ك
إصحاح
G2308
G2309. thélō
G2310
المعنى المختصر للكلمة
thélō: to determine (as an active option from subjective impulse
اللفظ الأصلي θέλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thélō (thel-o)
تكرار الورود في الكتاب 203 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to determine (as an active option from subjective impulse
2 whereas properly denotes rather a passive acquiescence in objective considerations), i.e. choose or prefer (literally or figuratively)
3 by implication, to wish, i.e. be inclined to (sometimes adverbially, gladly)
4 impersonally for the future tense, to be about to
5 by Hebraism, to delight in
الإنجليزية — KJV Translation Tags
desire be disposed (forward) intend list love mean please have rather (be) will (have, -ling, - ling(-ly))

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

θέλω (28×) θέλει (15×) θέλεις (14×) θέλων (12×) θέλετε (12×) ἤθελεν (9×) θέλῃ (7×) ἠθέλησεν (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (203 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
فَنَادَاهُمْ أَيْضًا بِيلاَطُسُ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يُطْلِقَ يَسُوعَ،
οὖν; προσεφώνησεν ; αὐτοῖς Πάλιν ὁ ; Πιλᾶτος θέλων ἀπολῦσαι τὸν ; Ἰησοῦν.
فِي الْغَدِ أَرَادَ يَسُوعُ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْجَلِيلِ، فَوَجَدَ فِيلُبُّسَ فَقَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ; Ἰησοῦς· ἐξελθεῖν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν καὶ ; εὑρίσκει Φίλιππον καὶ ; λέγει αὐτῷ ἀκολούθει ; μοι.
اَلرِّيحُ تَهُبُّ حَيْثُ تَشَاءُ، وَتَسْمَعُ صَوْتَهَا، لكِنَّكَ لاَ تَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ تَأْتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. هكَذَا كُلُّ مَنْ وُلِدَ مِنَ الرُّوحِ.
τὸ ; πνεῦμα πνεῖ, ὅπου θέλει καὶ ; ἀκούεις τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; πνεύματος.¶
هذَا رَآهُ يَسُوعُ مُضْطَجِعًا، وَعَلِمَ أَنَّ لَهُ زَمَانًا كَثِيرًا، فَقَالَ لَهُ: أَتُرِيدُ أَنْ تَبْرَأَ.
τοῦτον ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ ; γνοὺς ὅτι ἔχει, ἤδη ; χρόνον πολὺν λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς ; γενέσθαι;
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ يُقِيمُ الأَمْوَاتَ وَيُحْيِي، كَذلِكَ الابْنُ أَيْضًا يُحْيِي مَنْ يَشَاءُ.
γὰρ ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἐγείρει τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; ζῳοποιεῖ, οὕτως ὁ ; υἱὸς καὶ ζῳοποιεῖ. οὓς θέλει
كَانَ هُوَ السِّرَاجَ الْمُوقَدَ الْمُنِيرَ، وَأَنْتُمْ أَرَدْتُمْ أَنْ تَبْتَهِجُوا بِنُورِهِ سَاعَةً.
ἦν ἐκεῖνος ὁ ; λύχνος ὁ ; καιόμενος καὶ ; φαίνων, ὑμεῖς ; δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι ἐν ; τῷ ; φωτὶ ; αὐτοῦ. πρὸς ; ὥραν
وَلاَ تُرِيدُونَ أَنْ تَأْتُوا إِلَيَّ لِتَكُونَ لَكُمْ حَيَاةٌ.
καὶ ; οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός ; με ἵνα ἔχητε. ζωὴν
وَأَخَذَ يَسُوعُ الأَرْغِفَةَ وَشَكَرَ، وَوَزَّعَ عَلَى التَّلاَمِيذِ، وَالتَّلاَمِيذُ أَعْطَوُا الْمُتَّكِئِينَ. وَكَذلِكَ مِنَ السَّمَكَتَيْنِ بِقَدْرِ مَا شَاءُوا.
ἔλαβεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ἄρτους καὶ ; εὐχαριστήσας διέδωκεν τοῖς μαθηταῖς οἱ ; δὲ ; μαθηταὶ ἀνακειμένοις, ὁμοίως ; καὶ ἐκ τῶν ; ὀψαρίων ὅσον ἤθελον.
فَرَضُوا أَنْ يَقْبَلُوهُ فِي السَّفِينَةِ. وَلِلْوَقْتِ صَارَتِ السَّفِينَةُ إِلَى الأَرْضِ الَّتِي كَانُوا ذَاهِبِينَ إِلَيْهَا.
οὖν ; ἤθελον λαβεῖν ; αὐτὸν εἰς τὸ ; πλοῖον, καὶ ; εὐθέως ἐγένετο τὸ ; πλοῖον ἐπὶ τῆς ; γῆς εἰς ; ἣν ὑπῆγον.¶
فَقَالَ يَسُوعُ لِلاثْنَيْ عَشَرَ: أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا تُرِيدُونَ أَنْ تَمْضُوا.
Εἶπεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; δώδεκα· μὴ ; ὑμεῖς καὶ θέλετε ὑπάγειν;
وَكَانَ يَسُوعُ يَتَرَدَّدُ بَعْدَ هذَا فِي الْجَلِيلِ، لأَنَّهُ لَمْ يُرِدْ أَنْ يَتَرَدَّدَ فِي الْيَهُودِيَّةِ لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιεπάτει μετὰ ταῦτα ἐν Γαλιλαίᾳ· ; τῇ γὰρ οὐ ἤθελεν περιπατεῖν, ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι.
إِنْ شَاءَ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ مَشِيئَتَهُ يَعْرِفُ التَّعْلِيمَ، هَلْ هُوَ مِنَ اللهِ، أَمْ أَتَكَلَّمُ أَنَا مِنْ نَفْسِي.
ἐάν θέλῃ τις ποιεῖν, τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ γνώσεται περὶ ; τῆς ; διδαχῆς πότερον ἐστιν ἐκ τοῦ ; θεοῦ ἢ λαλῶ. ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
أَنْتُمْ مِنْ أَبٍ هُوَ إِبْلِيسُ، وَشَهَوَاتِ أَبِيكُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَعْمَلُوا. ذَاكَ كَانَ قَتَّالاً لِلنَّاسِ مِنَ الْبَدْءِ، وَلَمْ يَثْبُتْ فِي الْحَقِّ لأَنَّهُ لَيْسَ فِيهِ حَقٌّ. مَتَى تَكَلَّمَ بِالْكَذِبِ فَإِنَّمَا يَتَكَلَّمُ مِمَّا لَهُ، لأَنَّهُ كَذَّابٌ وَأَبُو الْكَذَّابِ.
ὑμεῖς ; ἐστὲ ἐκ τοῦ ; πατρὸς τοῦ διαβόλου καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἦν ἀνθρωποκτόνος ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ; οὐκ ἔστηκεν, ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ὅτι οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ. ἀλήθεια ὅταν λαλῇ τὸ ; ψεῦδος, λαλεῖ, ἐκ τῶν ; ἰδίων ὅτι ; ἐστὶν ψεύστης καὶ ; ὁ ; πατὴρ αὐτοῦ.
أَجَابَهُمْ: قَدْ قُلْتُ لَكُمْ وَلَمْ تَسْمَعُوا. لِمَاذَا تُرِيدُونَ أَنْ تَسْمَعُوا أَيْضًا. أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَصِيرُوا لَهُ تَلاَمِيذَ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς· ἤδη, εἶπον ὑμῖν καὶ ; οὐκ ἠκούσατε. τί θέλετε ἀκούειν; πάλιν μὴ ὑμεῖς θέλετε γενέσθαι; αὐτοῦ μαθηταὶ
أَجَابَهُمْ: قَدْ قُلْتُ لَكُمْ وَلَمْ تَسْمَعُوا. لِمَاذَا تُرِيدُونَ أَنْ تَسْمَعُوا أَيْضًا. أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَصِيرُوا لَهُ تَلاَمِيذَ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς· ἤδη, εἶπον ὑμῖν καὶ ; οὐκ ἠκούσατε. τί θέλετε ἀκούειν; πάλιν μὴ ὑμεῖς θέλετε γενέσθαι; αὐτοῦ μαθηταὶ
فَتَقَدَّمَ هؤُلاَءِ إِلَى فِيلُبُّسَ الَّذِي مِنْ بَيْتِ صَيْدَا الْجَلِيلِ، وَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا سَيِّدُ، نُرِيدُ أَنْ نَرَى يَسُوعَ
οὖν ; προσῆλθον οὗτοι Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἠρώτων ; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν ἰδεῖν. τὸν ; Ἰησοῦν
إِنْ ثَبَتُّمْ فِيَّ وَثَبَتَ كَلاَمِي فِيكُمْ تَطْلُبُونَ مَا تُرِيدُونَ فَيَكُونُ لَكُمْ.
ἐὰν μείνητε ἐν ; ἐμοὶ καὶ ; μείνῃ, τὰ ; ῥήματά ; μου ἐν ; ὑμῖν αἰτήσεσθε ὃ θέλητε καὶ ; γενήσεται ὑμῖν.
فَعَلِمَ يَسُوعُ أَنَّهُمْ كَانُوا يُرِيدُونَ أَنْ يَسْأَلُوهُ، فَقَالَ لَهُمْ: أَعَنْ هذَا تَتَسَاءَلُونَ فِيمَا بَيْنَكُمْ، لأَنِّي قُلْتُ: بَعْدَ قَلِيل لاَ تُبْصِرُونَنِي، ثُمَّ بَعْدَ قَلِيل أَيْضًا تَرَوْنَنِي
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ; ἐρωτᾶν, καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· περὶ τούτου ζητεῖτε μετ᾽ ἀλλήλων ὅτι εἶπον· μικρὸν καὶ ; οὐ θεωρεῖτέ ; με, καὶ μικρὸν πάλιν καὶ ; ὄψεσθέ ; με;¶
أَيُّهَا الآبُ أُرِيدُ أَنَّ هؤُلاَءِ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي يَكُونُونَ مَعِي حَيْثُ أَكُونُ أَنَا، لِيَنْظُرُوا مَجْدِي الَّذِي أَعْطَيْتَنِي، لأَنَّكَ أَحْبَبْتَنِي قَبْلَ إِنْشَاءِ الْعَالَمِ.
Πάτερ, θέλω ἵνα οὕς δέδωκάς ; μοι κἀκεῖνοι ; ὦσιν μετ᾽ ; ἐμοῦ, ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἵνα ; θεωρῶσιν τὴν ; δόξαν ; τὴν ; ἐμὴν ἣν ἔδωκάς; μοι, ὅτι ἠγάπησάς ; με πρὸ καταβολῆς κόσμου.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لَمَّا كُنْتَ أَكْثَرَ حَدَاثَةً كُنْتَ تُمَنْطِقُ ذَاتَكَ وَتَمْشِي حَيْثُ تَشَاءُ. وَلكِنْ مَتَى شِخْتَ فَإِنَّكَ تَمُدُّ يَدَيْكَ وَآخَرُ يُمَنْطِقُكَ، وَيَحْمِلُكَ حَيْثُ لاَ تَشَاءُ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ ; περιεπάτεις ὅπου ἤθελες. δὲ ὅταν γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς ; χεῖράς ; σου, καὶ ; ἄλλος σε ; ζώσει καὶ ; οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لَمَّا كُنْتَ أَكْثَرَ حَدَاثَةً كُنْتَ تُمَنْطِقُ ذَاتَكَ وَتَمْشِي حَيْثُ تَشَاءُ. وَلكِنْ مَتَى شِخْتَ فَإِنَّكَ تَمُدُّ يَدَيْكَ وَآخَرُ يُمَنْطِقُكَ، وَيَحْمِلُكَ حَيْثُ لاَ تَشَاءُ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ ; περιεπάτεις ὅπου ἤθελες. δὲ ὅταν γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς ; χεῖράς ; σου, καὶ ; ἄλλος σε ; ζώσει καὶ ; οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أَشَاءُ أَنَّهُ يَبْقَى حَتَّى أَجِيءَ، فَمَاذَا لَكَ. اتْبَعْنِي أَنْتَ..
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐὰν θέλω αὐτὸν μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς ; σέ; μοι ; ἀκολούθει.¶ σύ
فَذَاعَ هذَا الْقَوْلُ بَيْنَ الإِخْوَةِ: إِنَّ ذلِكَ التِّلْمِيذَ لاَ يَمُوتُ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ لَهُ يَسُوعُ إِنَّهُ لاَ يَمُوتُ، بَلْ: إِنْ كُنْتُ أَشَاءُ أَنَّهُ يَبْقَى حَتَّى أَجِيءَ، فَمَاذَا لَكَ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν οὗτος ὁ ; λόγος εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς οὐκ ἀποθνῄσκει· καὶ ; δὲ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει, ἀλλ᾽ ἐὰν θέλω αὐτὸν μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς ; σέ;
فَتَحَيَّرَ الْجَمِيعُ وَارْتَابُوا قَائِلِينَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: مَا عَسَى أَنْ يَكُونَ هذَا..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες καὶ ; διηποροῦντο λέγοντες· ἄλλος πρὸς ; ἄλλον τί ἄν θέλοι εἶναι; τοῦτο
أَتُرِيدُ أَنْ تَقْتُلَنِي كَمَا قَتَلْتَ أَمْسَ الْمِصْرِيَّ.
σὺ ; θέλεις μὴ ἀνελεῖν ὃν ; τρόπον ἀνεῖλες ἐχθὲς τὸν ; Αἰγύπτιον;
الَّذِي لَمْ يَشَأْ آبَاؤُنَا أَنْ يَكُونُوا طَائِعِينَ بَلْ دَفَعُوهُ وَرَجَعُوا بِقُلُوبِهِمْ إِلَى مِصْرَ
ᾧ οὐκ ἠθέλησαν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν, γενέσθαι ὑπήκοοι ἀλλ᾽ ἀπώσαντο καὶ ; ἐστράφησαν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον,
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
فَجَاعَ كَثِيرًا وَاشْتَهَى أَنْ يَأْكُلَ. وَبَيْنَمَا هُمْ يُهَيِّئُونَ وَقَعَتْ عَلَيْهِ غَيْبَةٌ،
ἐγένετο ; δὲ ; πρόσπεινος, καὶ ; ἤθελεν γεύσασθαι. δὲ ἐκείνων παρασκευαζόντων ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἔκστασις,