ك
إصحاح
G1472
G1473. egṓ
G1474
المعنى المختصر للكلمة
egṓ: a primary pronoun of the first person I (only expressed when emphatic)
اللفظ الأصلي ἐγώ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق egṓ (eg-o)
تكرار الورود في الكتاب 624 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a primary pronoun of the first person I (only expressed when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐγὼ (194×) ἐγώ (34×) ἐν ; ἐμοὶ (27×) ἐμοὶ (24×) μετ᾽ ; ἐμοῦ (20×) ὅτι ; ἐγὼ (17×) ἐμὲ (13×) ἐμαυτοῦ (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (624 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
إِنْ كُنْتُ أَشْهَدُ لِنَفْسِي فَشَهَادَتِي لَيْسَتْ حَقًّا.
Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ; ἐμαυτοῦ, ἡ ; μαρτυρία ; μου οὐκ ; ἔστιν ἀληθής·
إِنْ كُنْتُ أَشْهَدُ لِنَفْسِي فَشَهَادَتِي لَيْسَتْ حَقًّا.
Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ; ἐμαυτοῦ, ἡ ; μαρτυρία ; μου οὐκ ; ἔστιν ἀληθής·
الَّذِي يَشْهَدُ لِي هُوَ آخَرُ، وَأَنَا أَعْلَمُ أَنَّ شَهَادَتَهُ الَّتِي يَشْهَدُهَا لِي هِيَ حَقٌّ.
ὁ μαρτυρῶν περὶ ; ἐμοῦ, ἐστὶν ἄλλος καὶ ; οἶδα ὅτι ἡ ; μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ.¶ ἐστιν ἀληθής
الَّذِي يَشْهَدُ لِي هُوَ آخَرُ، وَأَنَا أَعْلَمُ أَنَّ شَهَادَتَهُ الَّتِي يَشْهَدُهَا لِي هِيَ حَقٌّ.
ὁ μαρτυρῶν περὶ ; ἐμοῦ, ἐστὶν ἄλλος καὶ ; οἶδα ὅτι ἡ ; μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ.¶ ἐστιν ἀληθής
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَالآبُ نَفْسُهُ الَّذِي أَرْسَلَنِي يَشْهَدُ لِي. لَمْ تَسْمَعُوا صَوْتَهُ قَطُّ، وَلاَ أَبْصَرْتُمْ هَيْئَتَهُ،
καὶ ; πατὴρ αὐτὸς ὁ πέμψας ; με μεμαρτύρηκεν περὶ ; ἐμοῦ· οὔτε ἀκηκόατε, φωνὴν ; αὐτοῦ πώποτε οὔτε ἑωράκατε, εἶδος ; αὐτοῦ
فَتِّشُوا الْكُتُبَ لأَنَّكُمْ تَظُنُّونَ أَنَّ لَكُمْ فِيهَا حَيَاةً أَبَدِيَّةً. وَهِيَ الَّتِي تَشْهَدُ لِي.
ἐραυνᾶτε τὰς ; γραφάς, ὅτι ; ὑμεῖς δοκεῖτε ἔχειν· ἐν ; αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον καὶ ; ἐκεῖναί εἰσιν αἱ ; μαρτυροῦσαι περὶ ; ἐμοῦ,
أَنَا قَدْ أَتَيْتُ بِاسْمِ أَبِي وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَنِي. إِنْ أَتَى آخَرُ بِاسْمِ نَفْسِهِ فَذلِكَ تَقْبَلُونَهُ.
Ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρός καὶ ; οὐ λαμβάνετέ ; με· ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τῷ ; ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήμψεσθε.¶
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي أَشْكُوكُمْ إِلَى الآبِ. يُوجَدُ الَّذِي يَشْكُوكُمْ مُوسَى، الَّذِي عَلَيْهِ رَجَاؤُكُمْ.
Μὴ δοκεῖτε ὅτι ; ἐγὼ κατηγορήσω ; ὑμῶν πρὸς τὸν ; πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ; ὑμῶν Μωϋσῆς εἰς ; ὃν ὑμεῖς ; ἠλπίκατε.
لأَنَّكُمْ لَوْ كُنْتُمْ تُصَدِّقُونَ مُوسَى لَكُنْتُمْ تُصَدِّقُونَنِي، لأَنَّهُ هُوَ كَتَبَ عَنِّي.
γὰρ εἰ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἂν ἐπιστεύετε ; ἐμοί· γὰρ ἐκεῖνος ἔγραψεν. περὶ ; ἐμοῦ
لأَنَّكُمْ لَوْ كُنْتُمْ تُصَدِّقُونَ مُوسَى لَكُنْتُمْ تُصَدِّقُونَنِي، لأَنَّهُ هُوَ كَتَبَ عَنِّي.
γὰρ εἰ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἂν ἐπιστεύετε ; ἐμοί· γὰρ ἐκεῖνος ἔγραψεν. περὶ ; ἐμοῦ
فَقَالَ لَهُمْ: أَنَا هُوَ، لاَ تَخَافُوا..
ὁ ; δὲ ; λέγει αὐτοῖς· ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
كُلُّ مَا يُعْطِينِي الآبُ فَإِلَيَّ يُقْبِلُ، وَمَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ لاَ أُخْرِجْهُ خَارِجًا.
πᾶν ὃ δίδωσίν ; μοι ὁ ; πατὴρ πρὸς ; ἐμὲ ἥξει, καὶ ; τὸν ἐρχόμενον πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ ἐκβάλω ἔξω,
كُلُّ مَا يُعْطِينِي الآبُ فَإِلَيَّ يُقْبِلُ، وَمَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ لاَ أُخْرِجْهُ خَارِجًا.
πᾶν ὃ δίδωσίν ; μοι ὁ ; πατὴρ πρὸς ; ἐμὲ ἥξει, καὶ ; τὸν ἐρχόμενον πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ ἐκβάλω ἔξω,
لأَنَّ هذِهِ هِيَ مَشِيئَةُ الَّذِي أَرْسَلَنِي: أَنَّ كُلَّ مَنْ يَرَى الابْنَ وَيُؤْمِنُ بِهِ تَكُونُ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
δέ τοῦτο ἐστιν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πέμψαντός; με ἵνα πᾶς ὁ ; θεωρῶν τὸν ; υἱὸν καὶ ; πιστεύων εἰς ; αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; ἐγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ.¶ ἐσχάτῃ
فَكَانَ الْيَهُودُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَيْهِ لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι Ἐγόγγυζον περὶ ; αὐτοῦ ὅτι εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβὰς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ·
إِنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي الأَنْبِيَاءِ: وَيَكُونُ الْجَمِيعُ مُتَعَلِّمِينَ مِنَ اللهِ. فَكُلُّ مَنْ سَمِعَ مِنَ الآبِ وَتَعَلَّمَ يُقْبِلُ إِلَيَّ.
ἔστιν γεγραμμένον ἐν τοῖς ; προφήταις· καὶ ; ἔσονται πάντες διδακτοὶ τοῦ ; θεοῦ. πᾶς ; οὖν ὁ ἀκούσας παρὰ τοῦ ; πατρὸς καὶ ; μαθὼν ἔρχεται πρὸς ; ἐμέ·
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ يُؤْمِنُ بِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.
أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ.
ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς.
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου