المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 2: 3
Act.2.3
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν
أعمال الرسل 2: 3
Act.2.3
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν
أعمال الرسل 2: 4
Act.2.4
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
أعمال الرسل 2: 6
Act.2.6
فَلَمَّا صَارَ هذَا الصَّوْتُ، اجْتَمَعَ الْجُمْهُورُ وَتَحَيَّرُوا، لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ كَانَ يَسْمَعُهُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَتِهِ.
γενομένης ; δὲ ταύτης τῆς ; φωνῆς συνῆλθεν τὸ ; πλῆθος καὶ ; συνεχύθη, ὅτι ἕκαστος εἷς ἤκουον ; αὐτῶν. λαλούντων τῇ ; ἰδίᾳ ; διαλέκτῳ
أعمال الرسل 2: 11
Act.2.11
كِرِيتِيُّونَ وَعَرَبٌ، نَسْمَعُهُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَتِنَا بِعَظَائِمِ اللهِ..
Κρῆτες καὶ ; Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων ; αὐτῶν ταῖς ; ἡμετέραις ; γλώσσαις τὰ ; μεγαλεῖα τοῦ ; θεοῦ;¶
أعمال الرسل 2: 14
Act.2.14
فَوَقَفَ بُطْرُسُ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ وَرَفَعَ صَوْتَهُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْيَهُودُ وَالسَّاكِنُونَ فِي أُورُشَلِيمَ أَجْمَعُونَ، لِيَكُنْ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ وَأَصْغُوا إِلَى كَلاَمِي،
Σταθεὶς ; δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ; ἕνδεκα ἐπῆρεν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ; οἱ ; κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες ἔστω τοῦτο γνωστὸν ὑμῖν καὶ ; ἐνωτίσασθε τὰ ; ῥήματά ; μου.
أعمال الرسل 2: 14
Act.2.14
فَوَقَفَ بُطْرُسُ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ وَرَفَعَ صَوْتَهُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْيَهُودُ وَالسَّاكِنُونَ فِي أُورُشَلِيمَ أَجْمَعُونَ، لِيَكُنْ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ وَأَصْغُوا إِلَى كَلاَمِي،
Σταθεὶς ; δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ; ἕνδεκα ἐπῆρεν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ; οἱ ; κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες ἔστω τοῦτο γνωστὸν ὑμῖν καὶ ; ἐνωτίσασθε τὰ ; ῥήματά ; μου.
أعمال الرسل 2: 22
Act.2.22
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ اسْمَعُوا هذِهِ الأَقْوَالَ: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ رَجُلٌ قَدْ تَبَرْهَنَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ بِقُوَّاتٍ وَعَجَائِبَ وَآيَاتٍ صَنَعَهَا اللهُ بِيَدِهِ فِي وَسْطِكُمْ، كَمَا أَنْتُمْ أَيْضًا تَعْلَمُونَ.
Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τούτους· τοὺς ; λόγους Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον εἰς ; ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ δυνάμεσιν καὶ ; τέρασιν καὶ ; σημείοις οἷς ; ἐποίησεν ὁ ; θεὸς δι᾽ ; αὐτοῦ ἐν μέσῳ ; ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ καὶ οἴδατε,
أعمال الرسل 2: 22
Act.2.22
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ اسْمَعُوا هذِهِ الأَقْوَالَ: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ رَجُلٌ قَدْ تَبَرْهَنَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ بِقُوَّاتٍ وَعَجَائِبَ وَآيَاتٍ صَنَعَهَا اللهُ بِيَدِهِ فِي وَسْطِكُمْ، كَمَا أَنْتُمْ أَيْضًا تَعْلَمُونَ.
Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τούτους· τοὺς ; λόγους Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον εἰς ; ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ δυνάμεσιν καὶ ; τέρασιν καὶ ; σημείοις οἷς ; ἐποίησεν ὁ ; θεὸς δι᾽ ; αὐτοῦ ἐν μέσῳ ; ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ καὶ οἴδατε,
أعمال الرسل 2: 24
Act.2.24
اَلَّذِي أَقَامَهُ اللهُ نَاقِضًا أَوْجَاعَ الْمَوْتِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ مُمْكِنًا أَنْ يُمْسَكَ مِنْهُ.
ὃν ἀνέστησεν ὁ ; θεὸς λύσας τὰς ; ὠδῖνας τοῦ ; θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ; αὐτὸν ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
أعمال الرسل 2: 24
Act.2.24
اَلَّذِي أَقَامَهُ اللهُ نَاقِضًا أَوْجَاعَ الْمَوْتِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ مُمْكِنًا أَنْ يُمْسَكَ مِنْهُ.
ὃν ἀνέστησεν ὁ ; θεὸς λύσας τὰς ; ὠδῖνας τοῦ ; θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ; αὐτὸν ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
أعمال الرسل 2: 25
Act.2.25
لأَنَّ دَاوُدَ يَقُولُ فِيهِ: كُنْتُ أَرَى الرَّبَّ أَمَامِي فِي كُلِّ حِينٍ، أَنَّهُ عَنْ يَمِينِي، لِكَيْ لاَ أَتَزَعْزَعَ.
γὰρ Δαυὶδ λέγει εἰς ; αὐτόν· προορώμην τὸν ; κύριον ἐνώπιόν ; μου διὰ παντός, ὅτι ; ἐστιν ἐκ δεξιῶν ; μού ἵνα μὴ σαλευθῶ·
أعمال الرسل 2: 29
Act.2.29
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، يَسُوغُ أَنْ يُقَالَ لَكُمْ جِهَارًا عَنْ رَئِيسِ الآبَاءِ دَاوُدَ إِنَّهُ مَاتَ وَدُفِنَ، وَقَبْرُهُ عِنْدَنَا حَتَّى هذَا الْيَوْمِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν πρὸς ; ὑμᾶς μετὰ ; παρρησίας περὶ τοῦ ; πατριάρχου Δαυὶδ ὅτι καὶ ; ἐτελεύτησεν καὶ ; ἐτάφη καὶ ; τὸ ; μνῆμα ; αὐτοῦ ἔστιν ; ἐν ; ἡμῖν ἄχρι ταύτης. τῆς ; ἡμέρας
أعمال الرسل 2: 30
Act.2.30
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
أعمال الرسل 2: 30
Act.2.30
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
أعمال الرسل 2: 30
Act.2.30
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
أعمال الرسل 2: 31
Act.2.31
سَبَقَ فَرَأَى وَتَكَلَّمَ عَنْ قِيَامَةِ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ لَمْ تُتْرَكْ نَفْسُهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ رَأَى جَسَدُهُ فَسَادًا.
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τοῦ ; Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ εἰς ᾍδου οὐδὲ εἶδεν ἡ ; σὰρξ ; αὐτοῦ διαφθοράν.
أعمال الرسل 2: 31
Act.2.31
سَبَقَ فَرَأَى وَتَكَلَّمَ عَنْ قِيَامَةِ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ لَمْ تُتْرَكْ نَفْسُهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ رَأَى جَسَدُهُ فَسَادًا.
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τοῦ ; Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ εἰς ᾍδου οὐδὲ εἶδεν ἡ ; σὰρξ ; αὐτοῦ διαφθοράν.
أعمال الرسل 2: 34
Act.2.34
لأَنَّ دَاوُدَ لَمْ يَصْعَدْ إِلَى السَّمَاوَاتِ. وَهُوَ نَفْسُهُ يَقُولُ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي
γὰρ Δαυὶδ οὐ ἀνέβη εἰς τοὺς ; οὐρανούς, δὲ αὐτός· λέγει εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου,
أعمال الرسل 2: 40
Act.2.40
وَبِأَقْوَال أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَشْهَدُ لَهُمْ وَيَعِظُهُمْ قَائِلاً: اخْلُصُوا مِنْ هذَا الْجِيلِ الْمُلْتَوِي.
τε ; λόγοις ἑτέροις πλείοσιν διεμαρτύρετο αὐτοὺς καὶ ; παρεκάλει λέγων· σώθητε ἀπὸ ταύτης. τῆς ; γενεᾶς τῆς ; σκολιᾶς
أعمال الرسل 2: 41
Act.2.41
فَقَبِلُوا كَلاَمَهُ بِفَرَحٍ، وَاعْتَمَدُوا، وَانْضَمَّ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ نَحْوُ ثَلاَثَةِ آلاَفِ نَفْسٍ.
μὲν ; οὖν ; οἱ ; ἀποδεξάμενοι τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ ἀσμένως ἐβαπτίσθησαν καὶ ; προσετέθησαν ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὡσεὶ τρισχίλιαι.¶ ψυχαὶ
أعمال الرسل 2: 44
Act.2.44
وَجَمِيعُ الَّذِينَ آمَنُوا كَانُوا مَعًا، وَكَانَ عِنْدَهُمْ كُلُّ شَيْءٍ مُشْتَرَكًا.
πάντες ; δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά,
أعمال الرسل 3: 1
Act.3.1
وَصَعِدَ بُطْرُسُ وَيُوحَنَّا مَعًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي سَاعَةِ الصَّلاَةِ التَّاسِعَةِ.
δὲ ; ἀνέβαινον Πέτρος καὶ ; Ἰωάννης Ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὸ ; ἱερὸν ἐπὶ τὴν ; ὥραν τῆς ; προσευχῆς ἐνάτην. ; τὴν
أعمال الرسل 3: 2
Act.3.2
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
أعمال الرسل 3: 4
Act.3.4
فَتَفَرَّسَ فِيهِ بُطْرُسُ مَعَ يُوحَنَّا، وَقَالَ: انْظُرْ إِلَيْنَا.
ἀτενίσας ; δὲ εἰς ; αὐτὸν Πέτρος σὺν τῷ ; Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ; ἡμᾶς.
أعمال الرسل 3: 5
Act.3.5
فَلاَحَظَهُمَا مُنْتَظِرًا أَنْ يَأْخُذَ مِنْهُمَا شَيْئًا.
ὁ ; δὲ ; ἐπεῖχεν ; αὐτοῖς προσδοκῶν λαβεῖν.¶ παρ᾽ ; αὐτῶν τι
أعمال الرسل 3: 5
Act.3.5
فَلاَحَظَهُمَا مُنْتَظِرًا أَنْ يَأْخُذَ مِنْهُمَا شَيْئًا.
ὁ ; δὲ ; ἐπεῖχεν ; αὐτοῖς προσδοκῶν λαβεῖν.¶ παρ᾽ ; αὐτῶν τι
أعمال الرسل 3: 7
Act.3.7
وَأَمْسَكَهُ بِيَدِهِ الْيُمْنَى وَأَقَامَهُ، فَفِي الْحَالِ تَشَدَّدَتْ رِجْلاَهُ وَكَعْبَاهُ،
καὶ ; πιάσας ; αὐτὸν τῆς ; χειρὸς δεξιᾶς ἤγειρεν ; αὐτόν. δὲ παραχρῆμα ἐστερεώθησαν αἱ ; βάσεις ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; σφυδρά,
أعمال الرسل 3: 7
Act.3.7
وَأَمْسَكَهُ بِيَدِهِ الْيُمْنَى وَأَقَامَهُ، فَفِي الْحَالِ تَشَدَّدَتْ رِجْلاَهُ وَكَعْبَاهُ،
καὶ ; πιάσας ; αὐτὸν τῆς ; χειρὸς δεξιᾶς ἤγειρεν ; αὐτόν. δὲ παραχρῆμα ἐστερεώθησαν αἱ ; βάσεις ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; σφυδρά,
أعمال الرسل 3: 7
Act.3.7
وَأَمْسَكَهُ بِيَدِهِ الْيُمْنَى وَأَقَامَهُ، فَفِي الْحَالِ تَشَدَّدَتْ رِجْلاَهُ وَكَعْبَاهُ،
καὶ ; πιάσας ; αὐτὸν τῆς ; χειρὸς δεξιᾶς ἤγειρεν ; αὐτόν. δὲ παραχρῆμα ἐστερεώθησαν αἱ ; βάσεις ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; σφυδρά,