ك
إصحاح
G651
G652. apóstolos
G653
المعنى المختصر للكلمة
apóstolos: a delegate
اللفظ الأصلي ἀπόστολος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apóstolos (ap-os-tol-os)
تكرار الورود في الكتاب 79 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a delegate
2 specially, an ambassador of the Gospel
3 officially a commissioner of Christ ("apostle") (with miraculous powers)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
apostle messenger he that is sent

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπόστολος (11×) τῶν ; ἀποστόλων (10×) οἱ ; ἀπόστολοι (8×) τοὺς ; ἀποστόλους (6×) ἀπόστολος, (3×) ἀπόστολοι (3×) ἀποστόλων (3×) ἀποστόλους (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (79 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا سَمِعَ الرَّسُولاَنِ، بَرْنَابَا وَبُولُسُ، مَزَّقَا ثِيَابَهُمَا، وَانْدَفَعَا إِلَى الْجَمْعِ صَارِخَيْنِ
δὲ Ἀκούσαντες οἱ ; ἀπόστολοι Βαρναβᾶς καὶ ; Παῦλος διαρρήξαντες τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ; ὄχλον κράζοντες
فَلَمَّا حَصَلَ لِبُولُسَ وَبَرْنَابَا مُنَازَعَةٌ وَمُبَاحَثَةٌ لَيْسَتْ بِقَلِيلَةٍ مَعَهُمْ، رَتَّبُوا أَنْ يَصْعَدَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَأُنَاسٌ آخَرُونَ مِنْهُمْ إِلَى الرُّسُلِ وَالْمَشَايخِ إِلَى أُورُشَلِيمَ مِنْ أَجْلِ هذِهِ الْمَسْأَلَةِ.
οὖν γενομένης τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Βαρναβᾷ στάσεως καὶ ; συζητήσεως οὐκ ὀλίγης πρὸς ; αὐτοὺς ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ ; Βαρναβᾶν καί ; τινας ἄλλους ἐξ ; αὐτῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ περὶ τοῦ ; τούτου.¶ ζητήματος
وَلَمَّا حَضَرُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبِلَتْهُمُ الْكَنِيسَةُ وَالرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ، فَأَخْبَرُوهُمْ بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمْ.
δὲ παραγενόμενοι εἰς Ἰερουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ; τῆς ; ἐκκλησίας καὶ ; τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν ; τε ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν.¶
فَاجْتَمَعَ الرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ لِيَنْظُرُوا فِي هذَا الأَمْرِ.
Συνήχθησάν ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ ; τούτου. λόγου
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
وَكَتَبُوا بِأَيْدِيهِمْ هكَذَا: اَلرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ وَالإِخْوَةُ يُهْدُونَ سَلاَمًا إِلَى الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنَ الأُمَمِ فِي أَنْطَاكِيَةَ وَسُورِيَّةَ وَكِيلِيكِيَّةَ:
γράψαντες διὰ ; χειρὸς ; αὐτῶν τάδε·¶ Οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ χαίρειν.¶ τοῖς ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν κατὰ τὴν ; Ἀντιόχειαν καὶ ; Συρίαν καὶ ; Κιλικίαν
ثُمَّ بَعْدَ مَا صَرَفَا زَمَانًا أُطْلِقَا بِسَلاَمٍ مِنَ الإِخْوَةِ إِلَى الرُّسُلِ.
δὲ ποιήσαντες χρόνον ἀπελύθησαν μετ᾽ ; εἰρήνης ἀπὸ τῶν ; ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους
وَإِذْ كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي الْمُدُنِ كَانُوا يُسَلِّمُونَهُمُ الْقَضَايَا الَّتِي حَكَمَ بِهَا الرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ لِيَحْفَظُوهَا.
δὲ ; ὡς διεπορεύοντο τὰς ; πόλεις, παρεδίδοσαν ; αὐτοῖς τὰ ; δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ ; τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις.¶ φυλάσσειν
بُولُسُ، عَبْدٌ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً، الْمُفْرَزُ لإِنْجِيلِ اللهِ،
Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ, Χριστοῦ κλητὸς ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς ; εὐαγγέλιον θεοῦ,
فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ أَيُّهَا الأُمَمُ: بِمَا أَنِّي أَنَا رَسُولٌ لِلأُمَمِ أُمَجِّدُ خِدْمَتِي،
γὰρ; λέγω Ὑμῖν τοῖς ; ἔθνεσιν· μὲν ; οὖν εἰμι ἐγὼ ἀπόστολος, ἐθνῶν δοξάζω, τὴν ; διακονίαν ; μου
سَلِّمُوا عَلَى أَنْدَرُونِكُوسَ وَيُونِيَاسَ نَسِيبَيَّ، الْمَأْسُورَيْنِ مَعِي، اللَّذَيْنِ هُمَا مَشْهُورَانِ بَيْنَ الرُّسُلِ، وَقَدْ كَانَا فِي الْمَسِيحِ قَبْلِي.
ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ ; Ἰουνίαν τοὺς ; συγγενεῖς ; μου καὶ ; συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ; ἀποστόλοις, οἳ ; καὶ γέγοναν ἐν Χριστῷ.¶ πρὸ ; ἐμοῦ
بُولُسُ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، وَسُوسْتَانِيسُ الأَخُ،
Παῦλος κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ καὶ ; Σωσθένης ὁ ; ἀδελφὸς
فَإِنِّي أَرَى أَنَّ اللهَ أَبْرَزَنَا نَحْنُ الرُّسُلَ آخِرِينَ، كَأَنَّنَا مَحْكُومٌ عَلَيْنَا بِالْمَوْتِ. لأَنَّنَا صِرْنَا مَنْظَرًا لِلْعَالَمِ، لِلْمَلاَئِكَةِ وَالنَّاسِ.
γάρ δοκῶ ὅτι, ὁ ; θεὸς ἀπέδειξεν ἡμᾶς τοὺς ; ἀποστόλους ἐσχάτους ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι ἐγενήθημεν θέατρον τῷ ; κόσμῳ καὶ ; ἀγγέλοις καὶ ; ἀνθρώποις.
أَلَسْتُ أَنَا رَسُولاً. أَلَسْتُ أَنَا حُرًّا. أَمَا رَأَيْتُ يَسُوعَ الْمَسِيحَ رَبَّنَا. أَلَسْتُمْ أَنْتُمْ عَمَلِي فِي الرَّبِّ.
οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ ἑόρακα; Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν οὐ ὑμεῖς ; ἐστε τὸ ; ἔργον ; μου ἐν κυρίῳ;
إِنْ كُنْتُ لَسْتُ رَسُولاً إِلَى آخَرِينَ، فَإِنَّمَا أَنَا إِلَيْكُمْ لأَنَّكُمْ أَنْتُمْ خَتْمُ رِسَالَتِي فِي الرَّبِّ.
εἰ εἰμὶ οὐκ ἀπόστολος, ἄλλοις ἀλλά εἰμι· ὑμῖν γὰρ ὑμεῖς ; ἐστε ἡ ; σφραγίς ἐμῆς; τῆς ; ἀποστολῆς ἐν κυρίῳ.
أَلَعَلَّنَا لَيْسَ لَنَا سُلْطَانٌ أَنْ نَجُولَ بِأُخْتٍ زَوْجَةً كَبَاقِي الرُّسُلِ وَإِخْوَةِ الرَّبِّ وَصَفَا.
μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν περιάγειν ἀδελφὴν γυναῖκα ὡς ; καὶ ; οἱ ; λοιποὶ ἀπόστολοι οἱ ; ἀδελφοὶ τοῦ ; κυρίου καὶ ; Κηφᾶς;
فَوَضَعَ اللهُ أُنَاسًا فِي الْكَنِيسَةِ: أَوَّلاً رُسُلاً، ثَانِيًا أَنْبِيَاءَ، ثَالِثًا مُعَلِّمِينَ، قُوَّاتٍ، وَبَعْدَ ذلِكَ مَوَاهِبَ شِفَاءٍ، أَعْوَانًا، تَدَابِيرَ، وَأَنْوَاعَ أَلْسِنَةٍ.
καὶ ; ἔθετο ὁ ; θεὸς οὓς ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, δυνάμεις, ἔπειτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήμψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν.
أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ رُسُلٌ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ أَنْبِيَاءُ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ مُعَلِّمُونَ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ أَصْحَابُ قُوَّاتٍ.
μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις;
وَبَعْدَ ذلِكَ ظَهَرَ لِيَعْقُوبَ، ثُمَّ لِلرُّسُلِ أَجْمَعِينَ.
ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, εἶτα τοῖς ; ἀποστόλοις πᾶσιν.
لأَنِّي أَصْغَرُ الرُّسُلِ، أَنَا الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً لأَنْ أُدْعَى رَسُولاً، لأَنِّي اضْطَهَدْتُ كَنِيسَةَ اللهِ.
γάρ ; εἰμι ὁ ; ἐλάχιστος τῶν ; ἀποστόλων ἐγὼ ὃς οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ·
لأَنِّي أَصْغَرُ الرُّسُلِ، أَنَا الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً لأَنْ أُدْعَى رَسُولاً، لأَنِّي اضْطَهَدْتُ كَنِيسَةَ اللهِ.
γάρ ; εἰμι ὁ ; ἐλάχιστος τῶν ; ἀποστόλων ἐγὼ ὃς οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ·
بُولُسُ، رَسُولُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، وَتِيمُوثَاوُسُ الأَخُ، إِلَى كَنِيسَةِ اللهِ الَّتِي فِي كُورِنْثُوسَ، مَعَ الْقِدِّيسِينَ أَجْمَعِينَ الَّذِينَ فِي جَمِيعِ أَخَائِيَةَ:
Παῦλος ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ καὶ ; Τιμόθεος ὁ ; ἀδελφὸς τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ ; θεοῦ τῇ οὔσῃ ; ἐν Κορίνθῳ σὺν τοῖς ; ἁγίοις πᾶσιν τοῖς οὖσιν ; ἐν ὅλῃ Ἀχαΐᾳ·
أَمَّا مِنْ جِهَةِ تِيطُسَ فَهُوَ شَرِيكٌ لِي وَعَامِلٌ مَعِي لأَجْلِكُمْ. وَأَمَّا أَخَوَانَا فَهُمَا رَسُولاَ الْكَنَائِسِ، وَمَجْدُ الْمَسِيحِ.
εἴτε ; ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς συνεργός· εἰς ; ὑμᾶς εἴτε ἀδελφοὶ ; ἡμῶν, ἀπόστολοι ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ.
لأَنِّي أَحْسِبُ أَنِّي لَمْ أَنْقُصْ شَيْئًا عَنْ فَائِقِي الرُّسُلِ.
γὰρ Λογίζομαι ὑστερηκέναι μηδὲν τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων.
لأَنَّ مِثْلَ هؤُلاَءِ هُمْ رُسُلٌ كَذَبَةٌ، فَعَلَةٌ مَاكِرُونَ، مُغَيِّرُونَ شَكْلَهُمْ إِلَى شِبْهِ رُسُلِ الْمَسِيحِ.
οἱ ; γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ·
قَدْ صِرْتُ غَبِيًّا وَأَنَا أَفْتَخِرُ. أَنْتُمْ أَلْزَمْتُمُونِي. لأَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ أُمْدَحَ مِنْكُمْ، إِذْ لَمْ أَنْقُصْ شَيْئًا عَنْ فَائِقِي الرُّسُلِ، وَإِنْ كُنْتُ لَسْتُ شَيْئًا.
Γέγονα ἄφρων ἐγὼ καυχώμενος· ὑμεῖς με ; ἠναγκάσατε. γὰρ ὤφειλον συνίστασθαι· ὑφ᾽ ; ὑμῶν γὰρ οὐδὲν ; ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ ; καὶ εἰμι. οὐδέν
إِنَّ عَلاَمَاتِ الرَّسُولِ صُنِعَتْ بَيْنَكُمْ فِي كُلِّ صَبْرٍ، بِآيَاتٍ وَعَجَائِبَ وَقُوَّاتٍ.
τὰ ; μὲν ; σημεῖα τοῦ ; ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ; ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν ; σημείοις καὶ ; τέρασιν καὶ ; δυνάμεσιν.
بُولُسُ، رَسُولٌ لاَ مِنَ النَّاسِ وَلاَ بِإِنْسَانٍ، بَلْ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ وَاللهِ الآبِ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ،
Παῦλος ἀπόστολος οὐκ ἀπ᾽ ἀνθρώπων οὐδὲ δι᾽ ; ἀνθρώπου ἀλλὰ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν
وَلاَ صَعِدْتُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، إِلَى الرُّسُلِ الَّذِينَ قَبْلِي، بَلِ انْطَلَقْتُ إِلَى الْعَرَبِيَّةِ، ثُمَّ رَجَعْتُ أَيْضًا إِلَى دِمَشْقَ.
οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους, πρὸ ; ἐμοῦ ἀλλ᾽ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν καὶ ὑπέστρεψα πάλιν εἰς Δαμασκόν.
وَلكِنَّنِي لَمْ أَرَ غَيْرَهُ مِنَ الرُّسُلِ إِلاَّ يَعْقُوبَ أَخَا الرَّبِّ.
δὲ οὐκ εἶδον, ἕτερον τῶν ἀποστόλων εἰ ; μὴ Ἰάκωβον τὸν ; ἀδελφὸν τοῦ ; κυρίου.