ك
إصحاح
G1910
G1911. epibállō
G1912
المعنى المختصر للكلمة
epibállō: to throw upon (literal or figurative, transitive or reflexive
اللفظ الأصلي ἐπιβάλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epibállō (ep-ee-bal-lo)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to throw upon (literal or figurative, transitive or reflexive
2 usually with more or less force)
3 specially (with implied) to reflect
4 impersonally, to belong to
الإنجليزية — KJV Translation Tags
beat into cast (up-)on fall lay (on) put (unto) stretch forth think on

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἐπέβαλον (4×) ἐπιβάλλει (2×) ἐπιβαλὼν (2×) ἐπέβαλον (1×) ἐπέβαλλεν (1×) ἐπέβαλεν (1×) ἐπιβάλω (1×) ἐπιβάλλον (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، لأَنَّ الْمِلْءَ يَأْخُذُ مِنَ الثَّوْبِ، فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
οὐδεὶς ; δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· γὰρ τὸ ; πλήρωμα ; αὐτοῦ αἴρει ἀπὸ τοῦ ; ἱματίου, καὶ ; γίνεται. σχίσμα χεῖρον
متى 26: 50 Mat.26.50
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: يَا صَاحِبُ، لِمَاذَا جِئْتَ. حِينَئِذٍ تَقَدَّمُوا وَأَلْقَوْا الأَيَادِيَ عَلَى يَسُوعَ وَأَمْسَكُوهُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· Ὁ ; Ἰησοῦς ἑταῖρε, ἐφ᾽ ; ᾧ πάρει. τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ἐπὶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκράτησαν ; αὐτόν.
فَحَدَثَ نَوْءُ رِيحٍ عَظِيمٌ، فَكَانَتِ الأَمْوَاجُ تَضْرِبُ إِلَى السَّفِينَةِ حَتَّى صَارَتْ تَمْتَلِئُ.
καὶ ; γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου, μεγάλη τὰ ; δὲ ; κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ; πλοῖον ὥστε ἤδη γεμίζεσθαι ; αὐτὸ
فَأَتَيَا بِالْجَحْشِ إِلَى يَسُوعَ، وَأَلْقَيَا عَلَيْهِ ثِيَابَهُمَا فَجَلَسَ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἤγαγον τὸν ; πῶλον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐπέβαλον αὐτῷ τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν, καὶ ; ἐκάθισεν ἐπ᾽ ; αὐτῷ
فَأَلْقَوْا أَيْدِيَهُمْ عَلَيْهِ وَأَمْسَكُوهُ.
οἱ ; δὲ ; ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐπ᾽ αὐτὸν καὶ ; ἐκράτησαν ; αὐτόν.
وَصَاحَ الدِّيكُ ثَانِيَةً، فَتَذَكَّرَ بُطْرُسُ الْقَوْلَ الَّذِي قَالَهُ لَهُ يَسُوعُ: إِنَّكَ قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ الدِّيكُ مَرَّتَيْنِ، تُنْكِرُنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ. فَلَمَّا تَفَكَّرَ بِهِ بَكَى.
καὶ ; ἐφώνησεν, ἀλέκτωρ ἐκ ; δευτέρου καὶ ; ἀνεμνήσθη ὁ ; Πέτρος τοῦ; ῥήματος οὖ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; πρὶν φωνῆσαι ἀλέκτορα δίς, ἀπαρνήσῃ. ; με τρίς καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιεν.¶
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ يَدَهُ عَلَى الْمِحْرَاثِ وَيَنْظُرُ إِلَى الْوَرَاءِ يَصْلُحُ لِمَلَكُوتِ اللهِ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἐπ᾽ ἄροτρον καὶ ; βλέπων εἰς τὰ ; ὀπίσω εὔθετός ; ἐστιν εἰς ; τὴν; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ أَصْغَرُهُمَا لأَبِيهِ: يَا أَبِي أَعْطِنِي الْقِسْمَ يُصِيبُنِي مِنَ الْمَالِ. فَقَسَمَ لَهُمَا مَعِيشَتَهُ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; νεώτερος ; αὐτῶν τῷ ; πατρί· πάτερ, δός ; μοι μέρος ἐπιβάλλον τῆς οὐσίας. Καὶ; διεῖλεν αὐτοῖς τὸν ; βίον.
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
وَقَبْلَ هذَا كُلِّهِ يُلْقُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَيْكُمْ وَيَطْرُدُونَكُمْ، وَيُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى مَجَامِعٍ وَسُجُونٍ، وَتُسَاقُونَ أَمَامَ مُلُوكٍ وَوُلاَةٍ لأَجْلِ اسْمِي.
Πρὸ ; δὲ τούτων ἅπαντων ἐπιβαλοῦσιν τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; διώξουσιν παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ ; φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ; ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου.
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلَمْ يُلْقِ أَحَدٌ يَدًا عَلَيْهِ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ἐζήτουν ; οὖν αὐτὸν ; πιάσαι, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν τὴν ; χεῖρα, ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
فَأَلْقَوْا عَلَيْهِمَا الأَيَادِيَ وَوَضَعُوهُمَا فِي حَبْسٍ إِلَى الْغَدِ، لأَنَّهُ كَانَ قَدْ صَارَ الْمَسَاءُ.
καὶ ; ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας καὶ ; ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν ; αὔριον· γὰρ ἦν ἤδη. ἑσπέρα
فَأَلْقَوْا أَيْدِيَهُمْ عَلَى الرُّسُلِ وَوَضَعُوهُمْ فِي حَبْسِ الْعَامَّةِ.
καὶ ; ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; ἔθεντο ; αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ.¶
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ مَدَّ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ يَدَيْهِ لِيُسِيئَ إِلَى أُنَاسٍ مِنَ الْكَنِيسَةِ،
Κατ᾽ ; δὲ ἐκεῖνον τὸν ; καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ ; βασιλεὺς τὰς ; χεῖρας κακῶσαί τινας ; τῶν ἀπὸ τῆς ; ἐκκλησίας.
وَلَمَّا قَارَبَتِ الأَيَّامُ السَّبْعَةُ أَنْ تَتِمَّ، رَآهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ أَسِيَّا فِي الْهَيْكَلِ، فَأَهَاجُوا كُلَّ الْجَمْعِ وَأَلْقَوْا عَلَيْهِ الأَيَادِيَ
ὡς ; δὲ ἔμελλον αἱ ; ἡμέραι ἑπτὰ συντελεῖσθαι, οἱ ; θεασάμενοι ; αὐτὸν Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας ἐν τῷ ; ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ; ὄχλον καὶ ; ἐπέβαλον ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας
هذَا أَقُولُهُ لِخَيْرِكُمْ، لَيْسَ لِكَيْ أُلْقِيَ عَلَيْكُمْ وَهَقًا، بَلْ لأَجْلِ اللِّيَاقَةِ وَالْمُثَابَرَةِ لِلرَّبِّ مِنْ دُونِ ارْتِبَاكٍ.
τοῦτο ; δὲ λέγω, πρὸς ; τὸ ; ὑμῶν ; αὐτῶν ; συμφέρον οὐχ ἵνα ἐπιβάλω ὑμῖν βρόχον ἀλλὰ πρὸς τὸ ; εὔσχημον καὶ ; εὐπάρεδρον τῷ ; κυρίῳ ἀπερισπάστως.¶