ك
إصحاح
G2982
G2983. lambánō
G2984
المعنى المختصر للكلمة
lambánō: while is more violent, to seize or remove))
اللفظ الأصلي λαμβάνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق lambánō (lam-ban-o)
تكرار الورود في الكتاب 236 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

while is more violent, to seize or remove))

الإنجليزية — KJV Translation Tags
accept + be amazed assay attain bring X when I call catch come on (X unto) + forget have hold obtain receive (X after) take (away, up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔλαβον (14×) λαβὼν (14×) καὶ ; λαβὼν (13×) λαβεῖν (12×) ἔλαβεν (9×) ἐλάβετε (7×) λαμβάνει (7×) καὶ ; ἔλαβεν (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (236 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لَيْسَ أَنِّي قَدْ نِلْتُ أَوْ صِرْتُ كَامِلاً، وَلكِنِّي أَسْعَى لَعَلِّي أُدْرِكُ الَّذِي لأَجْلِهِ أَدْرَكَنِي أَيْضًا الْمَسِيحُ يَسُوعُ.
οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, δὲ διώκω εἰ ; καὶ καταλάβω ἐφ᾽ ; ᾧ κατελήμφθην καὶ ὑπὸ ; τοῦ ; Χριστοῦ Ἰησοῦ.¶
يُسَلِّمُ عَلَيْكُمْ أَرِسْتَرْخُسُ الْمَأْسُورُ مَعِي، وَمَرْقُسُ ابْنُ أُخْتِ بَرْنَابَا، الَّذِي أَخَذْتُمْ لأَجْلِهِ وَصَايَا. إِنْ أَتَى إِلَيْكُمْ فَاقْبَلُوهُ.
Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἀρίσταρχος συναιχμάλωτός ; μου καὶ ; Μᾶρκος ὁ ; ἀνεψιὸς Βαρναβᾶ, περὶ ; οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ; ὑμᾶς, δέξασθε ; αὐτόν·
لأَنَّ كُلَّ خَلِيقَةِ اللهِ جَيِّدَةٌ، وَلاَ يُرْفَضُ شَيْءٌ إِذَا أُخِذَ مَعَ الشُّكْرِ،
ὅτι πᾶν κτίσμα θεοῦ καλὸν καὶ ἀπόβλητον οὐδὲν λαμβανόμενον· μετὰ εὐχαριστίας
إِذْ أَتَذَكَّرُ الإِيمَانَ الْعَدِيمَ الرِّيَاءِ الَّذِي فِيكَ، الَّذِي سَكَنَ أَوَّلاً فِي جَدَّتِكَ لَوْئِيسَ وَأُمِّكَ أَفْنِيكِي، وَلكِنِّي مُوقِنٌ أَنَّهُ فِيكَ أَيْضًا.
λαμβάνων ὑπόμνησιν τῆς ; πίστεως, ἀνυποκρίτου ἐν ; σοὶ ἥτις ἐνῴκησεν πρῶτον ἐν τῇ ; μάμμῃ ; σου Λωΐδι καὶ ; τῇ ; μητρί ; σου Εὐνίκῃ, πέπεισμαι ὅτι ἐν ; σοί.¶ καὶ
لأَنَّهُ إِنْ كَانَتِ الْكَلِمَةُ الَّتِي تَكَلَّمَ بِهَا مَلاَئِكَةٌ قَدْ صَارَتْ ثَابِتَةً، وَكُلُّ تَعَدٍّ وَمَعْصِيَةٍ نَالَ مُجَازَاةً عَادِلَةً،
γὰρ Εἰ ὁ ; λόγος λαληθεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐγένετο βέβαιος, καὶ ; πᾶσα παράβασις καὶ ; παρακοὴ ἔλαβεν μισθαποδοσίαν, ἔνδικον
فَلْنَتَقَدَّمْ بِثِقَةٍ إِلَى عَرْشِ النِّعْمَةِ لِكَيْ نَنَالَ رَحْمَةً وَنَجِدَ نِعْمَةً عَوْنًا فِي حِينِهِ.
προσερχώμεθα ; οὖν μετὰ ; παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς ; χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ ; εὕρωμεν χάριν βοήθειαν.¶ εἰς εὔκαιρον
لأَنَّ كُلَّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ مَأْخُوذٍ مِنَ النَّاسِ يُقَامُ لأَجْلِ النَّاسِ فِي مَاِ للهِ، لِكَيْ يُقَدِّمَ قَرَابِينَ وَذَبَائِحَ عَنِ الْخَطَايَا،
γὰρ Πᾶς ἀρχιερεὺς λαμβανόμενος ἐξ ἀνθρώπων καθίσταται ὑπὲρ ἀνθρώπων πρὸς τὰ τὸν ; θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε ; καὶ ; θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,
وَلاَ يَأْخُذُ أَحَدٌ هذِهِ الْوَظِيفَةَ بِنَفْسِهِ، بَلِ الْمَدْعُوُّ مِنَ اللهِ، كَمَا هَارُونُ أَيْضًا.
καὶ ; οὐχ λαμβάνει τις τὴν ; τιμὴν ἑαυτῷ ἀλλὰ ὁ ; καλούμενος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ καθάπερ ὁ ; Ἀαρών. καὶ
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ بَنِي لاَوِي، الَّذِينَ يَأْخُذُونَ الْكَهَنُوتَ، فَلَهُمْ وَصِيَّةٌ أَنْ يُعَشِّرُوا الشَّعْبَ بِمُقْتَضَى النَّامُوسِ، أَيْ إِخْوَتَهُمْ، مَعَ أَنَّهُمْ قَدْ خَرَجُوا مِنْ صُلْبِ إِبْرَاهِيمَ.
καὶ ; μὲν οἱ ἐκ τῶν ; υἱῶν Λευὶ λαμβάνοντες τὴν ; ἱερατείαν ἔχουσιν ἐντολὴν ἀποδεκατοῦν τὸν ; λαὸν κατὰ τὸν ; νόμον, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ; ὀσφύος Ἀβραάμ.
وَهُنَا أُنَاسٌ مَائِتُونَ يَأْخُذُونَ عُشْرًا، وَأَمَّا هُنَاكَ فَالْمَشْهُودُ لَهُ بِأَنَّهُ حَيٌّ.
καὶ ; ὧδε ἄνθρωποι ἀποθνῄσκοντες λαμβάνουσιν δεκάτας δὲ ἐκεῖ μαρτυρούμενος ὅτι ; ζῇ.
حَتَّى أَقُولُ كَلِمَةً: إِنَّ لاَوِي أَيْضًا الآخِذَ الأَعْشَارَ قَدْ عُشِّرَ بِإِبْرَاهِيمَ.
καὶ ; ὡς εἰπεῖν· ἔπος Λευὶ καὶ λαμβάνων δεκάτας δεδεκάτωται. δι᾽ ; Ἀβραὰμ
وَلأَجْلِ هذَا هُوَ وَسِيطُ عَهْدٍ جَدِيدٍ، لِكَيْ يَكُونَ الْمَدْعُوُّونَ إِذْ صَارَ مَوْتٌ لِفِدَاءِ التَّعَدِّيَاتِ الَّتِي فِي الْعَهْدِ الأَوَّلِ يَنَالُونَ وَعْدَ الْمِيرَاثِ الأَبَدِيِّ.
Καὶ ; διὰ τοῦτο ἐστίν, μεσίτης διαθήκης καινῆς ὅπως οἱ ; κεκλημένοι γενομένου θανάτου εἰς ; ἀπολύτρωσιν τῶν ; παραβάσεων ἐπὶ τῇ ; διαθήκῃ πρώτῃ λάβωσιν τὴν ; ἐπαγγελίαν κληρονομίας. αἰωνίου
لأَنَّ مُوسَى بَعْدَمَا كَلَّمَ جَمِيعَ الشَّعْبِ بِكُلِّ وَصِيَّةٍ بِحَسَبِ النَّامُوسِ، أَخَذَ دَمَ الْعُجُولِ وَالتُّيُوسِ، مَعَ مَاءٍ، وَصُوفًا قِرْمِزِيًّا وَزُوفَا، وَرَشَّ الْكِتَابَ وَجَمِيعَ الشَّعْبِ،
γὰρ Μωϋσέως λαληθείσης παντὶ τῷ ; λαῷ, πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν ; νόμον λαβὼν τὸ ; αἷμα τῶν ; μόσχων καὶ ; τῶν ; τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ; ἐρίου κοκκίνου καὶ ; ὑσσώπου, ἐρράντισεν τὸ ; βιβλίον καὶ ; πάντα τὸν ; λαὸν
فَإِنَّهُ إِنْ أَخْطَأْنَا بِاخْتِيَارِنَا بَعْدَمَا أَخَذْنَا مَعْرِفَةَ الْحَقِّ، لاَ تَبْقَى بَعْدُ ذَبِيحَةٌ عَنِ الْخَطَايَا،
γὰρ ἁμαρτανόντων ; ἡμῶν Ἑκουσίως μετὰ τὸ ; λαβεῖν τὴν ; ἐπίγνωσιν τῆς ; ἀληθείας ἀπολείπεται ; οὐκέτι θυσία, περὶ ἁμαρτιῶν
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
بِالإِيمَانِ اجْتَازُوا فِي الْبَحْرِ الأَحْمَرِ كَمَا فِي الْيَابِسَةِ، الأَمْرُ الَّذِي لَمَّا شَرَعَ فِيهِ الْمِصْرِيُّونَ غَرِقُوا.
Πίστει διέβησαν τὴν ; θάλασσαν ἐρυθρὰν ὡς ; διὰ ξηρᾶς ; γῆς, ἧς λαβόντες πεῖραν οἱ ; Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν.¶
أَخَذَتْ نِسَاءٌ أَمْوَاتَهُنَّ بِقِيَامَةٍ. وَآخَرُونَ عُذِّبُوا وَلَمْ يَقْبَلُوا النَّجَاةَ لِكَيْ يَنَالُوا قِيَامَةً أَفْضَلَ.
ἔλαβον γυναῖκες τοὺς ; νεκροὺς ; αὐτῶν· ἐξ ; ἀναστάσεως ἄλλοι ; δὲ ἐτυμπανίσθησαν οὐ προσδεξάμενοι τὴν ; ἀπολύτρωσιν, ἵνα τύχωσιν· ἀναστάσεως κρείττονος
فَلاَ يَظُنَّ ذلِكَ الإِنْسَانُ أَنَّهُ يَنَالُ شَيْئًا مِنْ عِنْدِ الرَّبِّ.
μὴ ; γὰρ οἰέσθω ἐκεῖνος ὁ ; ἄνθρωπος ὅτι λήμψεταί τι παρὰ τοῦ ; κυρίου·
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي يَحْتَمِلُ التَّجْرِبَةَ، لأَنَّهُ إِذَا تَزَكَّى يَنَالُ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الرَّبُّ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι γενόμενος δόκιμος λήμψεται τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς ὃν ἐπηγγείλατο ὁ ; κύριος τοῖς ; ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶
لاَ تَكُونُوا مُعَلِّمِينَ كَثِيرِينَ يَا إِخْوَتِي، عَالِمِينَ أَنَّنَا نَأْخُذُ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ.
Μὴ γίνεσθε, διδάσκαλοι πολλοὶ ἀδελφοί ; μου, εἰδότες ὅτι λημψόμεθα. κρίμα μεῖζον
تَطْلُبُونَ وَلَسْتُمْ تَأْخُذُونَ، لأَنَّكُمْ تَطْلُبُونَ رَدِيًّا لِكَيْ تُنْفِقُوا فِي لَذَّاتِكُمْ.
αἰτεῖτε καὶ ; οὐ λαμβάνετε, διότι αἰτεῖσθε, κακῶς ἵνα δαπανήσητε. ἐν ; ταῖς ; ἡδοναῖς ; ὑμῶν
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·
خُذُوا يَا إِخْوَتِي مِثَالاً لاحْتِمَالِ الْمَشَقَّاتِ وَالأَنَاةِ: الأَنْبِيَاءَ الَّذِينَ تَكَلَّمُوا بِاسْمِ الرَّبِّ.
λάβετε, ἀδελφοί ; μου, ὑπόδειγμα τῆς ; κακοπαθείας καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας τοὺς ; προφήτας οἳ ἐλάλησαν ἐν ; τῷ ; ὀνόματι κυρίου.
لِيَكُنْ كُلُّ وَاحِدٍ بِحَسَبِ مَا أَخَذَ مَوْهِبَةً، يَخْدِمُ بِهَا بَعْضُكُمْ بَعْضًا، كَوُكَلاَءَ صَالِحِينَ عَلَى نِعْمَةِ اللهِ الْمُتَنَوِّعَةِ.
ἕκαστος καθὼς ἔλαβεν χάρισμα διακονοῦντες αὐτὸ εἰς ; ἑαυτοὺς ὡς ; οἰκονόμοι καλοὶ χάριτος θεοῦ· ποικίλης
لأَنَّ الَّذِي لَيْسَ عِنْدَهُ هذِهِ، هُوَ أَعْمَى قَصِيرُ الْبَصَرِ، قَدْ نَسِيَ تَطْهِيرَ خَطَايَاهُ السَّالِفَةِ.
γὰρ ᾯ μὴ πάρεστιν ταῦτα, ἐστιν τυφλός μυωπάζων, λήθην ; λαβὼν τοῦ ; καθαρισμοῦ τῶν ; αὐτοῦ ; ἁμαρτιῶν. πάλαι
لأَنَّهُ أَخَذَ مِنَ اللهِ الآبِ كَرَامَةً وَمَجْدًا، إِذْ أَقْبَلَ عَلَيْهِ صَوْتٌ كَهذَا مِنَ الْمَجْدِ الأَسْنَى: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ الَّذِي أَنَا سُرِرْتُ بِهِ.
γὰρ λαβὼν παρὰ θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ ; δόξαν ἐνεχθείσης αὐτῷ φωνῆς τοιᾶσδε ὑπὸ δόξης· τῆς ; μεγαλοπρεποῦς οὗτός ἐστιν, ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός ; μου εἰς ; ὃν ἐγὼ εὐδόκησα.
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَالْمَسْحَةُ الَّتِي أَخَذْتُمُوهَا مِنْهُ ثَابِتَةٌ فِيكُمْ، وَلاَ حَاجَةَ بِكُمْ إِلَى أَنْ يُعَلِّمَكُمْ أَحَدٌ، بَلْ كَمَا تُعَلِّمُكُمْ هذِهِ الْمَسْحَةُ عَيْنُهَا عَنْ كُلِّ شَيْءٍ، وَهِيَ حَقٌّ وَلَيْسَتْ كَذِبًا. كَمَا عَلَّمَتْكُمْ تَثْبُتُونَ فِيهِ.
καὶ ; ὑμεῖς, τὸ ; χρῖσμα ὃ ἐλάβετε ἀπ᾽ ; αὐτοῦ μένει ἐν ; ὑμῖν, καὶ ; οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα διδάσκῃ τις ἀλλ᾽ ὡς διδάσκει χρῖσμα τὸ ; αὐτὸ περὶ πάντων καὶ ; ἐστιν ἀληθές καὶ ; οὐκ ψεῦδος καθὼς ἐδίδαξεν ; ὑμᾶς, μενεῖτε ἐν ; αὐτῷ.
وَمَهْمَا سَأَلْنَا نَنَالُ مِنْهُ، لأَنَّنَا نَحْفَظُ وَصَايَاهُ، وَنَعْمَلُ الأَعْمَالَ الْمَرْضِيَّةَ أَمَامَهُ.
ὃ αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾽; αὐτοῦ, ὅτι τηροῦμεν ἐντολὰς ποιοῦμεν. τὰς ἀρεστὰ ἐνώπιον ; αὐτοῦ