُمْ قَائِلِينَ: لَيْسَ هذَا بَلْ بَارَابَاسَ.. وَكَانَ بَارَابَاسُ لِصًّا.
ἐκραύγασαν ; οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον ἀλλὰ τὸν ; Βαραββᾶν· ἦν ; δὲ ὁ ; Βαραββᾶς λῃστής.¶
بِأَسْفَارٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، بِأَخْطَارِ سُيُول، بِأَخْطَارِ لُصُوصٍ، بِأَخْطَارٍ مِنْ جِنْسِي، بِأَخْطَارٍ مِنَ الأُمَمِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْمَدِينَةِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْبَرِّيَّةِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْبَحْرِ، بِأَخْطَارٍ مِنْ إِخْوَةٍ كَذَبَةٍ.
ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις,