ك
إصحاح
G2524
G2525. kathístēmi
G2526
المعنى المختصر للكلمة
kathístēmi: to place down (permanently), i.e. (figuratively) to designate, constitute, convoy
اللفظ الأصلي καθίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kathístēmi (kath-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 17 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to place down (permanently), i.e. (figuratively) to designate, constitute, convoy

الإنجليزية — KJV Translation Tags
appoint be conduct make ordain set

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σε ; καταστήσω. (2×) καθίστησιν (2×) καθίσταται (2×) σε ; κατέστησεν (1×) οὓς ; καταστήσομεν (1×) με ; κατέστησεν (1×) καὶ ; καταστήσῃς (1×) κατέστησεν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (17 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 24: 45 Mat.24.45
فَمَنْ هُوَ الْعَبْدُ الأَمِينُ الْحَكِيمُ الَّذِي أَقَامَهُ سَيِّدُهُ عَلَى خَدَمِهِ لِيُعْطِيَهُمُ الطَّعَامَ فِي حِينِهِ.
Τίς ; ἄρα ἐστὶν ὁ ; δοῦλος πιστὸς καὶ ; φρόνιμος ὃν κατέστησεν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ; θεραπείας; αὐτοῦ τοῦ ; διδόναι; αὐτοῖς τὴν ; τροφὴν ἐν καιρῷ;
متى 25: 21 Mat.25.21
فَقَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ وَالأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.¶
متى 25: 23 Mat.25.23
قَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ الأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.
فَقَالَ لَهُ: يَا إِنْسَانُ، مَنْ أَقَامَنِي عَلَيْكُمَا قَاضِيًا أَوْ مُقَسِّمًا.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπε, τίς με ; κατέστησεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς;¶ δικαστὴν ἢ μεριστὴν
فَقَالَ الرَّبُّ: فَمَنْ هُوَ الْوَكِيلُ الأَمِينُ الْحَكِيمُ الَّذِي يُقِيمُهُ سَيِّدُهُ عَلَى خَدَمِهِ لِيُعْطِيَهُمُ الْعُلُوفَةَ فِي حِينِهَا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος· τίς ; ἄρα ἐστὶν ὁ ; οἰκονόμος πιστὸς καὶ ; φρόνιμος ὃν καταστήσει ὁ ; κύριος ἐπὶ τῆς ; θεραπείας ; αὐτοῦ διδόναι τὸ ; σιτομέτριον; ἐν καιρῷ
فَانْتَخِبُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ سَبْعَةَ رِجَال مِنْكُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ وَمَمْلُوِّينَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَحِكْمَةٍ، فَنُقِيمَهُمْ عَلَى هذِهِ الْحَاجَةِ.
οὖν; ἐπισκέψασθε ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας ἐξ ; ὑμῶν μαρτυρουμένους πλήρεις πνεύματος ἁγίου σοφίας οὓς ; καταστήσομεν ἐπὶ ταύτης· τῆς ; χρείας
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
لأَنَّهُ كَمَا بِمَعْصِيَةِ الإِنْسَانِ الْوَاحِدِ جُعِلَ الْكَثِيرُونَ خُطَاةً، هكَذَا أَيْضًا بِإِطَاعَةِ الْوَاحِدِ سَيُجْعَلُ الْكَثِيرُونَ أَبْرَارًا.
γὰρ ὥσπερ διὰ ; τῆς ; παρακοῆς τοῦ ; ἀνθρώπου ἑνὸς κατεστάθησαν οἱ ; πολλοί, ἁμαρτωλοὶ οὕτως καὶ τῆς ; ὑπακοῆς τοῦ ; ἑνὸς κατασταθήσονται οἱ ; πολλοί.¶ δίκαιοι
لأَنَّهُ كَمَا بِمَعْصِيَةِ الإِنْسَانِ الْوَاحِدِ جُعِلَ الْكَثِيرُونَ خُطَاةً، هكَذَا أَيْضًا بِإِطَاعَةِ الْوَاحِدِ سَيُجْعَلُ الْكَثِيرُونَ أَبْرَارًا.
γὰρ ὥσπερ διὰ ; τῆς ; παρακοῆς τοῦ ; ἀνθρώπου ἑνὸς κατεστάθησαν οἱ ; πολλοί, ἁμαρτωλοὶ οὕτως καὶ τῆς ; ὑπακοῆς τοῦ ; ἑνὸς κατασταθήσονται οἱ ; πολλοί.¶ δίκαιοι
مِنْ أَجْلِ هذَا تَرَكْتُكَ فِي كِرِيتَ لِكَيْ تُكَمِّلَ تَرْتِيبَ الأُمُورِ النَّاقِصَةِ، وَتُقِيمَ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ شُيُوخًا كَمَا أَوْصَيْتُكَ.
χάριν Τούτου κατέλιπόν; σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα ἐπιδιορθώσῃ τὰ λείποντα καὶ ; καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους ὡς ἐγώ ; σοι ; διεταξάμην·
لأَنَّ كُلَّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ مَأْخُوذٍ مِنَ النَّاسِ يُقَامُ لأَجْلِ النَّاسِ فِي مَاِ للهِ، لِكَيْ يُقَدِّمَ قَرَابِينَ وَذَبَائِحَ عَنِ الْخَطَايَا،
γὰρ Πᾶς ἀρχιερεὺς λαμβανόμενος ἐξ ἀνθρώπων καθίσταται ὑπὲρ ἀνθρώπων πρὸς τὰ τὸν ; θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε ; καὶ ; θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,
فَإِنَّ النَّامُوسَ يُقِيمُ أُنَاسًا بِهِمْ ضَعْفٌ رُؤَسَاءَ كَهَنَةٍ. وَأَمَّا كَلِمَةُ الْقَسَمِ الَّتِي بَعْدَ النَّامُوسِ فَتُقِيمُ ابْنًا مُكَمَّلاً إِلَى الأَبَدِ.
γὰρ ὁ ; νόμος καθίστησιν ἀνθρώπους ἔχοντας ἀσθένειαν, ἀρχιερεῖς δὲ ὁ ; λόγος τῆς ; ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν ; νόμον υἱὸν τετελειωμένον.¶ εἰς τὸν ; αἰῶνα
لأَنَّ كُلَّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ يُقَامُ لِكَيْ يُقَدِّمَ قَرَابِينَ وَذَبَائِحَ. فَمِنْ ثَمَّ يَلْزَمُ أَنْ يَكُونَ لِهذَا أَيْضًا شَيْءٌ يُقَدِّمُهُ.
γὰρ πᾶς ἀρχιερεὺς καθίσταται· εἰς τὸ ; προσφέρειν δῶρά τε ; καὶ ; θυσίας ὅθεν ἀναγκαῖον ἔχειν τοῦτον καὶ τι ὃ ; προσενέγκῃ.¶
فَاللِّسَانُ نَارٌ. عَالَمُ الإِثْمِ. هكَذَا جُعِلَ فِي أَعْضَائِنَا اللِّسَانُ، الَّذِي يُدَنِّسُ الْجِسْمَ كُلَّهُ، وَيُضْرِمُ دَائِرَةَ الْكَوْنِ، وَيُضْرَمُ مِنْ جَهَنَّمَ.
καὶ ; ἡ ; γλῶσσα πῦρ, ὁ ; κόσμος τῆς ; ἀδικίας οὕτως, καθίσταται ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν ἡ ; γλῶσσα ἡ ; σπιλοῦσα τὸ ; σῶμα ὅλον φλογίζουσα τὸν ; τροχὸν τῆς ; γενέσεως καὶ ; φλογιζομένη ὑπὸ τῆς ; γεέννης.¶
أَيُّهَا الزُّنَاةُ وَالزَّوَانِي، أَمَا تَعْلَمُونَ أَنَّ مَحَبَّةَ الْعَالَمِ عَدَاوَةٌ ِللهِ. فَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ مُحِبًّا لِلْعَالَمِ، فَقَدْ صَارَ عَدُوًّا ِللهِ.
μοιχοὶ καὶ ; μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ ; φιλία τοῦ ; κόσμου ἔχθρα ; ἐστιν; τοῦ ; θεοῦ ὃς ; ἂν; οὖν βουληθῇ εἶναι φίλος τοῦ ; κόσμου, καθίσταται. ἐχθρὸς τοῦ ; θεοῦ
لأَنَّ هذِهِ إِذَا كَانَتْ فِيكُمْ وَكَثُرَتْ، تُصَيِّرُكُمْ لاَ مُتَكَاسِلِينَ وَلاَ غَيْرَ مُثْمِرِينَ لِمَعْرِفَةِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ταῦτα ; γὰρ ὑπάρχοντα ὑμῖν καὶ ; πλεονάζοντα καθίστησιν οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους εἰς ; τὴν ; ἐπίγνωσιν.¶ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ