ك
إصحاح
G2982
G2983. lambánō
G2984
المعنى المختصر للكلمة
lambánō: while is more violent, to seize or remove))
اللفظ الأصلي λαμβάνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق lambánō (lam-ban-o)
تكرار الورود في الكتاب 236 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

while is more violent, to seize or remove))

الإنجليزية — KJV Translation Tags
accept + be amazed assay attain bring X when I call catch come on (X unto) + forget have hold obtain receive (X after) take (away, up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔλαβον (14×) λαβὼν (14×) καὶ ; λαβὼν (13×) λαβεῖν (12×) ἔλαβεν (9×) ἐλάβετε (7×) λαμβάνει (7×) καὶ ; ἔλαβεν (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (236 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
فَأَخَذُوهُ وَقَتَلُوهُ وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ.
καὶ ; λαβόντες ἀπέκτειναν ; αὐτὸν καὶ ; ἐξέβαλον ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος.
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. أَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ نَسْلاً.
ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα καὶ ; ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρμα.
الَّذِينَ يَأْكُلُونَ بُيُوتَ الأَرَامِلِ، وَلِعِلَّةٍ يُطِيلُونَ الصَّلَوَاتِ. هؤُلاَءِ يَأْخُذُونَ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ.
οἱ κατεσθίοντες τὰς ; οἰκίας τῶν ; χηρῶν καὶ ; προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι, οὗτοι λήμψονται κρίμα.¶ περισσότερον
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ، أَخَذَ يَسُوعُ خُبْزًا وَبَارَكَ وَكَسَّرَ، وَأَعْطَاهُمْ وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا، هذَا هُوَ جَسَدِي.
καὶ ; ἐσθιόντων ; αὐτῶν, λαβὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἄρτον, εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν· λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου.
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ، أَخَذَ يَسُوعُ خُبْزًا وَبَارَكَ وَكَسَّرَ، وَأَعْطَاهُمْ وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا، هذَا هُوَ جَسَدِي.
καὶ ; ἐσθιόντων ; αὐτῶν, λαβὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἄρτον, εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν· λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου.
ثُمَّ أَخَذَ الْكَأْسَ وَشَكَرَ وَأَعْطَاهُمْ، فَشَرِبُوا مِنْهَا كُلُّهُمْ.
καὶ ; λαβὼν τὸ ; ποτήριον, εὐχαριστήσας ἔδωκεν ; αὐτοῖς, καὶ ; ἔπιον ἐξ ; αὐτοῦ πάντες.
وَأَعْطَوْهُ خَمْرًا مَمْزُوجَةً بِمُرّ لِيَشْرَبَ، فَلَمْ يَقْبَلْ.
καὶ ; ἐδίδουν ; αὐτῷ οἶνον· ἐσμυρνισμένον πιεῖν ὁ; δὲ ; οὐκ ἔλαβεν.¶
فَأَجَابَ سِمْعَانُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ تَعِبْنَا اللَّيْلَ كُلَّهُ وَلَمْ نَأْخُذْ شَيْئًا. وَلكِنْ عَلَى كَلِمَتِكَ أُلْقِي الشَّبَكَةَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, κοπιάσαντες δι᾽ ; τῆς ; νυκτὸς ὅλης οὐδὲν ; ἐλάβομεν, δὲ ἐπὶ τῷ ; ῥήματί ; σου χαλάσω τὸ; δίκτυον
فَأَخَذَتِ الْجَمِيعَ حَيْرَةٌ وَمَجَّدُوا اللهَ، وَامْتَلأُوا خَوْفًا قَائِلِينَ: إِنَّنَا قَدْ رَأَيْنَا الْيَوْمَ عَجَائِبَ..
καὶ ; ἔλαβεν ἅπαντας, ἔκστασις καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν καὶ ; ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι ; εἴδομεν σήμερον.¶ παράδοξα
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَسْأَلُ يَأْخُذُ، وَمَنْ يَطْلُبُ يَجِدُ، وَمَنْ يَقْرَعُ يُفْتَحُ لَهُ.
γὰρ πᾶς ὁ ; αἰτῶν λαμβάνει, καὶ ; ὁ ζητῶν εὑρίσκει, καὶ ; τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.¶
يُشْبِهُ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَأَلْقَاهَا فِي بُسْتَانِهِ، فَنَمَتْ وَصَارَتْ شَجَرَةً كَبِيرَةً، وَتَآوَتْ طُيُورُ السَّمَاءِ فِي أَغْصَانِهَا.
ὁμοία ; ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ; ἑαυτοῦ, καὶ ; ηὔξησεν καὶ ; ἐγένετο εἰς ; δένδρον μέγα, καὶ ; κατεσκήνωσεν τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
يُشْبِهُ خَمِيرَةً أَخَذَتْهَا امْرَأَةٌ وَخَبَّأَتْهَا فِي ثَلاَثَةِ أَكْيَالِ دَقِيق حَتَّى اخْتَمَرَ الْجَمِيعُ.
ὁμοία ; ἐστὶν ζύμῃ ἣν ; λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψεν εἰς τρία σάτα ἀλεύρου ἕως οὗ ; ἐζυμώθη ὅλον.¶
فَقَالَ: إِنْسَانٌ شَرِيفُ الْجِنْسِ ذَهَبَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ لِيَأْخُذَ لِنَفْسِهِ مُلْكًا وَيَرْجعَ.
Εἶπεν ; οὖν· ἄνθρωπός ; τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ; ὑποστρέψαι.
وَلَمَّا رَجَعَ بَعْدَمَا أَخَذَ الْمُلْكَ، أَمَرَ أَنْ يُدْعَى إِلَيْهِ أُولئِكَ الْعَبِيدُ الَّذِينَ أَعْطَاهُمُ الْفِضَّةَ، لِيَعْرِفَ بِمَا تَاجَرَ كُلُّ وَاحِدٍ.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ἐπανελθεῖν ; αὐτὸν λαβόντα τὴν ; βασιλείαν καὶ ; εἶπεν φωνηθῆναι αὐτῷ τούτους τοὺς ; δούλους οἷς ἔδωκεν τὸ ; ἀργύριον, ἵνα ; γνοῖ τί διεπραγματεύσατο τίς
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. وَأَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
οὖν ; ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; λαβὼν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος,
فَأَخَذَ الثَّانِي الْمَرْأَةَ وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; δεύτερος τὴν ; γυναῖκα καὶ ; οὑτὸς ; ἀπέθανεν ἄτεκνος
اَلَّذِينَ يَأْكُلُونَ بُيُوتَ الأَرَامِلِ، وَلِعِلَّةٍ يُطِيلُونَ الصَّلَوَاتِ. هؤُلاَءِ يَأْخُذُونَ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ..
οἳ κατεσθίουσιν τὰς ; οἰκίας τῶν ; χηρῶν καὶ ; προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήμψονται κρίμα.¶ περισσότερον
ثُمَّ تَنَاوَلَ كَأْسًا وَشَكَرَ وَقَالَ: خُذُوا هذِهِ وَاقْتَسِمُوهَا بَيْنَكُمْ،
καὶ δεξάμενος ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπεν· λάβετε τοῦτο καὶ ; διαμερίσατε εἰς ; ἑαυτοῖς
وَأَخَذَ خُبْزًا وَشَكَرَ وَكَسَّرَ وَأَعْطَاهُمْ قَائِلاً: هذَا هُوَ جَسَدِي الَّذِي يُبْذَلُ عَنْكُمْ. اِصْنَعُوا هذَا لِذِكْرِي.
Καὶ ; λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς λέγων· τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου τὸ διδόμενον· ὑπὲρ ; ὑμῶν ποιεῖτε τοῦτο εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
فَلَمَّا اتَّكَأَ مَعَهُمَا، أَخَذَ خُبْزًا وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَنَاوَلَهُمَا،
καὶ ; ἐν τῷ ; κατακλιθῆναι ; αὐτὸν μετ᾽ ; αὐτῶν λαβὼν ἄρτον εὐλόγησεν καὶ ; κλάσας ἐπεδίδου ; αὐτοῖς.
فَأَخَذَ وَأَكَلَ قُدَّامَهُمْ.
καὶ ; λαβὼν ἔφαγεν.¶ ἐνώπιον ; αὐτῶν
وَمِنْ مِلْئِهِ نَحْنُ جَمِيعًا أَخَذْنَا، وَنِعْمَةً فَوْقَ نِعْمَةٍ.
Καὶ; ἐκ τοῦ ; πληρώματος ; αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν καὶ ; χάριν ἀντὶ χάριτος.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّنَا إِنَّمَا نَتَكَلَّمُ بِمَا نَعْلَمُ وَنَشْهَدُ بِمَا رَأَيْنَا، وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَ شَهَادَتَنَا.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι λαλοῦμεν ὃ οἴδαμεν καὶ ; μαρτυροῦμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ ; οὐ λαμβάνετε. τὴν ; μαρτυρίαν ; ἡμῶν
أجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: لاَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ أَنْ يَأْخُذَ شَيْئًا إِنْ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ مِنَ السَّمَاءِ.
ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ ; εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν; ἓν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον ; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ.
وَمَا رَآهُ وَسَمِعَهُ بِهِ يَشْهَدُ، وَشَهَادَتُهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْبَلُهَا.
καὶ ; ὃ ἑώρακεν καὶ ; ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ ; τὴν ; μαρτυρίαν ; αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.