ك
إصحاح
G153
G154. aitéō
G155
المعنى المختصر للكلمة
aitéō: to ask (in genitive case)
اللفظ الأصلي αἰτέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق aitéō (ahee-teh-o)
تكرار الورود في الكتاب 62 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to ask (in genitive case)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
ask beg call for crave desire require

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ᾐτήσατο (4×) αἰτήσῃ (4×) αἰτήσητε (4×) αἰτούμενοι (3×) ᾐτήσαντο (2×) ᾐτοῦντο (2×) καὶ ; ᾐτήσατο (2×) αἰτήσει (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (62 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اِسْأَلُوا تُعْطَوْا. اُطْلُبُوا تَجِدُوا. اِقْرَعُوا يُفْتَحْ لَكُمْ.
Αἰτεῖτε, καὶ ; δοθήσεται ; ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ ; εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ; ἀνοιγήσεται ὑμῖν.
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَسْأَلُ يَأْخُذُ، وَمَنْ يَطْلُبُ يَجِدُ، وَمَنْ يَقْرَعُ يُفْتَحُ لَهُ.
γὰρ πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει, καὶ ; ὁ ζητῶν εὑρίσκει, καὶ ; τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.¶
أَمْ أَيُّ إِنْسَانٍ مِنْكُمْ إِذَا سَأَلَهُ ابْنُهُ خُبْزًا، يُعْطِيهِ حَجَرًا.
Ἢ τίς ἄνθρωπος ἐστιν ; ἐξ ; ὑμῶν ὃν ; ἐὰν αἰτήσῃ ὁ ; υἱὸς ; αὐτοῦ ἄρτον, ἐπιδώσει ; αὐτῷ; λίθον
وَإِنْ سَأَلَهُ سَمَكَةً، يُعْطِيهِ حَيَّةً.
ἢ ; καὶ ; ἐὰν αἰτήσῃ ἰχθὺν ἐπιδώσει ; αὐτῷ; ὄφιν
مِنْ ثَمَّ وَعَدَ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مَهْمَا طَلَبَتْ يُعْطِيهَا.
ὅθεν ὡμολόγησεν μεθ᾽ ; ὅρκου ὃ ἐὰν ; αἰτήσηται. αὐτῇ ; δοῦναι
متى 18: 19 Mat.18.19
وَأَقُولُ لَكُمْ أَيْضًا: إِنِ اتَّفَقَ اثْنَانِ مِنْكُمْ عَلَى الأَرْضِ فِي أَيِّ شَيْءٍ يَطْلُبَانِهِ فَإِنَّهُ يَكُونُ لَهُمَا مِنْ قِبَلِ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ،
λέγω ὑμῖν Πάλιν ὅτι ; ἐὰν συμφωνήσωσιν δύο ἐξ ; ὑμῶν ἐπὶ τῆς ; γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ; ἐὰν ; αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
متى 20: 20 Mat.20.20
حِينَئِذٍ تَقَدَّمَتْ إِلَيْهِ أُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي مَعَ ابْنَيْهَا، وَسَجَدَتْ وَطَلَبَتْ مِنْهُ شَيْئًا.
Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν ; υἱῶν ; αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ ; αἰτοῦσά παρ᾽; αὐτοῦ.¶ τι
متى 20: 22 Mat.20.22
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي سَوْفَ أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا. قَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ μέλλω πίνειν ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.¶
متى 21: 22 Mat.21.22
وَكُلُّ مَا تَطْلُبُونَهُ فِي الصَّلاَةِ مُؤْمِنِينَ تَنَالُونَهُ.
καὶ ; πάντα ὅσα ; ἂν αἰτήσητε ἐν τῇ ; προσευχῇ πιστεύοντες, λήμψεσθε.¶
متى 27: 20 Mat.27.20
وَلكِنَّ رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخَ حَرَّضُوا الْجُمُوعَ عَلَى أَنْ يَطْلُبُوا بَارَابَاسَ وَيُهْلِكُوا يَسُوعَ.
δὲ Οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ; ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν ; Βαραββᾶν, ἀπολέσωσιν.¶ ; δὲ Ἰησοῦν ; τὸν
متى 27: 58 Mat.27.58
فَهذَا تَقَدَّمَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ. فَأَمَرَ بِيلاَطُسُ حِينَئِذٍ أَنْ يُعْطَى الْجَسَدُ.
οὗτος προσελθὼν τῷ ; Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἐκέλευσεν ὁ ; Πιλᾶτος τότε ἀποδοθῆναι τὸ ; σῶμα.¶
دَخَلَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا وَرَقَصَتْ، فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ وَالْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ. فَقَالَ الْمَلِكُ لِلصَّبِيَّةِ: مَهْمَا أَرَدْتِ اطْلُبِي مِنِّي فَأُعْطِيَكِ.
καὶ ; εἰσελθούσης τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς τῆς ; Ἡρῳδιάδος καὶ ; ὀρχησαμένης καὶ ; ἀρεσάσης τῷ ; Ἡρῴδῃ καὶ ; τοῖς ; συνανακειμένοις εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τῷ ; κορασίῳ· ὃ θέλῃς, αἴτησόν με καὶ ; δώσω ; σοι.
وَأَقْسَمَ لَهَا أَنْ مَهْمَا طَلَبْتِ مِنِّي لأُعْطِيَنَّكِ حَتَّى نِصْفَ مَمْلَكَتِي.
καὶ ; ὤμοσεν αὐτῇ ὅ ; ὅτι; ἐάν αἰτήσῃς με δώσω ; σοι ἕως ἡμίσους τῆς ; βασιλείας ; μου.¶
فَخَرَجَتْ وَقَالَتْ لأُمِّهَا: مَاذَا أَطْلُبُ. فَقَالَتْ: رَأْسَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ.
δὲ ; ἐξελθοῦσα ; Ἡ εἶπεν τῇ ; μητρὶ ; αὐτῆς· τί αἰτήσομαι ἡ ; δὲ ; εἶπεν· τὴν ; κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ
فَدَخَلَتْ لِلْوَقْتِ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْمَلِكِ وَطَلَبَتْ قَائِلَةً: أُرِيدُ أَنْ تُعْطِيَنِي حَالاً رَأْسَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ عَلَى طَبَق.
εἰσελθοῦσα ; καὶ εὐθὺς μετὰ ; σπουδῆς πρὸς τὸν ; βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· θέλω ἵνα δῷς ; μοι ἐξαυτῆς τὴν ; κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ. ἐπὶ πίνακι
وَتَقَدَّمَ إِلَيْهِ يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبْدِي قَائِلَيْنِ: يَا مُعَلِّمُ، نُرِيدُ أَنْ تَفْعَلَ لَنَا كُلَّ مَا طَلَبْنَا.
Καὶ ; προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης, οἱ ; δύο ; υἱοὶ Ζεβεδαίου, λέγοντες διδάσκαλε, θέλομεν ποιήσῃς ἡμῖν.¶ ὃ ; ἐὰν αἰτήσωμέν
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ πίνω ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ
لِذلِكَ أَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَا تَطْلُبُونَهُ حِينَمَا تُصَلُّونَ، فَآمِنُوا أَنْ تَنَالُوهُ، فَيَكُونَ لَكُمْ.
διὰ ; τοῦτο λέγω ὑμῖν· πάντα ὅσα αἰτεῖσθε, ἄν προσευχόμενοι πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε καὶ ; ἔσται ὑμῖν.
وَكَانَ يُطْلِقُ لَهُمْ فِي كُلِّ عِيدٍ أَسِيرًا وَاحِدًا، مَنْ طَلَبُوهُ.
δὲ ἀπέλυεν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν δέσμιον ἕνα ὅνπερ ᾐτοῦντο
فَصَرَخَ الْجَمْعُ وَابْتَدَأُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَفْعَلَ كَمَا كَانَ دَائِمًا يَفْعَلُ لَهُمْ.
ἀναβοήσας; καὶ ὁ ; ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.¶
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَطَلَبَ لَوْحًا وَكَتَبَ قِائِلاً: اسْمُهُ يُوحَنَّا. فَتَعَجَّبَ الْجَمِيعُ.
καὶ ; αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψεν λέγων· τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ. Ἰωάννης ; ἐστὶν καὶ ; ἐθαύμασαν πάντες.¶
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اسْأَلُوا تُعْطَوْا، اُطْلُبُوا تَجِدُوا، اِقْرَعُوا يُفْتَحْ لَكُمْ.
κἀγὼ λέγω· ὑμῖν αἰτεῖτε, καὶ ; δοθήσεται ; ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ ; εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ; ἀνοιγήσεται ὑμῖν.
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَسْأَلُ يَأْخُذُ، وَمَنْ يَطْلُبُ يَجِدُ، وَمَنْ يَقْرَعُ يُفْتَحُ لَهُ.
γὰρ πᾶς ὁ ; αἰτῶν λαμβάνει, καὶ ; ὁ ζητῶν εὑρίσκει, καὶ ; τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.¶
فَمَنْ مِنْكُمْ، وَهُوَ أَبٌ، يَسْأَلُهُ ابْنُهُ خُبْزًا، أَفَيُعْطِيهِ حَجَرًا. أَوْ سَمَكَةً، أَفَيُعْطِيهِ حَيَّةً بَدَلَ السَّمَكَةِ.
Τίνα ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ ; υἱὸς ἄρτον μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ λίθον εἰ ἰχθύν, καὶ ; μὴ ; αὐτῷ ; ἐπιδώσει; ὄφιν ἀντὶ ἰχθύος
أَوْ إِذَا سَأَلَهُ بَيْضَةً، أَفَيُعْطِيهِ عَقْرَبًا.
ἢ ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν, μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ σκορπίον;
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
فَأَطْلَقَ لَهُمُ الَّذِي طُرِحَ فِي السِّجْنِ لأَجْلِ فِتْنَةٍ وَقَتْل، الَّذِي طَلَبُوهُ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ لِمَشِيئَتِهِمْ.
ἀπέλυσεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν βεβλημένον εἰς τὴν ; φυλακὴν διὰ στάσιν καὶ ; φόνον ὃν ᾐτοῦντο· δὲ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν τῷ ; θελήματι ; αὐτῶν.¶
هذَا تَقَدَّمَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ،
οὗτος προσελθὼν τῷ ; Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَقَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ السَّامِرِيَّةُ: كَيْفَ تَطْلُبُ مِنِّي لِتَشْرَبَ، وَأَنْتَ يَهُودِيٌّ وَأَنَا امْرَأَةٌ سَامِرِيَّةٌ. لأَنَّ الْيَهُودَ لاَ يُعَامِلُونَ السَّامِرِيِّينَ.
λέγει ; οὖν αὐτῷ ἡ ; γυνὴ ἡ ; Σαμαρῖτις· πῶς αἰτεῖς παρ᾽ ; ἐμοῦ πεῖν σὺ Ἰουδαῖος ; ὢν οὔσης; γυναικὸς Σαμαρίτιδος γὰρ Ἰουδαῖοι οὐ συγχρῶνται Σαμαρίταις.¶