ك
إصحاح
G1222
G1223. diá
G1224
المعنى المختصر للكلمة
diá: through (in very wide applications, local, causal, or occasional)
اللفظ الأصلي διά
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diá (dee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 252 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary preposition denoting the channel of an act;

المعنى والشرح المفصل

through (in very wide applications, local, causal, or occasional)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
after always among at to avoid because of (that) briefly by for (cause) … fore from in by occasion of of by reason of for sake that thereby therefore X though through(-out) to wherefore with (-in)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διὰ (192×) δι᾽ (32×) καὶ ; διὰ (10×) διά (5×) Διὰ (5×) ὡς ; διὰ (1×) Ἰησοῦ ; τοῦ ; διὰ (1×) στόματος ; διὰ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (252 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مُتَضَجِّرِينَ مِنْ تَعْلِيمِهِمَا الشَّعْبَ، وَنِدَائِهِمَا فِي يَسُوعَ بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διαπονούμενοι διὰ τὸ ; διδάσκειν ; αὐτοὺς τὸν ; λαὸν καὶ ; καταγγέλλειν ἐν τῷ ; Ἰησοῦ τὴν ; ἀνάστασιν ἐκ τὴν ; νεκρῶν·
وَبَعْدَمَا هَدَّدُوهُمَا أَيْضًا أَطْلَقُوهُمَا، إِذْ لَمْ يَجِدُوا الْبَتَّةَ كَيْفَ يُعَاقِبُونَهُمَا بِسَبَبِ الشَّعْبِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى مَا جَرَى،
δὲ ; προσαπειλησάμενοι οἱ ; ἀπέλυσαν ; αὐτοὺς εὑρίσκοντες ; μηδὲν τὸ ; πῶς κολάσωνται ; αὐτούς, διὰ τὸν ; λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι.
الْقَائِلُ بِفَمِ دَاوُدَ فَتَاكَ: لِمَاذَا ارْتَجَّتِ الأُمَمُ وَتَفَكَّرَ الشُّعُوبُ بِالْبَاطِلِ.
ὁ ; εἰπών· στόματος ; διὰ Δαυὶδ τοῦ ; παιδός ; σου ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη ἐμελέτησαν ; καὶ λαοὶ κενά;
وَجَرَتْ عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ آيَاتٌ وَعَجَائِبُ كَثِيرَةٌ فِي الشَّعْبِ. وَكَانَ الْجَمِيعُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ فِي رِوَاقِ سُلَيْمَانَ.
δὲ ; ἐγένετο Διὰ τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων σημεῖα καὶ ; τέρατα πολλὰ ἐν τῷ ; λαῷ· καὶ ; ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῇ ; στοᾷ Σολομῶντος·
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
وَكَانُوا يَتْبَعُونَهُ لِكَوْنِهِمْ قَدِ انْدَهَشُوا زَمَانًا طَوِيلاً بِسِحْرِهِ.
προσεῖχον ; δὲ διὰ ἐξεστακέναι ; αὐτούς· τὸ ; χρόνῳ ἱκανῷ ταῖς ; μαγείαις
فَأَخَذَهُ التَّلاَمِيذُ لَيْلاً وَأَنْزَلُوهُ مِنَ السُّورِ مُدَلِّينَ إِيَّاهُ فِي سَلّ.
λαβόντες ; δὲ οἱ ; μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν ; αὐτὸν διὰ τοῦ ; τείχους χαλάσαντες αὐτὸν ἐν σπυρίδι.¶
وَهُوَ تَقِيٌّ وَخَائِفُ اللهِ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، يَصْنَعُ حَسَنَاتٍ كَثِيرَةً لِلشَّعْبِ، وَيُصَلِّي إِلَى اللهِ فِي كُلِّ حِينٍ.
εὐσεβὴς ; καὶ φοβούμενος τὸν ; θεὸν σὺν παντὶ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ ; λαῷ καὶ ; δεόμενος τοῦ ; θεοῦ διὰ διαπαντός
فَخَرَجَ يَتْبَعُهُ. وَكَانَ لاَ يَعْلَمُ أَنَّ الَّذِي جَرَى بِوَاسِطَةِ الْمَلاَكِ هُوَ حَقِيقِيٌّ، بَلْ يَظُنُّ أَنَّهُ يَنْظُرُ رُؤْيَا.
καὶ ; ἐξελθὼν ἠκολούθει ; αὐτῷ· καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ; ἀγγέλου, ἐστιν ἀληθές δὲ ἐδόκει βλέπειν. ὅραμα
وَكَانَ هِيرُودُسُ سَاخِطًا عَلَى الصُّورِيِّينَ وَالصَّيْدَاوِيِّينَ، فَحَضَرُوا إِلَيْهِ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ وَاسْتَعْطَفُوا بَلاَسْتُسَ النَّاظِرَ عَلَى مَضْجَعِ الْمَلِكِ، ثُمَّ صَارُوا يَلْتَمِسُونَ الْمُصَالَحَةَ لأَنَّ كُورَتَهُمْ تَقْتَاتُ مِنْ كُورَةِ الْمَلِكِ.
ἦν ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ ; Σιδωνίοις· δὲ ; παρῆσαν πρὸς ; αὐτὸν ὁμοθυμαδὸν καὶ ; πείσαντες Βλάστον τὸν ; ἐπὶ τοῦ ; κοιτῶνος τοῦ ; βασιλέως ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ αὐτῶν ; τὴν ; χώραν τρέφεσθαι ἀπὸ τῆς ; βασιλικῆς.¶
وَانْتَشَرَتْ كَلِمَةُ الرَّبِّ فِي كُلِّ الْكُورَةِ.
διεφέρετο ; δὲ ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου δι᾽ ὅλης τῆς ; χώρας.
فَأَقَامَا زَمَانًا طَوِيلاً يُجَاهِرَانِ بِالرَّبِّ الَّذِي كَانَ يَشْهَدُ لِكَلِمَةِ نِعْمَتِهِ، وَيُعْطِي أَنْ تُجْرَى آيَاتٌ وَعَجَائِبُ عَلَى أَيْدِيهِمَا.
οὖν ; διέτριψαν χρόνον Ἱκανὸν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ ; τῷ ; κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ ; λόγῳ τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, καὶ ; διδόντι γίνεσθαι σημεῖα καὶ ; τέρατα διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν.
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
فَأَرَادَ بُولُسُ أَنْ يَخْرُجَ هذَا مَعَهُ، فَأَخَذَهُ وَخَتَنَهُ مِنْ أَجْلِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي تِلْكَ الأَمَاكِنِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يَعْرِفُونَ أَبَاهُ أَنَّهُ يُونَانِيٌّ.
ἠθέλησεν ὁ ; Παῦλος ἐξελθεῖν, τοῦτον σὺν ; αὐτῷ καὶ ; λαβὼν περιέτεμεν ; αὐτὸν διὰ τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ἐν ; ὄντας τοῖς ; ἐκείνοις· τόποις γὰρ ἅπαντες ᾔδεισαν τὸν; πατέρα; αὐτοῦ ὑπῆρχεν. Ἕλλην
وَظَهَرَتْ لِبُولُسَ رُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ قَائِمٌ يَطْلُبُ إِلَيْهِ وَيَقُولُ: اعْبُرْ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ وَأَعِنَّا..
καὶ ; ὤφθη· τῷ ; Παύλῳ ὅραμα διὰ τῆς ; νυκτὸς ἀνὴρ Μακεδών ; τις ἦν ; ἑστὼς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν ἡμῖν. ; βοήθησον
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
وَكَانَ اللهُ يَصْنَعُ عَلَى يَدَيْ بُولُسَ قُوَّاتٍ غَيْرَ الْمُعْتَادَةِ،
τε ὁ ; θεὸς ἐποίει διὰ τῶν ; χειρῶν Παύλου, δυνάμεις οὐ τὰς ; τυχούσας
فَصَرَفَ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ. ثُمَّ إِذْ حَصَلَتْ مَكِيدَةٌ مِنَ الْيَهُودِ عَلَيْهِ، وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَصْعَدَ إِلَى سُورِيَّةَ، صَارَ رَأْيٌ أَنْ يَرْجعَ عَلَى طَرِيقِ مَكِدُونِيَّةَ.
ποιήσας ; τε τρεῖς, μῆνας γενομένης ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων αὐτῷ μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν ; Συρίαν, ἐγένετο γνώμη τοῦ ; ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας.
فَبَعْدَ مَا سَلَّمَ عَلَيْهِمْ طَفِقَ يُحَدِّثُهُمْ شَيْئًا فَشَيْئًا بِكُلِّ مَا فَعَلَهُ اللهُ بَيْنَ الأُمَمِ بِوَاسِطَةِ خِدْمَتِهِ.
καὶ ; ἀσπασάμενος αὐτοὺς ἐξηγεῖτο καθ᾽ ; ἓν ; ἕκαστον ὧν ἐποίησεν ὁ ; θεὸς ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν διὰ τῆς ; διακονίας ; αὐτοῦ.
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ فِي الْجَمْعِ. وَلَمَّا لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ لِسَبَبِ الشَّغَبِ، أَمَرَ أَنْ يُذْهَبَ بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ ἐβόων τι ἄλλοι ἄλλο ἐν τῷ ; ὄχλῳ. δὲ μὴ δυνάμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλὲς διὰ τὸν ; θόρυβον ἐκέλευσεν ἄγεσθαι ; αὐτὸν εἰς τὴν ; παρεμβολήν.
وَلَمَّا صَارَ عَلَى الدَّرَجِ اتَّفَقَ أَنَّ الْعَسْكَرَ حَمَلَهُ بِسَبَبِ عُنْفِ الْجَمْعِ،
ὅτε ; δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ; ἀναβαθμούς, συνέβη τῶν ; στρατιωτῶν βαστάζεσθαι ; αὐτὸν διὰ τὴν ; βίαν τοῦ ; ὄχλου·
وَكُنْتُ أُرِيدُ أَنْ أَعْلَمَ الْعِلَّةَ الَّتِي لأَجْلِهَا كَانُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ، فَأَنْزَلْتُهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ،
βουλόμενός ; δὲ γνῶναι τὴν ; αἰτίαν ἣν δι᾽ ἐνεκάλουν αὐτῷ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν·
وَبَعْدَ سِنِينَ كَثِيرَةٍ جِئْتُ أَصْنَعُ صَدَقَاتٍ لأُمَّتِي وَقَرَابِينَ.
δι᾽ ἐτῶν πλειόνων παρεγενόμην ποιήσων ἐλεημοσύνας εἰς ; τὸ ; ἔθνος ; μου καὶ ; προσφοράς,
ثُمَّ أَقْلَعْنَا مِنْ هُنَاكَ وَسَافَرْنَا فِي الْبَحْرِ مِنْ تَحْتِ قُبْرُسَ، لأَنَّ الرِّيَاحَ كَانَتْ مُضَادَّةً.
ἀναχθέντες κἀκεῖθεν ὑπεπλεύσαμεν τὴν ; Κύπρον διὰ τοὺς ; ἀνέμους τὸ ; εἶναι ἐναντίους,
وَلَمَّا مَضَى زَمَانٌ طَوِيلٌ، وَصَارَ السَّفَرُ فِي الْبَحْرِ خَطِرًا، إِذْ كَانَ الصَّوْمُ أَيْضًا قَدْ مَضَى، بُولُسُ يُنْذِرُهُمْ
δὲ διαγενομένου χρόνου ἱκανοῦ καὶ ; ὄντος ; ἤδη τοῦ ; πλοὸς ἐπισφαλοῦς διὰ τὴν ; νηστείαν καὶ ἤδη ; παρεληλυθέναι, ὁ ; Παῦλος παρῄνει
فَقَدَّمَ أَهْلُهَا الْبَرَابِرَةُ لَنَا إِحْسَانًا غَيْرَ الْمُعْتَادِ، لأَنَّهُمْ أَوْقَدُوا نَارًا وَقَبِلُوا جَمِيعَنَا مِنْ أَجْلِ الْمَطَرِ الَّذِي أَصَابَنَا وَمِنْ أَجْلِ الْبَرْدِ.
δὲ; παρεῖχον οἵ ; βάρβαροι ἡμῖν· φιλανθρωπίαν οὐ τὴν ; τυχοῦσαν γὰρ ἀνάψαντες πυρὰν προσελάβοντο πάντας ; ἡμᾶς διὰ ὑετὸν ; τὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ ; διὰ τὸ ; ψῦχος.
فَقَدَّمَ أَهْلُهَا الْبَرَابِرَةُ لَنَا إِحْسَانًا غَيْرَ الْمُعْتَادِ، لأَنَّهُمْ أَوْقَدُوا نَارًا وَقَبِلُوا جَمِيعَنَا مِنْ أَجْلِ الْمَطَرِ الَّذِي أَصَابَنَا وَمِنْ أَجْلِ الْبَرْدِ.
δὲ; παρεῖχον οἵ ; βάρβαροι ἡμῖν· φιλανθρωπίαν οὐ τὴν ; τυχοῦσαν γὰρ ἀνάψαντες πυρὰν προσελάβοντο πάντας ; ἡμᾶς διὰ ὑετὸν ; τὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ ; διὰ τὸ ; ψῦχος.
الَّذِينَ لَمَّا فَحَصُوا كَانُوا يُرِيدُونَ أَنْ يُطْلِقُونِي، لأَنَّهُ لَمْ تَكُنْ فِيَّ عِلَّةٌ لِلْمَوْتِ.
οἵτινες ἀνακρίναντές ; με ἐβούλοντο ἀπολῦσαι διὰ μηδεμίαν ἐν ; ἐμοί· αἰτίαν θανάτου
الَّذِي بِهِ، لأَجْلِ اسْمِهِ، قَبِلْنَا نِعْمَةً وَرِسَالَةً، لإِطَاعَةِ الإِيمَانِ فِي جَمِيعِ الأُمَمِ،
οὗ δι᾽ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ, ἐλάβομεν χάριν καὶ ; ἀποστολὴν εἰς ; ὑπακοὴν πίστεως ἐν πᾶσιν τοῖς ; ἔθνεσιν