ك
إصحاح
G2232
G2233. hēgéomai
G2234
المعنى المختصر للكلمة
hēgéomai: to lead, i.e. command (with official authority)
اللفظ الأصلي ἡγέομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hēgéomai (hayg-eh-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to lead, i.e. command (with official authority)
2 figuratively, to deem, i.e. consider
الإنجليزية — KJV Translation Tags
account (be) chief count esteem governor judge have the rule over suppose think

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἥγημαι (2×) ἡγήσατο (2×) ἡγοῦμαι (2×) ἡγούμενοι (2×) ἡγησάμην (2×) ὁ ; ἡγούμενος (1×) ἡγήσασθε, (1×) ἡγοῦνται· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَنْتِ يَا بَيْتَ لَحْمٍ، أَرْضَ يَهُوذَا لَسْتِ الصُّغْرَى بَيْنَ رُؤَسَاءِ يَهُوذَا، لأَنْ مِنْكِ يَخْرُجُ مُدَبِّرٌ يَرْعَى شَعْبِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ; σὺ βηθλέεμ γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη ; εἶ ἐν τοῖς ; ἡγεμόσιν Ἰούδα· γὰρ σοῦ ; ἐκ ἐξελεύσεται ἡγούμενος ὅστις ; ποιμανεῖ τὸν ; λαόν ; μου τὸν ; Ἰσραήλ.¶
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَيْسَ هكَذَا، بَلِ الْكَبِيرُ فِيكُمْ لِيَكُنْ كَالأَصْغَرِ، وَالْمُتَقَدِّمُ كَالْخَادِمِ.
δὲ ὑμεῖς οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ ; μείζων ἐν ; ὑμῖν γενέσθω ὡς ; ὁ ; νεώτερος, καὶ ; ὁ ; ἡγούμενος ὡς ; ὁ ; διακονῶν.
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
فَكَانُوا يَدْعُونَ بَرْنَابَا زَفْسَ وَبُولُسَ هَرْمَسَ إِذْ كَانَ هُوَ الْمُتَقَدِّمَ فِي الْكَلاَمِ.
ἐκάλουν ; τε τὸν ; μὲν ; Βαρναβᾶν Δία, τὸν ; δὲ ; Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ ἦν αὐτὸς ὁ ; ἡγούμενος τοῦ ; λόγου.
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
إِنِّي أَحْسِبُ نَفْسِي سَعِيدًا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، إِذْ أَنَا مُزْمِعٌ أَنْ أَحْتَجَّ الْيَوْمَ لَدَيْكَ عَنْ كُلِّ مَا يُحَاكِمُنِي بِهِ الْيَهُودُ.
ἥγημαι ἐμαυτὸν μακάριον βασιλεῦ Ἀγρίππα, μέλλων ἀπολογεῖσθαι· σήμερον ἐπὶ ; σοῦ περὶ πάντων ὧν ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ Ἰουδαίων,
فَرَأَيْتُ لاَزِمًا أَنْ أَطْلُبَ إِلَى الإِخْوَةِ أَنْ يَسْبِقُوا إِلَيْكُمْ، وَيُهَيِّئُوا قَبْلاً بَرَكَتَكُمُ الَّتِي سَبَقَ التَّخْبِيرُ بِهَا، لِتَكُونَ هِيَ مُعَدَّةً هكَذَا بَرَكَةٌ، لاَ كَأَنَّهَا بُخْلٌ.
ἡγησάμην ἀναγκαῖον οὖν παρακαλέσαι τοὺς ; ἀδελφούς, ἵνα προέλθωσιν εἰς ; ὑμᾶς καὶ ; προκαταρτίσωσιν εὐλογίαν ; ὑμῶν τὴν ; προκατηγγελμένην ταύτην ; εἶναι, ἑτοίμην οὕτως εὐλογίαν καὶ ; μὴ ὡς πλεονεξίαν.
لاَ شَيْئًا بِتَحَزُّبٍ أَوْ بِعُجْبٍ، بَلْ بِتَوَاضُعٍ، حَاسِبِينَ بَعْضُكُمُ الْبَعْضَ أَفْضَلَ مِنْ أَنْفُسِهِمْ.
μηδὲν κατ᾽ ; ἐριθείαν ἢ κατὰ ; κενοδοξίαν ἀλλὰ τῇ ; ταπεινοφροσύνῃ ἡγούμενοι ἀλλήλους ὑπερέχοντας ἑαυτῶν·
الَّذِي إِذْ كَانَ فِي صُورَةِ اللهِ، لَمْ يَحْسِبْ خُلْسَةً أَنْ يَكُونَ مُعَادِلاً ِللهِ.
ὃς ὑπάρχων ἐν μορφῇ θεοῦ οὐχ ἡγήσατο ἁρπαγμὸν εἶναι ἴσα θεῷ,
وَلكِنِّي حَسِبْتُ مِنَ الّلاَزِمِ أَنْ أُرْسِلَ إِلَيْكُمْ أَبَفْرُودِتُسَ أَخِي، وَالْعَامِلَ مَعِي، وَالْمُتَجَنِّدَ مَعِي، وَرَسُولَكُمْ، وَالْخَادِمَ لِحَاجَتِي.
δὲ ἡγησάμην Ἀναγκαῖον πέμψαι πρὸς ; ὑμᾶς· Ἐπαφρόδιτον τὸν ; ἀδελφὸν καὶ ; συνεργὸν καὶ ; συστρατιώτην ; μου, ὑμῶν ; δὲ ; ἀπόστολον καὶ ; λειτουργὸν τῆς ; χρείας ; μου,
لكِنْ مَا كَانَ لِي رِبْحًا، فَهذَا قَدْ حَسِبْتُهُ مِنْ أَجْلِ الْمَسِيحِ خَسَارَةً.
ἀλλ᾽ ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν ; Χριστὸν ζημίαν·
بَلْ إِنِّي أَحْسِبُ كُلَّ شَيْءٍ أَيْضًا خَسَارَةً مِنْ أَجْلِ فَضْلِ مَعْرِفَةِ الْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّي، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ خَسِرْتُ كُلَّ الأَشْيَاءِ، وَأَنَا أَحْسِبُهَا نُفَايَةً لِكَيْ أَرْبَحَ الْمَسِيحَ،
ἀλλὰ ; μενοῦνγε ἡγοῦμαι πάντα καὶ ζημίαν ; εἶναι διὰ ; τὸ ὑπερέχον τῆς ; γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ ; κυρίου ; μου δι᾽ ὃν ἐζημιώθην τὰ ; πάντα καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα ; εἶναι, ἵνα κερδήσω, Χριστὸν
بَلْ إِنِّي أَحْسِبُ كُلَّ شَيْءٍ أَيْضًا خَسَارَةً مِنْ أَجْلِ فَضْلِ مَعْرِفَةِ الْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّي، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ خَسِرْتُ كُلَّ الأَشْيَاءِ، وَأَنَا أَحْسِبُهَا نُفَايَةً لِكَيْ أَرْبَحَ الْمَسِيحَ،
ἀλλὰ ; μενοῦνγε ἡγοῦμαι πάντα καὶ ζημίαν ; εἶναι διὰ ; τὸ ὑπερέχον τῆς ; γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ ; κυρίου ; μου δι᾽ ὃν ἐζημιώθην τὰ ; πάντα καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα ; εἶναι, ἵνα κερδήσω, Χριστὸν
وَلكِنْ لاَ تَحْسِبُوهُ كَعَدُوٍّ، بَلْ أَنْذِرُوهُ كَأَخٍ.
καὶ μὴ ἡγεῖσθε, ὡς ; ἐχθρὸν ἀλλὰ νουθετεῖτε ὡς ; ἀδελφόν.¶
وَأَنَا أَشْكُرُ الْمَسِيحَ يَسُوعَ رَبَّنَا الَّذِي قَوَّانِي، أَنَّهُ حَسِبَنِي أَمِينًا، إِذْ جَعَلَنِي لِلْخِدْمَةِ،
Καὶ ; χάριν ; ἔχω Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν τῷ ἐνδυναμώσαντί ; με ὅτι με ; ἡγήσατο πιστόν θέμενος εἰς ; διακονίαν,
جَمِيعُ الَّذِينَ هُمْ عَبِيدٌ تَحْتَ نِيرٍ فَلْيَحْسِبُوا سَادَتَهُمْ مُسْتَحِقِّينَ كُلَّ إِكْرَامٍ، لِئَلاَّ يُفْتَرَى عَلَى اسْمِ اللهِ وَتَعْلِيمِهِ.
Ὅσοι εἰσὶν δοῦλοι, ὑπὸ ζυγὸν ἡγείσθωσαν, τοὺς ; ἰδίους ; δεσπότας ἀξίους πάσης τιμῆς ἵνα ; μὴ βλασφημῆται. τὸ ; ὄνομα τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἡ ; διδασκαλία
فَكَمْ عِقَابًا أَشَرَّ تَظُنُّونَ أَنَّهُ يُحْسَبُ مُسْتَحِقًّا مَنْ دَاسَ ابْنَ اللهِ، وَحَسِبَ دَمَ الْعَهْدِ الَّذِي قُدِّسَ بِهِ دَنِسًا، وَازْدَرَى بِرُوحِ النِّعْمَةِ.
πόσῳ, τιμωρίας χείρονος δοκεῖτε, ἀξιωθήσεται ὁ καταπατήσας τὸν ; υἱὸν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἡγησάμενος τὸ ; αἷμα τῆς ; διαθήκης ᾧ ἡγιάσθη ἐν κοινὸν καὶ ; ἐνυβρίσας; τὸ ; πνεῦμα τῆς ; χάριτος
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
حَاسِبًا عَارَ الْمَسِيحِ غِنًى أَعْظَمَ مِنْ خَزَائِنِ مِصْرَ، لأَنَّهُ كَانَ يَنْظُرُ إِلَى الْمُجَازَاةِ.
ἡγησάμενος τὸν ; ὀνειδισμὸν τοῦ ; Χριστοῦ· πλοῦτον μείζονα τῶν θησαυρῶν ἐν ; Αἰγύπτῳ γὰρ ἀπέβλεπεν εἰς μισθαποδοσίαν.¶
اِحْسِبُوهُ كُلَّ فَرَحٍ يَا إِخْوَتِي حِينَمَا تَقَعُونَ فِي تَجَارِبَ مُتَنَوِّعَةٍ،
ἡγήσασθε, Πᾶσαν χαρὰν ἀδελφοί ; μου, ὅταν περιπέσητε πειρασμοῖς ποικίλοις,
وَلكِنِّي أَحْسِبُهُ حَقًّا مَا دُمْتُ فِي هذَا الْمَسْكَنِ أَنْ أُنْهِضَكُمْ بِالتَّذْكِرَةِ،
ἡγοῦμαι, δίκαιον ἐφ᾽ ὅσον ; εἰμὶ ἐν τούτῳ τῷ ; σκηνώματι, διεγείρειν ; ὑμᾶς ἐν ; ὑπομνήσει·
آخِذِينَ أُجْرَةَ الإِثْمِ. الَّذِينَ يَحْسِبُونَ تَنَعُّمَ يَوْمٍ لَذَّةً. أَدْنَاسٌ وَعُيُوبٌ، يَتَنَعَّمُونَ فِي غُرُورِهِمْ صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعَكُمْ.
κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας. ἡγούμενοι τρυφήν, ἡμέρᾳ ἡδονὴν σπίλοι καὶ ; μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ; ἀπάταις ; αὐτῶν συνευωχούμενοι ; ὑμῖν,
لاَ يَتَبَاطَأُ الرَّبُّ عَنْ وَعْدِهِ كَمَا يَحْسِبُ قَوْمٌ التَّبَاطُؤَ، لكِنَّهُ يَتَأَنَّى عَلَيْنَا، وَهُوَ لاَ يَشَاءُ أَنْ يَهْلِكَ أُنَاسٌ، بَلْ أَنْ يُقْبِلَ الْجَمِيعُ إِلَى التَّوْبَةِ.
οὐ βραδύνει ὁ ; κύριος τῆς ; ἐπαγγελίας, ὥς ἡγοῦνται· τινες βραδύτητα ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ; ἡμᾶς μὴ βουλόμενός ἀπολέσθαι τινας ἀλλὰ χωρῆσαι. πάντας εἰς μετάνοιαν
وَاحْسِبُوا أَنَاةَ رَبِّنَا خَلاَصًا، كَمَا كَتَبَ إِلَيْكُمْ أَخُونَا الْحَبِيبُ بُولُسُ أَيْضًا بِحَسَبِ الْحِكْمَةِ الْمُعْطَاةِ لَهُ،
καὶ ; ἡγεῖσθε, τὴν ; μακροθυμίαν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν σωτηρίαν καθὼς ἔγραψεν ὑμῖν, ἡμῶν ; ἀδελφὸς ὁ ; ἀγαπητὸς Παῦλος καὶ κατὰ τὴν ; σοφίαν δοθεῖσαν αὐτῷ