ك
إصحاح
G1139
G1140. daimónion
G1141
المعنى المختصر للكلمة
daimónion: a dæmonic being
اللفظ الأصلي δαιμόνιον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق daimónion (dahee-mon-ee-on)
تكرار الورود في الكتاب 59 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a dæmonic being
2 by extension a deity
الإنجليزية — KJV Translation Tags
devil god

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δαιμόνια (11×) τὰ ; δαιμόνια (9×) δαιμόνιον (9×) τῶν ; δαιμονίων (4×) τὸ ; δαιμόνιον (4×) τὰ ; δαιμόνια.¶ (3×) τὰ ; δαιμόνια, (3×) τὰ ; δαιμόνια. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (59 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
كَثِيرُونَ سَيَقُولُونَ لِي فِي ذلِكَ الْيَوْمِ: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. أَلَيْسَ بِاسْمِكَ تَنَبَّأْنَا، وَبِاسْمِكَ أَخْرَجْنَا شَيَاطِينَ، وَبِاسْمِكَ صَنَعْنَا قُوَّاتٍ كَثِيرَةً.
πολλοὶ ἐροῦσίν μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ· κύριε κύριε, οὐ τῷ ; σῷ ; ὀνόματι ἐπροφητεύσαμεν καὶ ; τῷ ; σῷ ; ὀνόματι ἐξεβάλομεν δαιμόνια καὶ ; τῷ ; σῷ ; ὀνόματι ἐποιήσαμεν; δυνάμεις πολλὰς
فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ قَائِلِينَ: لَمْ يَظْهَرْ مِثْلُ هذَا فِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ἐκβληθέντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός. καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν Ἰσραήλ. ; τῷ
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَقَالُوا: بِرَئِيسِ الشَّيَاطِينِ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ..
δὲ οἱ ; Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν ; τῷ ; ἄρχοντι τῶν ; δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια.¶
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَقَالُوا: بِرَئِيسِ الشَّيَاطِينِ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ..
δὲ οἱ ; Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν ; τῷ ; ἄρχοντι τῶν ; δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια.¶
اِشْفُوا مَرْضَى. طَهِّرُوا بُرْصًا. أَقِيمُوا مَوْتَى. أَخْرِجُوا شَيَاطِينَ. مَجَّانًا أَخَذْتُمْ، مَجَّانًا أَعْطُوا.
θεραπεύετε, ἀσθενοῦντας καθαρίζετε, λεπροὺς ἐγείρετε, νεκροὺς ἐκβάλλετε· δαιμόνια δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.¶
متى 11: 18 Mat.11.18
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا لاَ يَأْكُلُ وَلاَ يَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: فِيهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἦλθεν Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἔχει. δαιμόνιον
متى 12: 24 Mat.12.24
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَلَمَّا سَمِعُوا قَالُوا: هذَا لاَ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ إِلاَّ بِبَعْلَزَبولَ رَئِيسِ الشَّيَاطِينِ.
δὲ Οἱ ; Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον· οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια εἰ ; μὴ ἐν ; τῷ ; Βεελζεβοὺλ ἄρχοντι δαιμονίων.¶ ; τῶν
متى 12: 27 Mat.12.27
وَإِنْ كُنْتُ أَنَا بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَأَبْنَاؤُكُمْ بِمَنْ يُخْرِجُونَ. لِذلِكَ هُمْ يَكُونُونَ قُضَاتَكُمْ.
καὶ ; εἰ ἐγὼ ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ ; δαιμόνια, οἱ ; υἱοὶ ; ὑμῶν ἐν ; τίνι ἐκβάλλουσιν; διὰ ; τοῦτο αὐτοὶ ἔσονται κριταὶ ; ὑμῶν.
متى 12: 28 Mat.12.28
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُ أَنَا بِرُوحِ اللهِ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَقَدْ أَقْبَلَ عَلَيْكُمْ مَلَكُوتُ اللهِ.
εἰ ; δὲ ἐγὼ ἐν ; πνεύματι θεοῦ ἐκβάλλω τὰ ; δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.
متى 17: 18 Mat.17.18
فَانْتَهَرَهُ يَسُوعُ، فَخَرَجَ مِنْهُ الشَّيْطَانُ. فَشُفِيَ الْغُلاَمُ مِنْ تِلْكَ السَّاعَةِ.
καὶ ; ἐπετίμησεν ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐξῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ τὸ ; δαιμόνιον, καὶ ; ἐθεραπεύθη ὁ ; παῖς ἀπὸ ἐκείνης.¶ τῆς ; ὥρας
فَشَفَى كَثِيرِينَ كَانُوا مَرْضَى بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَأَخْرَجَ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً، وَلَمْ يَدَعِ الشَّيَاطِينَ يَتَكَلَّمُونَ لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ.
καὶ ; ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἔχοντας κακῶς νόσοις ποικίλαις καὶ ; ἐξέβαλεν δαιμόνια πολλὰ καὶ ; οὐκ ἤφιεν τὰ ; δαιμόνια λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτόν
فَشَفَى كَثِيرِينَ كَانُوا مَرْضَى بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَأَخْرَجَ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً، وَلَمْ يَدَعِ الشَّيَاطِينَ يَتَكَلَّمُونَ لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ.
καὶ ; ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἔχοντας κακῶς νόσοις ποικίλαις καὶ ; ἐξέβαλεν δαιμόνια πολλὰ καὶ ; οὐκ ἤφιεν τὰ ; δαιμόνια λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτόν
فَكَانَ يَكْرِزُ فِي مَجَامِعِهِمْ فِي كُلِّ الْجَلِيلِ وَيُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
Καὶ ; ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς; συναγωγαῖς; αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν ; Γαλιλαίαν καὶ ; ἐκβάλλων.¶ τὰ ; δαιμόνια
وَيَكُونَ لَهُمْ سُلْطَانٌ عَلَى شِفَاءِ الأَمْرَاضِ وَإِخْرَاجِ الشَّيَاطِينِ.
καὶ ; ἔχειν ἐξουσίαν θεραπεύειν τὰς ; νόσους καὶ ; ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
وَأَمَّا الْكَتَبَةُ الَّذِينَ نَزَلُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ فَقَالُوا: إِنَّ مَعَهُ بَعْلَزَبُولَ. وَإِنَّهُ بِرَئِيسِ الشَّيَاطِينِ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
καὶ οἱ ; γραμματεῖς οἱ καταβάντες ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἔλεγον ὅτι ; ἔχει Βεελζεβοὺλ καὶ ; ὅτι ἐν ; τῷ ; ἄρχοντι τῶν ; δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια.¶
وَأَمَّا الْكَتَبَةُ الَّذِينَ نَزَلُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ فَقَالُوا: إِنَّ مَعَهُ بَعْلَزَبُولَ. وَإِنَّهُ بِرَئِيسِ الشَّيَاطِينِ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
καὶ οἱ ; γραμματεῖς οἱ καταβάντες ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἔλεγον ὅτι ; ἔχει Βεελζεβοὺλ καὶ ; ὅτι ἐν ; τῷ ; ἄρχοντι τῶν ; δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια.¶
وَأَخْرَجُوا شَيَاطِينَ كَثِيرَةً، وَدَهَنُوا بِزَيْتٍ مَرْضَى كَثِيرِينَ فَشَفَوْهُمْ.
καὶ ; ἐξέβαλλον δαιμόνια πολλὰ καὶ ; ἤλειφον ἐλαίῳ ἀρρώστους πολλοὺς ἐθεράπευον.¶ ; καὶ
وَكَانَتْ الامْرَأَةُ أُمَمِيَّةً، وَفِي جِنْسِهَا فِينِيقِيَّةً سُورِيَّةً. فَسَأَلَتْهُ أَنْ يُخْرِجَ الشَّيْطَانَ مِنِ ابْنَتِهَا.
δὲ ; ἦν ἡ ; γυνὴ Ἑλληνὶς τῷ ; γένει, Συροφοινίκισσα καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα ἐκβάλλῃ τὸ ; δαιμόνιον ἐκ τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς.
فَقَالَ لَهَا: لأَجْلِ هذِهِ الْكَلِمَةِ، اذْهَبِي. قَدْ خَرَجَ الشَّيْطَانُ مِنِ ابْنَتِكِ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· διὰ τοῦτον τὸν ; λόγον ὕπαγε, ἐξελήλυθεν τὸ ; δαιμόνιον. ἐκ τῆς ; θυγατρός ; σου
فَذَهَبَتْ إِلَى بَيْتِهَا وَوَجَدَتِ الشَّيْطَانَ قَدْ خَرَجَ، وَالابْنَةَ مَطْرُوحَةً عَلَى الْفِرَاشِ.
καὶ ; ἀπελθοῦσα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς εὗρεν τὸ ; δαιμόνιον ἐξεληλυθός.¶ τὸ ; θυγατέρα βεβλημένην ἐπὶ τῆς; κλίνης
فَأَجَابَهُ يُوحَنَّا قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ شَيَاطِينَ بِاسْمِكَ وَهُوَ لَيْسَ يَتْبَعُنَا، فَمَنَعْنَاهُ لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُنَا.
ἀπεκρίθη; δὲ ; αὐτῷ ὁ ; Ἰωάννης· λέγων διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; σου ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ; ἡμῖν αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν; καὶ ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ; ἡμῖν.¶
وَبَعْدَمَا قَامَ بَاكِرًا فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ ظَهَرَ أَوَّلاً لِمَرْيَمَ الْمَجْدَلِيَّةِ، الَّتِي كَانَ قَدْ أَخْرَجَ مِنْهَا سَبْعَةَ شَيَاطِينَ.
[[Ἀναστὰς ; δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ ; Μαγδαληνῇ, ἧς ἐκβεβλήκει ἀφ᾽ ἑπτὰ δαιμόνια.
وَهذِهِ الآيَاتُ تَتْبَعُ الْمُؤْمِنِينَ: يُخْرِجُونَ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِي، وَيَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ جَدِيدَةٍ.
δὲ ; ταῦτα Σημεῖα παρακολουθήσει· τοῖς ; πιστεύσασιν ἐκβαλοῦσιν, δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λαλήσουσιν γλώσσαις καιναῖς,
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
فَانْتَهَرَهُ يَسُوعُ قَائِلاً: اخْرَسْ. وَاخْرُجْ مِنْهُ.. فَصَرَعَهُ الشَّيْطَانُ فِي الْوَسْطِ وَخَرَجَ مِنْهُ وَلَمْ يَضُرَّهُ شَيْئًا.
καὶ ; ἐπετίμησεν ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· φιμώθητι καὶ ; ἔξελθε ἐξ; αὐτοῦ. καὶ ; ῥῖψαν ; αὐτὸν τὸ ; δαιμόνιον εἰς τὸ ; μέσον ἐξῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ μηδὲν ; βλάψαν ; αὐτόν.
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ لاَ يَأْكُلُ خُبْزًا وَلاَ يَشْرَبُ خَمْرًا، فَتَقُولُونَ: بِهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἐλήλυθεν Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς μὴ ἐσθίων ἄρτον μήτε πίνων οἶνον, καὶ ; λέγετε· ἔχει. δαιμόνιον
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
فَسَأَلَهُ يَسُوعُ قِائِلاً: مَا اسْمُكَ. فَقَالَ: لَجِئُونُ. لأَنَّ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً دَخَلَتْ فِيهِ.
ἐπηρώτησεν ; δὲ ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· τί σοι ; ὄνομά ὁ ; δὲ ; εἶπεν· Λεγεών ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς ; αὐτόν.