ك
إصحاح
G92
G93. adikía
G94
المعنى المختصر للكلمة
adikía: (legal) injustice (properly, the quality, by implication, the act)
اللفظ الأصلي ἀδικία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق adikía (ad-ee-kee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 23 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 (legal) injustice (properly, the quality, by implication, the act)
2 morally, wrongfulness (of character, life or act)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
iniquity unjust unrighteousness wrong

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῆς ; ἀδικίας (4×) ἀδικίας (3×) ἀδικίας. (2×) ἀδικία (2×) τῆς ; ἀδικίας, (2×) ἐπὶ ; τῇ ; ἀδικίᾳ, (1×) ἐν ; ἀδικίᾳ (1×) ἐν ; τῇ ; ἀδικίᾳ.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَيَقُولُ: أَقُولُ لَكُمْ: لاَ أَعْرِفُكُمْ مِنْ أَيْنَ أَنْتُمْ، تَبَاعَدُوا عَنِّي يَا جَمِيعَ فَاعِلِي الظُّلْمِ.
καὶ ; ἐρεῖ· Λέγω ὑμῖν· οὐκ οἶδα ; ὑμᾶς πόθεν ἐστέ, ἀπόστητε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ πάντες οἱ ; ἐργάται τῆς ; ἀδικίας.
فَمَدَحَ السَّيِّدُ وَكِيلَ الظُّلْمِ إِذْ بِحِكْمَةٍ فَعَلَ، لأَنَّ أَبْنَاءَ هذَا الدَّهْرِ أَحْكَمُ مِنْ أَبْنَاءِ النُّورِ فِي جِيلِهِمْ.
καὶ ; ἐπῄνεσεν ὁ ; κύριος τὸν ; οἰκονόμον τῆς ; ἀδικίας ὅτι φρονίμως ἐποίησεν, ὅτι οἱ ; υἱοὶ τούτου τοῦ ; αἰῶνος φρονιμώτεροι ; εἰσιν. ὑπὲρ τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; φωτὸς εἰς τὴν ; γενεὰν ; τὴν ; ἑαυτῶν
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους
وَقَالَ الرَّبُّ: اسْمَعُوا مَا يَقُولُ قَاضِي الظُّلْمِ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος· ἀκούσατε τί λέγει· ὁ ; κριτὴς τῆς ; ἀδικίας
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
فَإِنَّ هذَا اقْتَنَى حَقْلاً مِنْ أُجْرَةِ الظُّلْمِ، وَإِذْ سَقَطَ عَلَى وَجْهِهِ انْشَقَّ مِنَ الْوَسْطِ، فَانْسَكَبَتْ أَحْشَاؤُهُ كُلُّهَا.
μὲν ; οὖν οὗτος ἐκτήσατο χωρίον ἐκ τοῦ ; μισθοῦ τῆς ; ἀδικίας, καὶ γενόμενος πρηνὴς ἐλάκησεν μέσος καὶ ; ἐξεχύθη τὰ ; σπλάγχνα ; αὐτοῦ, πάντα
لأَنِّي أَرَاكَ فِي مَرَارَةِ الْمُرِّ وَرِبَاطِ الظُّلْمِ.
γὰρ ὁρῶ ; σε ὄντα. ; εἰς χολὴν πικρίας καὶ ; σύνδεσμον ἀδικίας
لأَنَّ غَضَبَ اللهِ مُعْلَنٌ مِنَ السَّمَاءِ عَلَى جَمِيعِ فُجُورِ النَّاسِ وَإِثْمِهِمِ، الَّذِينَ يَحْجِزُونَ الْحَقَّ بِالإِثْمِ.
γὰρ ὀργὴ θεοῦ Ἀποκαλύπτεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν ἀνθρώπων καὶ ; ἀδικίαν τῶν ; κατεχόντων, τὴν ; ἀλήθειαν ἐν ; ἀδικίᾳ
لأَنَّ غَضَبَ اللهِ مُعْلَنٌ مِنَ السَّمَاءِ عَلَى جَمِيعِ فُجُورِ النَّاسِ وَإِثْمِهِمِ، الَّذِينَ يَحْجِزُونَ الْحَقَّ بِالإِثْمِ.
γὰρ ὀργὴ θεοῦ Ἀποκαλύπτεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν ἀνθρώπων καὶ ; ἀδικίαν τῶν ; κατεχόντων, τὴν ; ἀλήθειαν ἐν ; ἀδικίᾳ
مَمْلُوئِينَ مِنْ كُلِّ إِثْمٍ وَزِنًا وَشَرّ وَطَمَعٍ وَخُبْثٍ، مَشْحُونِينَ حَسَدًا وَقَتْلاً وَخِصَامًا وَمَكْرًا وَسُوءًا،
πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξίᾳ, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου, κακοηθείας,
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ أَهْلِ التَّحَزُّبِ، وَلاَ يُطَاوِعُونَ لِلْحَقِّ بَلْ يُطَاوِعُونَ لِلإِثْمِ، فَسَخَطٌ وَغَضَبٌ،
δὲ τοῖς ἐξ ἐριθείας ἀπειθοῦσιν ; μὲν τῇ ; ἀληθείᾳ, δὲ πειθομένοις τῇ ; ἀδικίᾳ, ὀργὴ καὶ ; θυμός,
وَلاَ تُقَدِّمُوا أَعْضَاءَكُمْ آلاَتِ إِثْمٍ لِلْخَطِيَّةِ، بَلْ قَدِّمُوا ذَوَاتِكُمْ للهِ كَأَحْيَاءٍ مِنَ الأَمْوَاتِ وَأَعْضَاءَكُمْ آلاَتِ بِرّ ِللهِ.
μηδὲ παριστάνετε τὰ ; μέλη ; ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ; ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ ; θεῷ ὡς; ζῶντας ἐκ νεκρῶν καὶ ; τὰ ; μέλη ; ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ ; θεῷ.
فَمَاذَا نَقُولُ. أَلَعَلَّ عِنْدَ اللهِ ظُلْمًا. حَاشَا.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; παρὰ τῷ ; θεῷ; μὴ ; ἀδικία μὴ ; γένοιτο.
وَلاَ تَفْرَحُ بِالإِثْمِ بَلْ تَفْرَحُ بِالْحَقِّ،
οὐ χαίρει ἐπὶ ; τῇ ; ἀδικίᾳ, δὲ συγχαίρει τῇ ; ἀληθείᾳ,
لأَنَّهُ مَا هُوَ الَّذِي نَقَصْتُمْ عَنْ سَائِرِ الْكَنَائِسِ، إِلاَّ أَنِّي أَنَا لَمْ أُثَقِّلْ عَلَيْكُمْ. سَامِحُونِي بِهذَا الظُّلْمِ.
γάρ τί ἐστιν ὃ ἡσσώθητε ὑπὲρ τὰς ; λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ ; μὴ ὅτι ; αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ ; μοι ταύτην.¶ τὴν ; ἀδικίαν
وَبِكُلِّ خَدِيعَةِ الإِثْمِ، فِي الْهَالِكِينَ، لأَنَّهُمْ لَمْ يَقْبَلُوا مَحَبَّةَ الْحَقِّ حَتَّى يَخْلُصُوا.
καὶ ; ἐν ; πάσῃ ἀπάτῃ τῆς ; ἀδικίας ἐν τοῖς ; ἀπολλυμένοις, ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἐδέξαντο τὴν ; ἀγάπην τῆς ; ἀληθείας εἰς τὸ ; σωθῆναι ; αὐτούς·
لِكَيْ يُدَانَ جَمِيعُ الَّذِينَ لَمْ يُصَدِّقُوا الْحَقَّ، بَلْ سُرُّوا بِالإِثْمِ.
ἵνα κριθῶσιν πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ; ἀληθείᾳ ἀλλ᾽ εὐδοκήσαντες ἐν ; τῇ ; ἀδικίᾳ.¶
وَلكِنَّ أَسَاسَ اللهِ الرَّاسِخَ قَدْ ثَبَتَ، إِذْ لَهُ هذَا الْخَتْمُ: يَعْلَمُ الَّذِينَ هُمْ لَهُ. وَلْيَتَجَنَّبِ الإِثْمَ كُلُّ مَنْ يُسَمِّي اسْمَ الْمَسِيحِ.
μέντοι θεμέλιος τοῦ ; θεοῦ στερεὸς ἕστηκεν ἔχων ταύτην· τὴν ; σφραγῖδα ἔγνω τοὺς ὄντας αὐτοῦ, καὶ ; ἀποστήτω ἀπὸ ; ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ; ὄνομα κύριος
فَاللِّسَانُ نَارٌ. عَالَمُ الإِثْمِ. هكَذَا جُعِلَ فِي أَعْضَائِنَا اللِّسَانُ، الَّذِي يُدَنِّسُ الْجِسْمَ كُلَّهُ، وَيُضْرِمُ دَائِرَةَ الْكَوْنِ، وَيُضْرَمُ مِنْ جَهَنَّمَ.
καὶ ; ἡ ; γλῶσσα πῦρ, ὁ ; κόσμος τῆς ; ἀδικίας οὕτως, καθίσταται ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν ἡ ; γλῶσσα ἡ ; σπιλοῦσα τὸ ; σῶμα ὅλον φλογίζουσα τὸν ; τροχὸν τῆς ; γενέσεως καὶ ; φλογιζομένη ὑπὸ τῆς ; γεέννης.¶
آخِذِينَ أُجْرَةَ الإِثْمِ. الَّذِينَ يَحْسِبُونَ تَنَعُّمَ يَوْمٍ لَذَّةً. أَدْنَاسٌ وَعُيُوبٌ، يَتَنَعَّمُونَ فِي غُرُورِهِمْ صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعَكُمْ.
κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας. ἡγούμενοι τρυφήν, ἡμέρᾳ ἡδονὴν σπίλοι καὶ ; μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ; ἀπάταις ; αὐτῶν συνευωχούμενοι ; ὑμῖν,
قَدْ تَرَكُوا الطَّرِيقَ الْمُسْتَقِيمَ، فَضَلُّوا، تَابِعِينَ طَرِيقَ بَلْعَامَ بْنِ بَصُورَ الَّذِي أَحَبَّ أُجْرَةَ الإِثْمِ.
καταλιπόντες ὁδὸν τὴν ; εὐθεῖαν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ; ὁδῷ Βαλαὰμ ; τοῦ τοῦ ; Βοσόρ, ὃς ἠγάπησεν, μισθὸν ἀδικίας
إِنِ اعْتَرَفْنَا بِخَطَايَانَا فَهُوَ أَمِينٌ وَعَادِلٌ، حَتَّى يَغْفِرَ لَنَا خَطَايَانَا وَيُطَهِّرَنَا مِنْ كُلِّ إِثْمٍ.
ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ; ἁμαρτίας ; ἡμῶν, ἐστιν πιστός δίκαιος ἵνα ἀφῇ ἡμῖν ἁμαρτίας καθαρίσῃ ; ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας.
كُلُّ إِثْمٍ هُوَ خَطِيَّةٌ، وَتُوجَدُ خَطِيَّةٌ لَيْسَتْ لِلْمَوْتِ.
πᾶσα ἀδικία ἐστίν, ἁμαρτία ἔστιν ἁμαρτία οὐ θάνατον.