ك
إصحاح
G5014
G5015. tarássō
G5016
المعنى المختصر للكلمة
tarássō: to stir or agitate (roil water)
اللفظ الأصلي ταράσσω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tarássō (tar-as-so)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل

to stir or agitate (roil water)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
trouble

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐταράχθη (3×) ταρασσέσθω (2×) ἐταράχθησαν (1×) τετάρακται, (1×) τεταραγμένοι (1×) ταραχθῆτε· (1×) ταραχθῇ (1×) καὶ ; ἐτάρασσε (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ اضْطَرَبَ وَجَمِيعُ أُورُشَلِيمَ مَعَهُ.
δὲ Ἀκούσας Ἡρῴδης ὁ ; βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ ; πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ ; αὐτοῦ,
متى 14: 26 Mat.14.26
فَلَمَّا أَبْصَرَهُ التَّلاَمِيذُ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ اضْطَرَبُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ خَيَالٌ. وَمِنَ الْخَوْفِ صَرَخُوا.
καὶ; ἰδόντες ; αὐτὸν Οἱ ; μαθηταὶ περιπατοῦντα ἐπὶ τὴν; θάλασσαν ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι ; ἐστιν, φάντασμά καὶ ; ἀπὸ τοῦ ; φόβου ἔκραξαν.
لأَنَّ الْجَمِيعَ رَأَوْهُ وَاضْطَرَبُوا. فَلِلْوَقْتِ كَلَّمَهُمْ وَقَالَ لَهُمْ: ثِقُوا. أَنَا هُوَ. لاَ تَخَافُوا.
γὰρ πάντες αὐτὸν ; εἶδον καὶ ; ἐταράχθησαν. καὶ; εὐθὺς ἐλάλησεν ; μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.
فَلَمَّا رَآهُ زَكَرِيَّا اضْطَرَبَ وَوَقَعَ عَلَيْهِ خَوْفٌ.
καὶ ἰδών, Ζαχαρίας ἐταράχθη καὶ ; ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ φόβος
فَقَالَ لَهُمْ: مَا بَالُكُمْ مُضْطَرِبِينَ، وَلِمَاذَا تَخْطُرُ أَفْكَارٌ فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τί ; ἐστὲ τεταραγμένοι καὶ ; διὰ ; τί ἀναβαίνουσιν διαλογισμοὶ ἐν ταῖς; καρδίαις; ὑμῶν;
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς ᾧ δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
اَلآنَ نَفْسِي قَدِ اضْطَرَبَتْ. وَمَاذَا أَقُولُ. أَيُّهَا الآبُ نَجِّنِي مِنْ هذِهِ السَّاعَةِ.. وَلكِنْ لأَجْلِ هذَا أَتَيْتُ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ
Νῦν ἡ ; ψυχή ; μου τετάρακται, καὶ ; τί εἴπω; πάτερ, σῶσόν ; με ἐκ ταύτης; τῆς ; ὥρας ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς ταύτην. τὴν ; ὥραν
لَمَّا قَالَ يَسُوعُ هذَا اضْطَرَبَ بِالرُّوحِ، وَشَهِدَ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ وَاحِدًا مِنْكُمْ سَيُسَلِّمُنِي..
εἰπὼν ὁ ; Ἰησοῦς Ταῦτα ἐταράχθη τῷ ; πνεύματι καὶ ; ἐμαρτύρησεν καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ; ὑμῶν παραδώσει ; με.
لاَ تَضْطَرِبْ قُلُوبُكُمْ. أَنْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِاللهِ فَآمِنُوا بِي.
Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ; ἡ ; καρδία· πιστεύετε εἰς ; τὸν ; θεὸν καὶ ; πιστεύετε. εἰς ; ἐμὲ
سَلاَمًا أَتْرُكُ لَكُمْ. سَلاَمِي أُعْطِيكُمْ. لَيْسَ كَمَا يُعْطِي الْعَالَمُ أُعْطِيكُمْ أَنَا. لاَ تَضْطَرِبْ قُلُوبُكُمْ وَلاَ تَرْهَبْ.
Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην ; τὴν ; ἐμὴν δίδωμι ; ὑμῖν· οὐ καθὼς δίδωσιν, ὁ ; κόσμος δίδωμι ; ὑμῖν. ἐγὼ μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ; ἡ ; καρδία μηδὲ δειλιάτω.
وَلكِنْ وَإِنْ تَأَلَّمْتُمْ مِنْ أَجْلِ الْبِرِّ، فَطُوبَاكُمْ. وَأَمَّا خَوْفَهُمْ فَلاَ تَخَافُوهُ وَلاَ تَضْطَرِبُوا،
ἀλλ᾽ εἰ πάσχοιτε διὰ δικαιοσύνην, μακάριοι. δὲ φόβον μὴ φοβηθῆτε μηδὲ ταραχθῆτε·