المعنى المختصر للكلمة
lambánō:
while
is more violent, to seize or remove))
اللفظ الأصلي
λαμβάνω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
lambánō
(lam-ban-o)
تكرار الورود في الكتاب
236
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
while is more violent, to seize or remove))
الإنجليزية — KJV Translation Tags
accept
+ be amazed
assay
attain
bring
X when I call
catch
come on (X unto)
+
forget
have
hold
obtain
receive (X after)
take (away, up)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἔλαβον (14×)
λαβὼν (14×)
καὶ ; λαβὼν (13×)
λαβεῖν (12×)
ἔλαβεν (9×)
ἐλάβετε (7×)
λαμβάνει (7×)
καὶ ; ἔλαβεν (6×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (236 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 20: 22
Jhn.20.22
وَلَمَّا قَالَ هذَا نَفَخَ وَقَالَ لَهُمُ: اقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
καὶ εἰπὼν τοῦτο ἐνεφύσησεν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον.
يوحنا 21: 13
Jhn.21.13
ثُمَّ جَاءَ يَسُوعُ وَأَخَذَ الْخُبْزَ وَأَعْطَاهُمْ وَكَذلِكَ السَّمَكَ.
οὖν Ἔρχεται ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; λαμβάνει τὸν ; ἄρτον καὶ ; δίδωσιν ; αὐτοῖς καὶ ; ὁμοίως. τὸ ; ὀψάριον
أعمال الرسل 1: 8
Act.1.8
لكِنَّكُمْ سَتَنَالُونَ قُوَّةً مَتَى حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْكُمْ، وَتَكُونُونَ لِي شُهُودًا فِي أُورُشَلِيمَ وَفِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ وَإِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; ἔσεσθέ μοι; μάρτυρες ἔν τε ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἐν πάσῃ τῇ ; Ἰουδαίᾳ καὶ ; Σαμαρείᾳ καὶ ; ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.
أعمال الرسل 1: 20
Act.1.20
لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ الْمَزَامِيرِ: لِتَصِرْ دَارُهُ خَرَابًا وَلاَ يَكُنْ فِيهَا سَاكِنٌ. وَلْيَأْخُذْ وَظِيفَتَهُ آخَرُ.
γὰρ γέγραπται ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· γενηθήτω ἡ ; ἔπαυλις ; αὐτοῦ ἔρημος καὶ ; μὴ ἔστω ἐν ; αὐτῇ, ὁ ; κατοικῶν καὶ ; τὴν ; λάβοι ἐπισκοπὴν ; αὐτοῦ ἕτερος.
أعمال الرسل 1: 25
Act.1.25
لِيَأْخُذَ قُرْعَةَ هذِهِ الْخِدْمَةِ وَالرِّسَالَةِ الَّتِي تَعَدَّاهَا يَهُوذَا لِيَذْهَبَ إِلَى مَكَانِهِ.
λαβεῖν τὸν ; κλῆρον ταύτης τῆς ; διακονίας καὶ ; ἀποστολῆς ἐξ; ἧς παρέβη Ἰούδας πορευθῆναι εἰς τὸν ; τόπον ; τὸν ; ἴδιον.
أعمال الرسل 2: 23
Act.2.23
هذَا أَخَذْتُمُوهُ مُسَلَّمًا بِمَشُورَةِ اللهِ الْمَحْتُومَةِ وَعِلْمِهِ السَّابِقِ، وَبِأَيْدِي أَثَمَةٍ صَلَبْتُمُوهُ وَقَتَلْتُمُوهُ.
τοῦτον λαβόντες ἔκδοτον τῇ ; βουλῇ τοῦ ; θεοῦ ὡρισμένῃ καὶ ; προγνώσει διὰ ; χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλατε,
أعمال الرسل 2: 33
Act.2.33
وَإِذِ ارْتَفَعَ بِيَمِينِ اللهِ، وَأَخَذَ مَوْعِدَ الرُّوحِ الْقُدُسِ مِنَ الآبِ، سَكَبَ هذَا الَّذِي أَنْتُمُ الآنَ تُبْصِرُونَهُ وَتَسْمَعُونَهُ.
οὖν ὑψωθεὶς τῇ ; δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ τε ; λαβὼν ἐπαγγελίαν τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου παρὰ τοῦ ; πατρὸς ἐξέχεεν τοῦτο ὃ ὑμεῖς νὺν βλέπετε καὶ ; ἀκούετε.
أعمال الرسل 2: 38
Act.2.38
فَقَالَ لَهُمْ بُطْرُسُ: تُوبُوا وَلْيَعْتَمِدْ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ عَلَى اسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِغُفْرَانِ الْخَطَايَا، فَتَقْبَلُوا عَطِيَّةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; ἔφη αὐτούς· ; πρὸς Πέτρος μετανοήσατε καὶ ; βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; λήμψεσθε τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; πνεύματος· ἁγίου
أعمال الرسل 3: 3
Act.3.3
فَهذَا لَمَّا رَأَى بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا مُزْمِعَيْنِ أَنْ يَدْخُلاَ الْهَيْكَلَ، سَأَلَ لِيَأْخُذَ صَدَقَةً.
ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἠρώτα λαβεῖν. ἐλεημοσύνην
أعمال الرسل 3: 5
Act.3.5
فَلاَحَظَهُمَا مُنْتَظِرًا أَنْ يَأْخُذَ مِنْهُمَا شَيْئًا.
ὁ ; δὲ ; ἐπεῖχεν ; αὐτοῖς προσδοκῶν λαβεῖν.¶ παρ᾽ ; αὐτῶν τι
أعمال الرسل 7: 53
Act.7.53
الَّذِينَ أَخَذْتُمُ النَّامُوسَ بِتَرْتِيبِ مَلاَئِكَةٍ وَلَمْ تَحْفَظُوهُ.
οἵτινες ἐλάβετε τὸν ; νόμον διαταγὰς ; εἰς ἀγγέλων καὶ ; οὐκ ἐφυλάξατε.¶
أعمال الرسل 8: 15
Act.8.15
اللَّذَيْنِ لَمَّا نَزَلاَ صَلَّيَا لأَجْلِهِمْ لِكَيْ يَقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ،
οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ ; αὐτῶν ὅπως λάβωσιν πνεῦμα ἅγιον.
أعمال الرسل 8: 17
Act.8.17
حِينَئِذٍ وَضَعَا الأَيَادِيَ عَلَيْهِمْ فَقَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
τότε ἐπετίθεσαν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτούς, καὶ ; ἐλάμβανον πνεῦμα ἅγιον.¶
أعمال الرسل 8: 19
Act.8.19
قَائِلاً: أَعْطِيَانِي أَنَا أَيْضًا هذَا السُّلْطَانَ، حَتَّى أَيُّ مَنْ وَضَعْتُ عَلَيْهِ يَدَيَّ يَقْبَلُ الرُّوحَ الْقُدُسَ.
λέγων· δότε κἀμοὶ ταύτην, ἐξουσίαν ἵνα ἂν ἐπιθῶ ᾧ τὰς ; χεῖρας λαμβάνῃ πνεῦμα ἅγιον.
أعمال الرسل 9: 19
Act.9.19
وَتَنَاوَلَ طَعَامًا فَتَقَوَّى. وَكَانَ شَاوُلُ مَعَ التَّلاَمِيذِ الَّذِينَ فِي دِمَشْقَ أَيَّامًا.
καὶ ; λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.¶ Ἐγένετο ; δὲ ὁ ; Σαῦλος μετὰ μαθητῶν τῶν ἐν Δαμασκῷ ἡμέρας ; τινάς·
أعمال الرسل 10: 43
Act.10.43
لَهُ يَشْهَدُ جَمِيعُ الأَنْبِيَاءِ أَنَّ كُلَّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ يَنَالُ بِاسْمِهِ غُفْرَانَ الْخَطَايَا.
τούτῳ μαρτυροῦσιν πάντες οἱ ; προφῆται πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς ; αὐτόν.¶ λαβεῖν διὰ ; τοῦ ; ὀνόματος ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
أعمال الرسل 10: 47
Act.10.47
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
أعمال الرسل 15: 14
Act.15.14
سِمْعَانُ قَدْ أَخْبَرَ كَيْفَ افْتَقَدَ اللهُ أَوَّلاً الأُمَمَ لِيَأْخُذَ مِنْهُمْ شَعْبًا عَلَى اسْمِهِ.
Συμεὼν ἐξηγήσατο καθὼς ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς πρῶτον ἐθνῶν λαβεῖν ἐξ λαὸν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ·
أعمال الرسل 16: 3
Act.16.3
فَأَرَادَ بُولُسُ أَنْ يَخْرُجَ هذَا مَعَهُ، فَأَخَذَهُ وَخَتَنَهُ مِنْ أَجْلِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي تِلْكَ الأَمَاكِنِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يَعْرِفُونَ أَبَاهُ أَنَّهُ يُونَانِيٌّ.
ἠθέλησεν ὁ ; Παῦλος ἐξελθεῖν, τοῦτον σὺν ; αὐτῷ καὶ ; λαβὼν περιέτεμεν ; αὐτὸν διὰ τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ἐν ; ὄντας τοῖς ; ἐκείνοις· τόποις γὰρ ἅπαντες ᾔδεισαν τὸν; πατέρα; αὐτοῦ ὑπῆρχεν. Ἕλλην
أعمال الرسل 16: 24
Act.16.24
وَهُوَ إِذْ أَخَذَ وَصِيَّةً مِثْلَ هذِهِ، أَلْقَاهُمَا فِي السِّجْنِ الدَّاخِلِيِّ، وَضَبَطَ أَرْجُلَهُمَا فِي الْمِقْطَرَةِ.
ὃς εἰληφώς παραγγελίαν τοιαύτην ἔβαλεν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; φυλακὴν ἐσωτέραν καὶ ; ἠσφαλίσατο τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν εἰς τὸ ; ξύλον.¶
أعمال الرسل 17: 9
Act.17.9
فَأَخَذُوا كَفَالَةً مِنْ يَاسُونَ وَمِنَ الْبَاقِينَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
καὶ ; λαβόντες τὸ ; ἱκανὸν παρὰ τοῦ ; Ἰάσονος καὶ τῶν ; λοιπῶν αὐτούς.¶ ἀπέλυσαν
أعمال الرسل 17: 15
Act.17.15
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 20: 24
Act.20.24
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
أعمال الرسل 20: 35
Act.20.35
فِي كُلِّ شَيْءٍ أَرَيْتُكُمْ أَنَّهُ هكَذَا يَنْبَغِي أَنَّكُمْ تَتْعَبُونَ وَتَعْضُدُونَ الضُّعَفَاءَ، مُتَذَكِّرِينَ كَلِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ أَنَّهُ قَالَ: مَغْبُوطٌ هُوَ الْعَطَاءُ أَكْثَرُ مِنَ الأَخْذِ.
πάντα ὑπέδειξα ; ὑμῖν ὅτι οὕτως δεῖ κοπιῶντας ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ; ἀσθενούντων, μνημονεύειν τῶν ; λόγων τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι ; αὐτὸς εἶπεν· μακάριόν ἐστιν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν.
أعمال الرسل 24: 27
Act.24.27
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
أعمال الرسل 25: 16
Act.25.16
فَأَجَبْتُهُمْ أَنْ لَيْسَ لِلرُّومَانِيِّينَ عَادَةٌ أَنْ يُسَلِّمُوا أَحَدًا لِلْمَوْتِ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ الْمَشْكُوُّ عَلَيْهِ مُواجَهَةً مَعَ الْمُشْتَكِينَ، فَيَحْصُلُ عَلَى فُرْصَةٍ لِلاحْتِجَاجِ عَنِ الشَّكْوَى.
πρὸς ; οὓς ; ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ Ῥωμαίοις ἔστιν ; ἔθος χαρίζεσθαί τινα ; ἄνθρωπον εἰς ; ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ ; κατηγορούμενος κατὰ ; πρόσωπον ; ἔχοι τοὺς ; κατηγόρους, τε ; λάβοι τόπον ἀπολογίας περὶ τοῦ ; ἐγκλήματος.
أعمال الرسل 26: 10
Act.26.10
وَفَعَلْتُ ذلِكَ أَيْضًا فِي أُورُشَلِيمَ، فَحَبَسْتُ فِي سُجُونٍ كَثِيرِينَ مِنَ الْقِدِّيسِينَ، آخِذًا السُّلْطَانَ مِنْ قِبَلِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ. وَلَمَّا كَانُوا يُقْتَلُونَ أَلْقَيْتُ قُرْعَةً بِذلِكَ.
ἐποίησα ὃ καὶ ἐν Ἱεροσολύμοις κατέκλεισα ἐν φυλακαῖς πολλούς τῶν ἁγίων λαβών, τὴν ; ἐξουσίαν παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων ἀναιρουμένων ; τε ; αὐτῶν κατήνεγκα ; ψῆφον·
أعمال الرسل 27: 35
Act.27.35
وَلَمَّا قَالَ هذَا أَخَذَ خُبْزًا وَشَكَرَ اللهَ أَمَامَ الْجَمِيعِ، وَكَسَّرَ، وَابْتَدَأَ يَأْكُلُ.
δὲ Εἴπας ταῦτα καὶ ; λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησεν τῷ ; θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ ; κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
رومية 1: 5
Rom.1.5
الَّذِي بِهِ، لأَجْلِ اسْمِهِ، قَبِلْنَا نِعْمَةً وَرِسَالَةً، لإِطَاعَةِ الإِيمَانِ فِي جَمِيعِ الأُمَمِ،
οὗ δι᾽ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ, ἐλάβομεν χάριν καὶ ; ἀποστολὴν εἰς ; ὑπακοὴν πίστεως ἐν πᾶσιν τοῖς ; ἔθνεσιν