ك
إصحاح
G1137
G1138. dabíd
G1139
المعنى المختصر للكلمة
dabíd: Dabid (i.e. David), the Israelite king
اللفظ الأصلي Δαβίδ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dabíd (dab-eed)
تكرار الورود في الكتاب 56 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

Dabid (i.e. David), the Israelite king

الإنجليزية — KJV Translation Tags
David

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Δαυὶδ (29×) Δαυίδ, (11×) Δαυίδ. (3×) τὸν ; Δαυὶδ (2×) τοῦ ; Δαυίδ, (2×) καὶ ; Δαυὶδ (2×) Δαυίδ.¶ (2×) Δαυίδ (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (56 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَانْتَهَرَهُ الْمُتَقَدِّمُونَ لِيَسْكُتَ، أَمَّا هُوَ فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
Καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ οἱ ; προάγοντες ἵνα ; σιωπήσῃ δὲ αὐτὸς ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.¶
وَقَالَ لَهُمْ: كَيْفَ يَقُولُونَ إِنَّ الْمَسِيحَ ابْنُ دَاوُدَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· πῶς λέγουσιν εἶναι τὸν ; χριστὸν υἱόν; Δαυὶδ
وَدَاوُدُ نَفْسُهُ يَقُولُ فِي كِتَابِ الْمَزَامِيرِ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي
καὶ ; Δαυὶδ αὐτὸς λέγει ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου
فَإِذًا دَاوُدُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَكَيْفَ يَكُونُ ابْنَهُ..
οὖν Δαυὶδ αὐτὸν ; καλεῖ, κύριον καὶ ; πῶς ἐστιν;¶ αὐτοῦ ; υἱός
أَلَمْ يَقُلِ الْكِتَابُ إِنَّهُ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ، وَمِنْ بَيْتِ لَحْمٍ ،الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَ دَاوُدُ يَأْتِي الْمَسِيحُ.
Οὐχὶ εἶπεν ἡ ; γραφὴ ὅτι ἐκ τοῦ ; σπέρματος Δαυὶδ καὶ ; ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς ; κώμης ὅπου ἦν Δαυὶδ ἔρχεται ὁ ; χριστός;¶
أَلَمْ يَقُلِ الْكِتَابُ إِنَّهُ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ، وَمِنْ بَيْتِ لَحْمٍ ،الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَ دَاوُدُ يَأْتِي الْمَسِيحُ.
Οὐχὶ εἶπεν ἡ ; γραφὴ ὅτι ἐκ τοῦ ; σπέρματος Δαυὶδ καὶ ; ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς ; κώμης ὅπου ἦν Δαυὶδ ἔρχεται ὁ ; χριστός;¶
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
لأَنَّ دَاوُدَ يَقُولُ فِيهِ: كُنْتُ أَرَى الرَّبَّ أَمَامِي فِي كُلِّ حِينٍ، أَنَّهُ عَنْ يَمِينِي، لِكَيْ لاَ أَتَزَعْزَعَ.
γὰρ Δαυὶδ λέγει εἰς ; αὐτόν· προορώμην τὸν ; κύριον ἐνώπιόν ; μου διὰ παντός, ὅτι ; ἐστιν ἐκ δεξιῶν ; μού ἵνα μὴ σαλευθῶ·
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، يَسُوغُ أَنْ يُقَالَ لَكُمْ جِهَارًا عَنْ رَئِيسِ الآبَاءِ دَاوُدَ إِنَّهُ مَاتَ وَدُفِنَ، وَقَبْرُهُ عِنْدَنَا حَتَّى هذَا الْيَوْمِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν πρὸς ; ὑμᾶς μετὰ ; παρρησίας περὶ τοῦ ; πατριάρχου Δαυὶδ ὅτι καὶ ; ἐτελεύτησεν καὶ ; ἐτάφη καὶ ; τὸ ; μνῆμα ; αὐτοῦ ἔστιν ; ἐν ; ἡμῖν ἄχρι ταύτης. τῆς ; ἡμέρας
لأَنَّ دَاوُدَ لَمْ يَصْعَدْ إِلَى السَّمَاوَاتِ. وَهُوَ نَفْسُهُ يَقُولُ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي
γὰρ Δαυὶδ οὐ ἀνέβη εἰς τοὺς ; οὐρανούς, δὲ αὐτός· λέγει εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου,
الْقَائِلُ بِفَمِ دَاوُدَ فَتَاكَ: لِمَاذَا ارْتَجَّتِ الأُمَمُ وَتَفَكَّرَ الشُّعُوبُ بِالْبَاطِلِ.
ὁ ; εἰπών· στόματος ; διὰ Δαυὶδ τοῦ ; παιδός ; σου ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη ἐμελέτησαν ; καὶ λαοὶ κενά;
الَّتِي أَدْخَلَهَا أَيْضًا آبَاؤُنَا إِذْ تَخَلَّفُوا عَلَيْهَا مَعَ يَشُوعَ فِي مُلْكِ الأُمَمِ الَّذِينَ طَرَدَهُمُ اللهُ مِنْ وَجْهِ آبَائِنَا، إِلَى أَيَّامِ دَاوُدَ
ἣν εἰσήγαγον καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν διαδεξάμενοι μετὰ Ἰησοῦ ἐν κατασχέσει ; τῇ ἐθνῶν, ; τῶν ὧν ἐξῶσεν ὁ ; θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ἕως τῶν ; ἡμερῶν Δαυίδ·
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
إِنَّهُ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، غَيْرَ عَتِيدٍ أَنْ يَعُودَ إِلَى فَسَادٍ، فَهكَذَا قَالَ: إِنِّي سَأُعْطِيكُمْ مَرَاحِمَ دَاوُدَ الصَّادِقَةَ.
ὅτι ; δὲ ἀνέστησεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν ὅτι ; δώσω ; ὑμῖν τὰ ; ὅσια Δαυὶδ τὰ ; πιστά.
لأَنَّ دَاوُدَ بَعْدَ مَا خَدَمَ جِيلَهُ بِمَشُورَةِ اللهِ، رَقَدَ وَانْضَمَّ إِلَى آبَائِهِ، وَرَأَى فَسَادًا.
γὰρ ; μὲν Δαυὶδ ὑπηρετήσας ἰδίᾳ ; γενεᾷ τῇ ; βουλῇ τοῦ ; θεοῦ ἐκοιμήθη καὶ ; προσετέθη πρὸς τοὺς ; πατέρας ; αὐτοῦ καὶ ; εἶδεν διαφθοράν·
سَأَرْجعُ بَعْدَ هذَا وَأَبْنِي أَيْضًا خَيْمَةَ دَاوُدَ السَّاقِطَةَ، وَأَبْنِي أَيْضًا رَدْمَهَا وَأُقِيمُهَا ثَانِيَةً،
ἀναστρέψω μετὰ ταῦτα καὶ ; ἀνοικοδομήσω τὴν ; σκηνὴν Δαυὶδ τὴν ; πεπτωκυῖαν καὶ ; ἀνοικοδομήσω τὰ ; κατεσκαμμένα ; αὐτῆς καὶ ; ἀνορθώσω ; αὐτήν·
عَنِ ابْنِهِ. الَّذِي صَارَ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ مِنْ جِهَةِ الْجَسَدِ،
περὶ τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ σάρκα,
كَمَا يَقُولُ دَاوُدُ أَيْضًا فِي تَطْوِيبِ الإِنْسَانِ الَّذِي يَحْسِبُ لَهُ اللهُ بِرًّا بِدُونِ أَعْمَال:
καθάπερ λέγει Δαυὶδ καὶ τὸν ; μακαρισμὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ᾧ λογίζεται ὁ ; θεὸς δικαιοσύνην χωρὶς ἔργων·
وَدَاوُدُ يَقُولُ: لِتَصِرْ مَائِدَتُهُمْ فَخًّا وَقَنَصًا وَعَثْرَةً وَمُجَازَاةً لَهُمْ.
καὶ ; Δαυὶδ λέγει· γενηθήτω ἡ ; τράπεζα ; αὐτῶν εἰς ; παγίδα καὶ ; εἰς ; θήραν καὶ ; εἰς ; σκάνδαλον καὶ ; εἰς ; ἀνταπόδομα αὐτοῖς·
اُذْكُرْ يَسُوعَ الْمَسِيحَ الْمُقَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ بِحَسَبِ إِنْجِيلِي،
Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου·
يُعَيِّنُ أَيْضًا يَوْمًا قَائِلاً فِي دَاوُدَ: الْيَوْمَ بَعْدَ زَمَانٍ هذَا مِقْدَارُهُ، كَمَا قِيلَ: الْيَوْمَ، إِنْ سَمِعْتُمْ صَوْتَهُ فَلاَ تُقَسُّوا قُلُوبَكُمْ.
ὁρίζει πάλιν τινὰ ; ἡμέραν· λέγων· ἐν Δαυὶδ σήμερον, μετὰ χρόνον, τοσοῦτον καθὼς εἴρηται σήμερον ἐὰν ἀκούσητε, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ μὴ σκληρύνητε τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν.¶
وَمَاذَا أَقُولُ أَيْضًا. لأَنَّهُ يُعْوِزُنِي الْوَقْتُ إِنْ أَخْبَرْتُ عَنْ جِدْعُونَ، وَبَارَاقَ، وَشَمْشُونَ، وَيَفْتَاحَ، وَدَاوُدَ، وَصَمُوئِيلَ، وَالأَنْبِيَاءِ،
Καὶ ; τί λέγω; ἔτι γὰρ ἐπιλείψει ; με ὁ ; χρόνος διηγούμενον περὶ Γεδεών, Βαράκ, τε ; καὶ ; Σαμψών, καὶ ; Ἰεφθάε, Δαυίδ τε ; καὶ ; Σαμουὴλ καὶ ; τῶν ; προφητῶν·
وَاكْتُبْ إِلَى مَلاَكِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي فِيلاَدَلْفِيَا: هذَا يَقُولُهُ الْقُدُّوسُ الْحَقُّ، الَّذِي لَهُ مِفْتَاحُ دَاوُدَ، الَّذِي يَفْتَحُ وَلاَ أَحَدٌ يُغْلِقُ، وَيُغْلِقُ وَلاَ أَحَدٌ يَفْتَحُ:
Καὶ ; γράψον· τῷ ; ἀγγέλῳ τῆς ; ἐκκλησίας ἐν Φιλαδελφείᾳ τάδε λέγει ὁ ; ἅγιος, ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; ἔχων τὴν ; κλεῖν τοῦ ; Δαυίδ, ὁ ; ἀνοίγων καὶ ; οὐδεὶς κλείει καὶ ; κλείει καὶ ; οὐδεὶς ἀνοίγει·
فَقَالَ لِي وَاحِدٌ مِنَ الشُّيُوخِ: لاَ تَبْكِ. هُوَذَا قَدْ غَلَبَ الأَسَدُ الَّذِي مِنْ سِبْطِ يَهُوذَا، أَصْلُ دَاوُدَ، لِيَفْتَحَ السِّفْرَ وَيَفُكَّ خُتُومَهُ السَّبْعَةَ.
καὶ ; λέγει μοι· εἷς ἐκ πρεσβυτέρων μὴ κλαῖε. ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ ; λέων ὁ ὢν ; ἐκ τῆς ; φυλῆς Ἰούδα, ἡ ; ῥίζα Δαυίδ, ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον καὶ ; λῦσαι σφραγῖδας ; αὐτοῦ. τὰς ; ἑπτὰ
أَنَا يَسُوعُ، أَرْسَلْتُ مَلاَكِي لأَشْهَدَ لَكُمْ بِهذِهِ الأُمُورِ عَنِ الْكَنَائِسِ. أَنَا أَصْلُ وَذُرِّيَّةُ دَاوُدَ. كَوْكَبُ الصُّبْحِ الْمُنِيرُ.
Ἐγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν ; ἄγγελόν ; μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ; ἐκκλησίαις. ἐγώ ; εἰμι ἡ ; ῥίζα καὶ ; τὸ ; γένος τοῦ ; Δαυίδ, ὁ ; ἀστὴρ καὶ; ὀρθρινός ὁ ; λαμπρὸς