ك
إصحاح
G2589
G2590. karpós
G2591
المعنى المختصر للكلمة
karpós: fruit (as plucked), literally or figuratively
اللفظ الأصلي καρπός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق karpós (kar-pos)
تكرار الورود في الكتاب 52 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

fruit (as plucked), literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
fruit

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καρπὸν (24×) καρποὺς (7×) ὁ ; καρπὸς (3×) τὸν ; καρπὸν (2×) τοῦ ; καρποῦ (2×) καρπῶν (2×) καρπὸς (2×) ὁ ; καρπός, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (52 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَقَعْ حَبَّةُ الْحِنْطَةِ فِي الأَرْضِ وَتَمُتْ فَهِيَ تَبْقَى وَحْدَهَا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَتْ تَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ πεσὼν ὁ ; κόκκος τοῦ ; σίτου εἰς τὴν ; γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μένει· μόνος δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ, φέρει. καρπὸν πολὺν
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
أَنَا الْكَرْمَةُ وَأَنْتُمُ الأَغْصَانُ. الَّذِي يَثْبُتُ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ هذَا يَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ، لأَنَّكُمْ بِدُونِي لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَفْعَلُوا شَيْئًا.
ἐγώ ; εἰμι ἡ ; ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ ; κλήματα. ὁ μένων ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν· ὅτι χωρὶς ; ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.
بِهذَا يَتَمَجَّدُ أَبِي: أَنْ تَأْتُوا بِثَمَرٍ كَثِيرٍ فَتَكُونُونَ تَلاَمِيذِي.
ἐν ; τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ ; πατήρ ; μου, ἵνα φέρητε καρπὸν πολὺν καὶ ; γενήσεσθε ἐμοὶ ; μαθηταί.
لَيْسَ أَنْتُمُ اخْتَرْتُمُونِي بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ، وَأَقَمْتُكُمْ لِتَذْهَبُوا وَتَأْتُوا بِثَمَرٍ، وَيَدُومَ ثَمَرُكُمْ، لِكَيْ يُعْطِيَكُمُ الآبُ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ بِاسْمِي.
Οὐχ ὑμεῖς με ; ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς καὶ ; ἔθηκα ; ὑμᾶς ἵνα ; ὑμεῖς ; ὑπάγητε καὶ ; φέρητε, καρπὸν καὶ ; μένῃ· ὁ ; καρπὸς ; ὑμῶν ἵνα δῷ ; ὑμῖν.¶ τὸν ; πατέρα ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου,
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
ثُمَّ لَسْتُ أُرِيدُ أَنْ تَجْهَلُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنَّنِي مِرَارًا كَثِيرَةً قَصَدْتُ أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ، وَمُنِعْتُ حَتَّى الآنَ، لِيَكُونَ لِي ثَمَرٌ فِيكُمْ أَيْضًا كَمَا فِي سَائِرِ الأُمَمِ.
δὲ Οὐ θέλω ὑμᾶς ; ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι πολλάκις προεθέμην ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἐκωλύθην ἄχρι τοῦ ; δεῦρο, ἵνα σχῶ τινὰ ; καρπὸν ἐν ; ὑμῖν καὶ καθὼς καὶ ; ἐν τοῖς ; λοιποῖς ἔθνεσιν.
فَأَيُّ ثَمَرٍ كَانَ لَكُمْ حِينَئِذٍ مِنَ الأُمُورِ الَّتِي تَسْتَحُونَ بِهَا الآنَ. لأَنَّ نِهَايَةَ تِلْكَ الأُمُورِ هِيَ الْمَوْتُ.
τίνα ; οὖν καρπὸν εἴχετε τότε, ἐφ᾽ οἷς ἐπαισχύνεσθε; νῦν γὰρ τὸ ; τέλος ἐκείνων θάνατος.
فَمَتَى أَكْمَلْتُ ذلِكَ، وَخَتَمْتُ لَهُمْ هذَا الثَّمَرَ، فَسَأَمْضِي مَارًّا بِكُمْ إِلَى اسْبَانِيَا.
οὖν ; ἐπιτελέσας τοῦτο καὶ ; σφραγισάμενος αὐτοῖς τοῦτον τὸν ; καρπὸν ἀπελεύσομαι δι᾽ ὑμῶν εἰς τὴν ; Σπανίαν.
وَأَمَّا ثَمَرُ الرُّوحِ فَهُوَ: مَحَبَّةٌ فَرَحٌ سَلاَمٌ، طُولُ أَنَاةٍ لُطْفٌ صَلاَحٌ، إِيمَانٌ
δὲ ὁ ; καρπὸς τοῦ ; πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,
لأَنَّ ثَمَرَ الرُّوحِ هُوَ فِي كُلِّ صَلاَحٍ وَبِرّ وَحَقّ.
γὰρ ὁ ; καρπὸς τοῦ ; πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ ; δικαιοσύνῃ καὶ ; ἀληθείᾳ,
مَمْلُوئِينَ مِنْ ثَمَرِ الْبِرِّ الَّذِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ لِمَجْدِ اللهِ وَحَمْدِهِ.
πεπληρωμένοι καρπῶν δικαιοσύνης τῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; δόξαν θεοῦ.¶ καὶ ; ἔπαινον
وَلكِنْ إِنْ كَانَتِ الْحَيَاةُ فِي الْجَسَدِ هِيَ لِي ثَمَرُ عَمَلِي، فَمَاذَا أَخْتَارُ. لَسْتُ أَدْرِي.
δὲ εἰ τὸ ; ζῆν ἐν σαρκί, τοῦτό μοι καρπὸς ἔργου· καὶ ; τί αἱρήσομαι οὐ γνωρίζω.
يَجِبُ أَنَّ الْحَرَّاثَ الَّذِي يَتْعَبُ، يَشْتَرِكُ هُوَ أَوَّلاً فِي الأَثْمَارِ.
δεῖ γεωργὸν κοπιῶντα μεταλαμβάνειν· πρῶτον τῶν καρπῶν
وَلكِنَّ كُلَّ تَأْدِيبٍ فِي الْحَاضِرِ لاَ يُرَى أَنَّهُ لِلْفَرَحِ بَلْ لِلْحَزَنِ. وَأَمَّا أَخِيرًا فَيُعْطِي الَّذِينَ يَتَدَرَّبُونَ بِهِ ثَمَرَ بِرّ لِلسَّلاَمِ.
δὲ πᾶσα παιδεία παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς ; εἶναι ἀλλὰ λύπης, δὲ ὕστερον ἀποδίδωσιν γεγυμνασμένοις δι᾽ ; αὐτῆς καρπὸν δικαιοσύνης.¶ εἰρηνικὸν
فَلْنُقَدِّمْ بِهِ فِي كُلِّ حِينٍ ِللهِ ذَبِيحَةَ التَّسْبِيحِ، أَيْ ثَمَرَ شِفَاهٍ مُعْتَرِفَةٍ بِاسْمِهِ.
οὖν ; ἀναφέρωμεν δι᾽ ; αὐτοῦ διὰ ; διαπαντός τῷ ; θεῷ, θυσίαν αἰνέσεως τοῦτ᾽ ; ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا الْحِكْمَةُ الَّتِي مِنْ فَوْقُ فَهِيَ أَوَّلاً طَاهِرَةٌ، ثُمَّ مُسَالِمَةٌ، مُتَرَفِّقَةٌ، مُذْعِنَةٌ، مَمْلُوَّةٌ رَحْمَةً وَأَثْمَارًا صَالِحَةً، عَدِيمَةُ الرَّيْبِ وَالرِّيَاءِ.
δὲ Ἡ ; σοφία ἄνωθεν μὲν πρῶτον ἁγνή ; ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ ; καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος, ; καὶ ; ἀνυπόκριτος.
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·
فِي وَسَطِ سُوقِهَا وَعَلَى النَّهْرِ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَاكَ، شَجَرَةُ حَيَاةٍ تَصْنَعُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ ثَمَرَةً، وَتُعْطِي كُلَّ شَهْرٍ ثَمَرَهَا، وَوَرَقُ الشَّجَرَةِ لِشِفَاءِ الأُمَمِ.
ἐν μέσῳ τῆς ; πλατείας ; αὐτῆς καὶ ; τοῦ ποταμοῦ, ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν ξύλον ζωῆς ποιοῦν δώδεκα, καρποὺς ἀποδιδοῦν ἕκαστον μῆνα τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ, καὶ ; τὰ ; φύλλα τοῦ ; ξύλου θεραπείαν τῶν ; ἐθνῶν.