ك
إصحاح
G2322
G2323. therapeúō
G2324
المعنى المختصر للكلمة
therapeúō: to wait upon menially, i.e. (figuratively) to adore (God), or (specially) to relieve (of disease)
اللفظ الأصلي θεραπεύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق therapeúō (ther-ap-yoo-o)
تكرار الورود في الكتاب 33 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to wait upon menially, i.e. (figuratively) to adore (God), or (specially) to relieve (of disease)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cure heal worship

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐθεράπευσεν (3×) θεραπεύειν (3×) καὶ ; ἐθεράπευσεν (2×) καὶ ; θεραπεύειν (2×) ἐθεράπευσεν. (1×) ἐθεράπευσεν, (1×) ἐθεραπεύθησαν· (1×) ἐθεραπεύθη, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (33 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ يَسُوعُ يَطُوفُ كُلَّ الْجَلِيلِ يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهِمْ، وَيَكْرِزُ بِبِشَارَةِ الْمَلَكُوتِ، وَيَشْفِي كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضَعْفٍ فِي الشَّعْب.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιῆγεν ὅλην τὴν; Γαλιλαίαν διδάσκων ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν καὶ ; κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας καὶ ; θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν ἐν λαῷ.¶ ; τῷ
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ قَدَّمُوا إِلَيْهِ مَجَانِينَ كَثِيرِينَ، فَأَخْرَجَ الأَرْوَاحَ بِكَلِمَةٍ، وَجَمِيعَ الْمَرْضَى شَفَاهُمْ،
δὲ γενομένης Ὀψίας προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλούς, καὶ ; ἐξέβαλεν τὰ ; πνεύματα λόγῳ, καὶ ; πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας ἐθεράπευσεν,
وَكَانَ يَسُوعُ يَطُوفُ الْمُدُنَ كُلَّهَا وَالْقُرَى يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهَا، وَيَكْرِزُ بِبِشَارَةِ الْمَلَكُوتِ، وَيَشْفِي كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ فِي الشَّعْبِ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιῆγεν τὰς ; πόλεις πάσας καὶ ; τὰς ; κώμας διδάσκων ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν καὶ ; κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ ; λαῷ.¶
ثُمَّ دَعَا تَلاَمِيذَهُ الاثْنَيْ عَشَرَ وَأَعْطَاهُمْ سُلْطَانًا عَلَى أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ حَتَّى يُخْرِجُوهَا، وَيَشْفُوا كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ.
Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ δώδεκα ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν ; αὐτὰ καὶ ; θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν.¶
اِشْفُوا مَرْضَى. طَهِّرُوا بُرْصًا. أَقِيمُوا مَوْتَى. أَخْرِجُوا شَيَاطِينَ. مَجَّانًا أَخَذْتُمْ، مَجَّانًا أَعْطُوا.
θεραπεύετε, ἀσθενοῦντας καθαρίζετε, λεπροὺς ἐγείρετε, νεκροὺς ἐκβάλλετε· δαιμόνια δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.¶
متى 12: 10 Mat.12.10
وَإِذَا إِنْسَانٌ يَدُهُ يَابِسَةٌ، فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: هَلْ يَحِلُّ الإِبْرَاءُ فِي السُّبُوتِ. لِكَيْ يَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄνθρωπος τὴν ; χεῖρα ; ἔχων ξηράν· καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἔξεστιν θεραπεύειν τοῖς ; σάββασιν ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.¶
متى 14: 14 Mat.14.14
فَلَمَّا خَرَجَ يَسُوعُ أَبْصَرَ جَمْعًا كَثِيرًا فَتَحَنَّنَ عَلَيْهِمْ وَشَفَى مَرْضَاهُمْ.
καὶ ἐξελθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἶδεν ὄχλον πολὺν καὶ ; ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ ; αὐτούς καὶ ; ἐθεράπευσεν τοὺς ; ἀρρώστους ; αὐτῶν.¶
متى 17: 18 Mat.17.18
فَانْتَهَرَهُ يَسُوعُ، فَخَرَجَ مِنْهُ الشَّيْطَانُ. فَشُفِيَ الْغُلاَمُ مِنْ تِلْكَ السَّاعَةِ.
καὶ ; ἐπετίμησεν ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐξῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ τὸ ; δαιμόνιον, καὶ ; ἐθεραπεύθη ὁ ; παῖς ἀπὸ ἐκείνης.¶ τῆς ; ὥρας
فَشَفَى كَثِيرِينَ كَانُوا مَرْضَى بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَأَخْرَجَ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً، وَلَمْ يَدَعِ الشَّيَاطِينَ يَتَكَلَّمُونَ لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ.
καὶ ; ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἔχοντας κακῶς νόσοις ποικίλαις καὶ ; ἐξέβαλεν δαιμόνια πολλὰ καὶ ; οὐκ ἤφιεν τὰ ; δαιμόνια λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτόν
لأَنَّهُ كَانَ قَدْ شَفَى كَثِيرِينَ، حَتَّى وَقَعَ عَلَيْهِ لِيَلْمِسَهُ كُلُّ مَنْ فِيهِ دَاءٌ.
γὰρ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας.
وَيَكُونَ لَهُمْ سُلْطَانٌ عَلَى شِفَاءِ الأَمْرَاضِ وَإِخْرَاجِ الشَّيَاطِينِ.
καὶ ; ἔχειν ἐξουσίαν θεραπεύειν τὰς ; νόσους καὶ ; ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
وَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَصْنَعَ هُنَاكَ وَلاَ قُوَّةً غَيْرَ أَنَّهُ وَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى مَرْضَى قَلِيلِينَ فَشَفَاهُمْ.
καὶ ; οὐκ ἐδύνατο ποιῆσαι ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν, εἰ ; μὴ ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἀρρώστοις ὀλίγοις ἐθεράπευσεν.
فَقَالَ لَهُمْ: عَلَى كُلِّ حَال تَقُولُونَ لِي هذَا الْمَثَلَ: أَيُّهَا الطَّبِيبُ اشْفِ نَفْسَكَ. كَمْ سَمِعْنَا أَنَّهُ جَرَى فِي كَفْرِنَاحُومَ، فَافْعَلْ ذلِكَ هُنَا أَيْضًا فِي وَطَنِكَ
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τὴν ; Καφαρναούμ, ποίησον ὧδε καὶ ἐν τῇ ; πατρίδι ; σου.¶
فَذَاعَ الْخَبَرُ عَنْهُ أَكْثَرَ. فَاجْتَمَعَ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ لِكَيْ يَسْمَعُوا وَيُشْفَوْا بِهِ مِنْ أَمْرَاضِهِمْ.
Διήρχετο ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτοῦ· μᾶλλον καὶ ; συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ ; θεραπεύεσθαι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ; ἀσθενειῶν ; αὐτῶν·
وَكَانَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُرَاقِبُونَهُ هَلْ يَشْفِي فِي السَّبْتِ، لِكَيْ يَجِدُوا عَلَيْهِ شِكَايَةً.
δὲ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι Παρετήρουν; αὐτὸν εἰ θεραπεύσει ἐν τῷ ; σαββάτῳ ἵνα εὕρωσιν αὐτοῦ. κατηγορίαν
وَالْمُعَذَّبُونَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ. وَكَانُوا يَبْرَأُونَ.
καὶ ; οἱ ; ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων καὶ ; ἐθεραπεύοντο.
وَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ شَفَى كَثِيرِينَ مِنْ أَمْرَاضٍ وَأَدْوَاءٍ وَأَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ، وَوَهَبَ الْبَصَرَ لِعُمْيَانٍ كَثِيرِينَ.
ἐν αὐτῇ; δὲ τῇ ; ὥρᾳ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ ; μαστίγων καὶ ; πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἐχαρίσατο τὸ ; βλέπειν. τυφλοῖς πολλοῖς
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَقَدْ أَنْفَقَتْ كُلَّ مَعِيشَتِهَا لِلأَطِبَّاءِ، وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تُشْفَى مِنْ أَحَدٍ،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ῥύσει ; ἐν αἵματος ἀπὸ δώδεκα, ἐτῶν ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς εἰς ; ἰατρούς οὐκ ἴσχυσεν θεραπευθῆναι, ὑπ᾽ οὐδενὸς
وَدَعَا تَلاَمِيذَهُ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَأَعْطَاهُمْ قُوَّةً وَسُلْطَانًا عَلَى جَمِيعِ الشَّيَاطِينِ وَشِفَاءِ أَمْرَاضٍ،
δὲ ; Συγκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὑτοῦ, δώδεκα ἔδωκεν ; αὐτοῖς δύναμιν καὶ ; ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ ; δαιμόνια καὶ ; θεραπεύειν νόσους
فَلَمَّا خَرَجُوا كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي كُلِّ قَرْيَةٍ يُبَشِّرُونَ وَيَشْفُونَ فِي كُلِّ مَوْضِعٍ.
δὲ ἐξερχόμενοι διήρχοντο κατὰ τὰς ; κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ ; θεραπεύοντες πανταχοῦ.¶
وَاشْفُوا الْمَرْضَى الَّذِينَ فِيهَا، وَقُولُوا لَهُمْ: قَدِ اقْتَرَبَ مِنْكُمْ مَلَكُوتُ اللهِ.
καὶ ; θεραπεύετε ἀσθενεῖς τοὺς ἐν ; αὐτῇ καὶ ; λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.
فَأَجابَ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ، وَهُوَ مُغْتَاظٌ لأَنَّ يَسُوعَ أَبْرَأَ فِي السَّبْتِ، وَقَالَ لِلْجَمْعِ: هِيَ سِتَّةُ أَيَّامٍ يَنْبَغِي فِيهَا الْعَمَلُ، فَفِي هذِهِ ائْتُوا وَاسْتَشْفُوا، وَلَيْسَ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς, ἐθεράπευσεν τῷ σαββάτῳ ἔλεγεν τῷ ; ὄχλῳ ὅτι ; εἰσὶν ἓξ ἡμέραι δεῖ ἐν ; αἷς ἐργάζεσθαι· ἐν ; οὖν ταύταις ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ ; μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου.¶
فَأَجابَ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ، وَهُوَ مُغْتَاظٌ لأَنَّ يَسُوعَ أَبْرَأَ فِي السَّبْتِ، وَقَالَ لِلْجَمْعِ: هِيَ سِتَّةُ أَيَّامٍ يَنْبَغِي فِيهَا الْعَمَلُ، فَفِي هذِهِ ائْتُوا وَاسْتَشْفُوا، وَلَيْسَ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς, ἐθεράπευσεν τῷ σαββάτῳ ἔλεγεν τῷ ; ὄχλῳ ὅτι ; εἰσὶν ἓξ ἡμέραι δεῖ ἐν ; αἷς ἐργάζεσθαι· ἐν ; οὖν ταύταις ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ ; μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَكَلَّمَ النَّامُوسِيِّينَ وَالْفَرِّيسِيِّينَ قِائِلاً: هَلْ يَحِلُّ الإِبْرَاءُ فِي السَّبْتِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; νομικοὺς καὶ ; Φαρισαίους λέγων· εἰ ἔξεστιν θεραπεύειν τῷ σαββάτῳ
فَقَالَ الْيَهُودُ لِلَّذِي شُفِيَ: إِنَّهُ سَبْتٌ. لاَ يَحِلُّ لَكَ أَنْ تَحْمِلَ سَرِيرَكَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· ἐστιν, σάββατόν οὐκ ἔξεστίν σοι ἆραι τὸν ; κράβαττόν ; σου.¶
وَلكِنْ إِذْ نَظَرُوا الإِنْسَانَ الَّذِي شُفِيَ وَاقِفًا مَعَهُمَا، لَمْ يَكُنْ لَهُمْ شَيْءٌ يُنَاقِضُونَ بِهِ.
δὲ βλέποντες τόν ; ἄνθρωπον τὸν τεθεραπευμένον, ἑστῶτα σὺν ; αὐτοῖς οὐδὲν ; εἶχον ἀντειπεῖν.¶
وَاجْتَمَعَ جُمْهُورُ الْمُدُنِ الْمُحِيطَةِ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَامِلِينَ مَرْضَى وَمُعَذَّبِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ، وَكَانُوا يُبْرَأُونَ جَمِيعُهُمْ.
συνήρχετο ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῶν ; πόλεων πέριξ εἰς Ἰερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ; ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ; ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.¶
لأَنَّ كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ بِهِمْ أَرْوَاحٌ نَجِسَةٌ كَانَتْ تَخْرُجُ صَارِخَةً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ. وَكَثِيرُونَ مِنَ الْمَفْلُوجِينَ وَالْعُرْجِ شُفُوا.
γὰρ Πολλῶν τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα ἐξήρχετο βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ πολλοὶ ; δὲ παραλελυμένοι καὶ ; χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν·
وَلاَ يُخْدَمُ بِأَيَادِي النَّاسِ كَأَنَّهُ مُحْتَاجٌ إِلَى شَيْءٍ، إِذْ هُوَ يُعْطِي الْجَمِيعَ حَيَاةً وَنَفْسًا وَكُلَّ شَيْءٍ.
οὐδὲ θεραπεύεται ὑπὸ ; χειρῶν ἀνθρώπων προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσιν ζωὴν καὶ ; πνοὴν καὶ ; κατὰ; πάντα·