ك
إصحاح
◄ G1452
G1453. egeírō
G1454 ►
المعنى المختصر للكلمة
egeírō: to waken (transitively or intransitively), i.e. rouse (literally, from sleep, from sitting or lying, from disease, from death
اللفظ الأصلي ἐγείρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق egeírō (eg-i-ro)
تكرار الورود في الكتاب 121 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to waken (transitively or intransitively), i.e. rouse (literally, from sleep, from sitting or lying, from disease, from death

الإنجليزية — KJV Translation Tags
awake lift (up) raise (again, up) rear up (a-)rise (again, up) stand take up

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἤγειρεν (12×) ἠγέρθη (8×) Ἔγειραι (8×) ἐγερθεὶς (7×) ἐγείρεται (6×) ἔγειραι (5×) ἐγείρονται, (5×) ἐγερθήσεται (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (121 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: تَقُومُ أُمَّةٌ عَلَى أُمَّةٍ وَمَمْلَكَةٌ عَلَى مَمْلَكَةٍ،
τότε ἔλεγεν αὐτοῖς· ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπ᾽ ἔθνος καὶ ; βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν,
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لكِنَّهُ قَامَ. اُذْكُرْنَ كَيْفَ كَلَّمَكُنَّ وَهُوَ بَعْدُ فِي الْجَلِيلِ
οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ᾽ ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ; ὑμῖν ὢν ἔτι ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ
وَهُمْ يَقُولُونَ: إِنَّ الرَّبَّ قَامَ بِالْحَقِيقَةِ وَظَهَرَ لِسِمْعَانَ.
λέγοντας ὅτι ὁ ; κύριος ἠγέρθη ὄντως καὶ ; ὤφθη Σίμωνι.
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: قُمِ. احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· Ἔγειραι ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει.
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ يُقِيمُ الأَمْوَاتَ وَيُحْيِي، كَذلِكَ الابْنُ أَيْضًا يُحْيِي مَنْ يَشَاءُ.
γὰρ ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἐγείρει τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; ζῳοποιεῖ, οὕτως ὁ ; υἱὸς καὶ ζῳοποιεῖ. οὓς θέλει
أَجَابُوا وَقَالوُا لَهُ: أَلَعَلَّكَ أَنْتَ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ. فَتِّشْ وَانْظُرْ. إِنَّهُ لَمْ يَقُمْ نَبِيٌّ مِنَ الْجَلِيلِ.
ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· μὴ σὺ καὶ ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐραύνησον καὶ ; ἴδε ὅτι οὐκ ἐγηγέρται προφήτης ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας
أَمَّا تِلْكَ فَلَمَّا سَمِعَتْ قَامَتْ سَرِيعًا وَجَاءَتْ إِلَيْهِ.
δὲ ἐκείνη ὡς ἤκουσεν ἐγείρεται ταχὺ καὶ ; ἔρχεται πρὸς ; αὐτόν.
ثُمَّ قَبْلَ الْفِصْحِ بِسِتَّةِ أَيَّامٍ أَتَى يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ عَنْيَا، حَيْثُ كَانَ لِعَازَرُ الْمَيْتُ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν πρὸ τοῦ ; πάσχα ἓξ ἡμερῶν ἦλθεν Ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ ; τεθνηκώς ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν
فَعَلِمَ جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ أَنَّهُ هُنَاكَ، فَجَاءُوا لَيْسَ لأَجْلِ يَسُوعَ فَقَطْ، بَلْ لِيَنْظُرُوا أَيْضًا لِعَازَرَ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; Ἔγνω ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ὅτι ; ἐστιν, ἐκεῖ καὶ ; ἦλθον οὐ διὰ τὸν ; Ἰησοῦν μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; ἴδωσιν καὶ τὸν ; Λάζαρον ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
قَامَ عَنِ الْعَشَاءِ، وَخَلَعَ ثِيَابَهُ، وَأَخَذَ مِنْشَفَةً وَاتَّزَرَ بِهَا،
ἐγείρεται ἐκ τοῦ ; δείπνου καὶ ; τίθησιν τὰ ; ἱμάτια, καὶ ; λαβὼν λέντιον διέζωσεν ; ἑαυτόν.
وَلكِنْ لِيَفْهَمَ الْعَالَمُ أَنِّي أُحِبُّ الآبَ، وَكَمَا أَوْصَانِي الآبُ هكَذَا أَفْعَلُ. قُومُوا نَنْطَلِقْ مِنْ ههُنَا.
ἀλλ᾽ ἵνα ; γνῷ ὁ ; κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν ; πατέρα, καὶ ; καθὼς ἐνετείλατό ; μοι ὁ ; πατήρ, οὕτως ποιῶ.¶ ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν.¶
هذِهِ مَرَّةٌ ثَالِثَةٌ ظَهَرَ يَسُوعُ لِتَلاَمِيذِهِ بَعْدَمَا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
τοῦτο ; ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.¶
فَقَالَ بُطْرُسُ: لَيْسَ لِي فِضَّةٌ وَلاَ ذَهَبٌ، وَلكِنِ الَّذِي لِي فَإِيَّاهُ أُعْطِيكَ: بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ قُمْ وَامْشِ..
Εἶπεν ; δὲ Πέτρος· οὐχ ; ὑπάρχει ; μοι· ἀργύριον καὶ χρυσίον δὲ ὃ ἔχω, τοῦτό σοι ; δίδωμι. ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ἔγειραι καὶ ; περιπάτει.
وَرَئِيسُ الْحَيَاةِ قَتَلْتُمُوهُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَنَحْنُ شُهُودٌ لِذلِكَ.
τὸν ; δὲ ; ἀρχηγὸν τῆς ; ζωῆς ἀπεκτείνατε ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἡμεῖς ; ἐσμεν. μάρτυρές οὗ
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِكُمْ وَجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ، أَنَّهُ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِذَاكَ وَقَفَ هذَا أَمَامَكُمْ صَحِيحًا.
ἔστω γνωστὸν πᾶσιν ; ὑμῖν καὶ ; παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃν ἐσταυρώσατε, ὑμεῖς ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἐν ; τούτῳ παρέστηκεν οὗτος ἐνώπιον ; ὑμῶν ὑγιής.
إِلهُ آبَائِنَا أَقَامَ يَسُوعَ الَّذِي أَنْتُمْ قَتَلْتُمُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ἤγειρεν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς διεχειρίσασθε κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου·
هذَا أَقَامَهُ اللهُ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ، وَأَعْطَى أَنْ يَصِيرَ ظَاهِرًا،
τοῦτον ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ καὶ ; ἔδωκεν αὐτὸν ; γενέσθαι ἐμφανῆ
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
مِنْ نَسْلِ هذَا، حَسَبَ الْوَعْدِ، أَقَامَ اللهُ لإِسْرَائِيلَ مُخَلِّصًا، يَسُوعَ.
ἀπὸ τοῦ ; σπέρματος τούτου κατ᾽ ἐπαγγελίαν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἰσραὴλ σωτῆρα Ἰησοῦν,
وَأَمَّا الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ فَلَمْ يَرَ فَسَادًا.
ὃν ; δὲ ἤγειρεν, ὁ ; θεὸς οὐκ εἶδεν διαφθοράν.¶
لِمَاذَا يُعَدُّ عِنْدَكُمْ أَمْرًا لاَ يُصَدَّقُ إِنْ أَقَامَ اللهُ أَمْوَاتًا.
τί κρίνεται ; παρ᾽ ; ὑμῖν ἄπιστον εἰ ἐγείρει;¶ ὁ ; θεὸς νεκροὺς
بَلْ مِنْ أَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، الَّذِينَ سَيُحْسَبُ الَّذِينَ نُؤْمِنُ بِمَنْ أَقَامَ يَسُوعَ رَبَّنَا مِنَ الأَمْوَاتِ.
ἀλλὰ δι᾽ ἡμᾶς καὶ οἷς λογίζεσθαι, τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ ; τὸν ἐγείραντα Ἰησοῦν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν ἐκ νεκρῶν,
الَّذِي أُسْلِمَ مِنْ أَجْلِ خَطَايَانَا وَأُقِيمَ لأَجْلِ تَبْرِيرِنَا.
ὃς παρεδόθη διὰ τὰ ; παραπτώματα ; ἡμῶν καὶ ; ἠγέρθη διὰ τὴν ; δικαίωσιν ; ἡμῶν.¶
فَدُفِنَّا مَعَهُ بِالْمَعْمُودِيَّةِ لِلْمَوْتِ، حَتَّى كَمَا أُقِيمَ الْمَسِيحُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِمَجْدِ الآبِ، هكَذَا نَسْلُكُ نَحْنُ أَيْضًا فِي جِدَّةِ الْحَيَاةِ.
συνετάφημεν ; οὖν αὐτῷ διὰ ; τοῦ ; βαπτίσματος εἰς ; τὸν ; θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ ; τῆς ; δόξης τοῦ ; πατρός, οὕτως περιπατήσωμεν. ἡμεῖς καὶ ἐν καινότητι ζωῆς
عَالِمِينَ أَنَّ الْمَسِيحَ بَعْدَمَا أُقِيمَ مِنَ الأَمْوَاتِ لاَ يَمُوتُ أَيْضًا. لاَ يَسُودُ عَلَيْهِ الْمَوْتُ
εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ; ἀποθνῄσκει· οὐκέτι κυριεύει. αὐτοῦ θάνατος
إِذًا يَا إِخْوَتِي أَنْتُمْ أَيْضًا قَدْ مُتُّمْ لِلنَّامُوسِ بِجَسَدِ الْمَسِيحِ، لِكَيْ تَصِيرُوا لآخَرَ، لِلَّذِي قَدْ أُقِيمَ مِنَ الأَمْوَاتِ لِنُثْمِرَ ِللهِ.
Ὥστε, ἀδελφοί ; μου, ὑμεῖς καὶ ἐθανατώθητε τῷ ; νόμῳ διὰ ; τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ εἰς γενέσθαι ; ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐγερθέντι, ἐκ νεκρῶν καρποφορήσωμεν τῷ ; θεῷ.
وَإِنْ كَانَ رُوحُ الَّذِي أَقَامَ يَسُوعَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَاكِنًا فِيكُمْ، فَالَّذِي أَقَامَ الْمَسِيحَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَيُحْيِي أَجْسَادَكُمُ الْمَائِتَةَ أَيْضًا بِرُوحِهِ السَّاكِنِ فِيكُمْ.
εἰ ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τὸν ; Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν ; Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζῳοποιήσει σώματα ; ὑμῶν τὰ ; θνητὰ καὶ διὰ ; αὐτοῦ ; πνεῦμα τὸ; ἐνοικοῦν ἐν ; ὑμῖν.¶
وَإِنْ كَانَ رُوحُ الَّذِي أَقَامَ يَسُوعَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَاكِنًا فِيكُمْ، فَالَّذِي أَقَامَ الْمَسِيحَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَيُحْيِي أَجْسَادَكُمُ الْمَائِتَةَ أَيْضًا بِرُوحِهِ السَّاكِنِ فِيكُمْ.
εἰ ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τὸν ; Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν ; Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζῳοποιήσει σώματα ; ὑμῶν τὰ ; θνητὰ καὶ διὰ ; αὐτοῦ ; πνεῦμα τὸ; ἐνοικοῦν ἐν ; ὑμῖν.¶
مَنْ هُوَ الَّذِي يَدِينُ. اَلْمَسِيحُ هُوَ الَّذِي مَاتَ، بَلْ بِالْحَرِيِّ قَامَ أَيْضًا، الَّذِي هُوَ أَيْضًا عَنْ يَمِينِ اللهِ، الَّذِي أَيْضًا يَشْفَعُ فِينَا.
τίς ὁ κατακρινῶν; Χριστὸς ὁ ; ἀποθανὼν δὲ μᾶλλον ἐγερθείς καὶ ὃς ἐστιν καί ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ; ἡμῶν.¶