ك
إصحاح
G1138
G1139. daimonízomai
G1140
المعنى المختصر للكلمة
daimonízomai: to be exercised by a dæmon
اللفظ الأصلي δαιμονίζομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق daimonízomai (dahee-mon-id-zom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 13 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to be exercised by a dæmon

الإنجليزية — KJV Translation Tags
have a (be vexed with, be possessed with) devil(-s)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; δαιμονισθείς. (1×) τῷ ; δαιμονιζομένῳ (1×) τῶν ; δαιμονιζομένων. (1×) τὸν ; δαιμονιζόμενον (1×) καὶ ; τοὺς ; δαιμονιζομένους· (1×) καὶ ; δαιμονιζομένους (1×) δύο ; δαιμονιζόμενοι (1×) δαιμονίζεται.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (13 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَذَاعَ خَبَرُهُ فِي جَمِيعِ سُورِيَّةَ. فَأَحْضَرُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ السُّقَمَاءِ الْمُصَابِينَ بِأَمْرَاضٍ وَأَوْجَاعٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَالْمَجَانِينَ وَالْمَصْرُوعِينَ وَالْمَفْلُوجِينَ، فَشَفَاهُمْ.
Καὶ ; ἀπῆλθεν ἡ ; ἀκοὴ ; αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν ; Συρίαν· προσήνεγκαν ; καὶ αὐτῷ πάντας τοὺς ; κακῶς ἔχοντας, νόσοις καὶ ; βασάνοις ; συνεχομένους, ποικίλαις καὶ ; δαιμονιζομένους καὶ ; σεληνιαζομένους καὶ ; παραλυτικούς· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτούς.
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ قَدَّمُوا إِلَيْهِ مَجَانِينَ كَثِيرِينَ، فَأَخْرَجَ الأَرْوَاحَ بِكَلِمَةٍ، وَجَمِيعَ الْمَرْضَى شَفَاهُمْ،
δὲ γενομένης Ὀψίας προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλούς, καὶ ; ἐξέβαλεν τὰ ; πνεύματα λόγῳ, καὶ ; πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας ἐθεράπευσεν,
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْعَبْرِ إِلَى كُورَةِ الْجِرْجَسِيِّينَ، اسْتَقْبَلَهُ مَجْنُونَانِ خَارِجَانِ مِنَ الْقُبُورِ هَائِجَانِ جِدًّا، حَتَّى لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَجْتَازَ مِنْ تِلْكَ الطَّرِيقِ.
Καὶ ἐλθόντι; αὐτῷ εἰς τὸ ; πέραν εἰς τὴν ; χώραν τῶν ; Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν ; αὐτῷ δύο ; δαιμονιζόμενοι ἐξερχόμενοι, ἐκ τῶν ; μνημείων χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ τινὰ ἰσχύειν παρελθεῖν διὰ ἐκείνης. τῆς ; ὁδοῦ
أَمَّا الرُّعَاةُ فَهَرَبُوا وَمَضَوْا إِلَى الْمَدِينَةِ، وَأَخْبَرُوا عَنْ كُلِّ شَيْءٍ، وَعَنْ أَمْرِ الْمَجْنُونَيْنِ.
δὲ οἱ ; βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ; ἀπελθόντες εἰς τὴν ; πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν ; δαιμονιζομένων.
وَفِيمَا هُمَا خَارِجَانِ، إِذَا إِنْسَانٌ أَخْرَسُ مَجْنُونٌ قَدَّمُوهُ إِلَيْهِ.
δὲ Αὐτῶν ἐξερχομένων ἰδοὺ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον. προσήνεγκαν αὐτῷ
متى 12: 22 Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 15: 22 Mat.15.22
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَنْعَانِيَّةٌ خَارِجَةٌ مِنْ تِلْكَ التُّخُومِ صَرَخَتْ إِلَيْهِ قَائِلَةً: ارْحَمْنِي، يَا سَيِّدُ، يَا ابْنَ دَاوُدَ. اِبْنَتِي مَجْنُونَةٌ جِدًّا.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἐξελθοῦσα ἀπὸ ἐκείνων τῶν ; ὁρίων ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν ; με, κύριε υἱὲ Δαυίδ. ἡ ; θυγάτηρ ; μου δαιμονίζεται.¶ κακῶς
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ، إِذْ غَرَبَتِ الشَّمْسُ، قَدَّمُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ السُّقَمَاءِ وَالْمَجَانِينَ.
δὲ γενομένης, Ὀψίας ὅτε ἔδυσεν ὁ ; ἥλιος, ἔφερον αὐτὸν ; πρὸς πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας καὶ ; τοὺς ; δαιμονιζομένους·
وَجَاءُوا إِلَى يَسُوعَ فَنَظَرُوا الْمَجْنُونَ الَّذِي كَانَ فِيهِ اللَّجِئُونُ جَالِسًا وَلاَبِسًا وَعَاقِلاً، فَخَافُوا.
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν θεωροῦσιν ; καὶ τὸν ; δαιμονιζόμενον τὸν ἐσχηκότα τὸν ; Λεγεῶνα καθήμενον καὶ ; ἱματισμένον καὶ ; σωφρονοῦντα, καὶ ; ἐφοβήθησαν.
فَحَدَّثَهُمُ الَّذِينَ رَأَوْا كَيْفَ جَرَى لِلْمَجْنُونِ وَعَنِ الْخَنَازِيرِ.
καὶ ; διηγήσαντο ; αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο τῷ ; δαιμονιζομένῳ καὶ ; περὶ τῶν ; χοίρων.
وَلَمَّا دَخَلَ السَّفِينَةَ طَلَبَ إِلَيْهِ الَّذِي كَانَ مَجْنُونًا أَنْ يَكُونَ مَعَهُ،
Καὶ ἐμβάντος; αὐτοῦ εἰς ; τὸ ; πλοῖον παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα ᾖ. μετ᾽ ; αὐτοῦ
فَأَخْبَرَهُمْ أَيْضًا الَّذِينَ رَأَوْا كَيْفَ خَلَصَ الْمَجْنُونُ.
ἀπήγγειλαν ; δὲ ; αὐτοῖς καὶ οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ ; δαιμονισθείς.
آخَرُونَ قَالُوا: لَيْسَ هذَا كَلاَمَ مَنْ بِهِ شَيْطَانٌ. أَلَعَلَّ شَيْطَانًا يَقْدِرُ أَنْ يَفْتَحَ أَعْيُنَ الْعُمْيَانِ..
ἄλλοι ἔλεγον· οὐκ ; ἔστιν ταῦτα τὰ ; ῥήματα δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται ἀνοίγειν ὀφθαλμοὺς τυφλῶν