ك
إصحاح
G4102
G4103. pistós
G4104
المعنى المختصر للكلمة
pistós: objectively, trustworthy
اللفظ الأصلي πιστός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pistós (pis-tos)
تكرار الورود في الكتاب 65 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 objectively, trustworthy
2 subjectively, trustful
الإنجليزية — KJV Translation Tags
believe(-ing, -r) faithful(-ly) sure true

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πιστὸς (18×) Πιστὸς (5×) πιστοὶ (4×) πιστῷ (3×) πιστὸν (3×) πιστός, (2×) πιστός (2×) πιστοῖς (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (65 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَنَا أَشْكُرُ الْمَسِيحَ يَسُوعَ رَبَّنَا الَّذِي قَوَّانِي، أَنَّهُ حَسِبَنِي أَمِينًا، إِذْ جَعَلَنِي لِلْخِدْمَةِ،
Καὶ ; χάριν ; ἔχω Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν τῷ ἐνδυναμώσαντί ; με ὅτι με ; ἡγήσατο πιστόν θέμενος εἰς ; διακονίαν,
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ وَمُسْتَحِقَّةٌ كُلَّ قُبُول: أَنَّ الْمَسِيحَ يَسُوعَ جَاءَ إِلَى الْعَالَمِ لِيُخَلِّصَ الْخُطَاةَ الَّذِينَ أَوَّلُهُمْ أَنَا.
Πιστὸς ὁ λόγος καὶ ; ἄξιος πάσης ἀποδοχῆς ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς κόσμον σῶσαι, ἁμαρτωλοὺς ὧν πρῶτός εἰμι ; ἐγώ·
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ: إِنِ ابْتَغَى أَحَدٌ الأُسْقُفِيَّةَ، فَيَشْتَهِي عَمَلاً صَالِحًا.
Πιστὸς ὁ ; λόγος· εἴ ὀρέγεται, τις ἐπισκοπῆς ἐπιθυμεῖ. ἔργου καλοῦ
كَذلِكَ النِّسَاءُ ذَوَاتِ وَقَارٍ، غَيْرَ ثَالِبَاتٍ، صَاحِيَاتٍ، أَمِينَاتٍ فِي كُلِّ شَيْءٍ.
ὡσαύτως Γυναῖκας σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλέους πιστὰς ἐν πᾶσιν.
مَانِعِينَ عَنِ الزِّوَاجِ، وَآمِرِينَ أَنْ يُمْتَنَعَ عَنْ أَطْعِمَةٍ قَدْ خَلَقَهَا اللهُ لِتُتَنَاوَلَ بِالشُّكْرِ مِنَ الْمُؤْمِنِينَ وَعَارِفِي الْحَقِّ.
κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ἔκτισεν ὁ ; θεὸς εἰς ; μετάλημψιν μετὰ ; εὐχαριστίας τοῖς ; πιστοῖς καὶ ; ἐπεγνωκόσιν τὴν ; ἀλήθειαν.
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ وَمُسْتَحِقَّةٌ كُلَّ قُبُول.
πιστὸς ὁ ; λόγος καὶ ; ἄξιος. πάσης ἀποδοχῆς
لأَنَّنَا لِهذَا نَتْعَبُ وَنُعَيَّرُ، لأَنَّنَا قَدْ أَلْقَيْنَا رَجَاءَنَا عَلَى اللهِ الْحَيِّ، الَّذِي هُوَ مُخَلِّصُ جَمِيعِ النَّاسِ، وَلاَ سِيَّمَا الْمُؤْمِنِينَ.
γὰρ εἰς ; τοῦτο κοπιῶμεν καὶ ; ὀνειδιζόμεθα ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστιν σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων μάλιστα πιστῶν.¶
لاَ يَسْتَهِنْ أَحَدٌ بِحَدَاثَتِكَ، بَلْ كُنْ قُدْوَةً لِلْمُؤْمِنِينَ فِي الْكَلاَمِ، فِي التَّصَرُّفِ، فِي الْمَحَبَّةِ، فِي الرُّوحِ، فِي الإِيمَانِ، فِي الطَّهَارَةِ.
μηδείς ; καταφρονείτω, σου ; τῆς ; νεότητος ἀλλὰ γίνου τύπος τῶν ; πιστῶν, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ.
إِنْ كَانَ لِمُؤْمِنٍ أَوْ مُؤْمِنَةٍ أَرَامِلُ، فَلْيُسَاعِدْهُنَّ وَلاَ يُثَقَّلْ عَلَى الْكَنِيسَةِ، لِكَيْ تُسَاعِدَ هِيَ اللَّوَاتِي هُنَّ بِالْحَقِيقَةِ أَرَامِلُ.
εἴ τις πιστὸς ἢ πιστὴ χήρας, ἐπαρκείτω ; αὐταῖς καὶ ; μὴ βαρείσθω ἡ ; ἐκκλησία, ἵνα ἐπαρκέσῃ.¶ ταῖς ὄντως χήραις
إِنْ كَانَ لِمُؤْمِنٍ أَوْ مُؤْمِنَةٍ أَرَامِلُ، فَلْيُسَاعِدْهُنَّ وَلاَ يُثَقَّلْ عَلَى الْكَنِيسَةِ، لِكَيْ تُسَاعِدَ هِيَ اللَّوَاتِي هُنَّ بِالْحَقِيقَةِ أَرَامِلُ.
εἴ τις πιστὸς ἢ πιστὴ χήρας, ἐπαρκείτω ; αὐταῖς καὶ ; μὴ βαρείσθω ἡ ; ἐκκλησία, ἵνα ἐπαρκέσῃ.¶ ταῖς ὄντως χήραις
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
وَمَا سَمِعْتَهُ مِنِّي بِشُهُودٍ كَثِيرِينَ، أَوْدِعْهُ أُنَاسًا أُمَنَاءَ، يَكُونُونَ أَكْفَاءً أَنْ يُعَلِّمُوا آخَرِينَ أَيْضًا.
καὶ ; ἃ ἤκουσας παρ᾽ ; ἐμοῦ διὰ ; μαρτύρων, πολλῶν παράθου ἀνθρώποις, πιστοῖς ἔσονται ἱκανοὶ διδάξαι. ἑτέρους καὶ
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ: أَنَّهُ إِنْ كُنَّا قَدْ مُتْنَا مَعَهُ فَسَنَحْيَا أَيْضًا مَعَهُ.
Πιστὸς ὁ ; λόγος· εἰ ; γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ ; συζήσομεν·
إِنْ كُنَّا غَيْرَ أُمَنَاءَ فَهُوَ يَبْقَى أَمِينًا، لَنْ يَقْدِرَ أَنْ يُنْكِرَ نَفْسَهُ.
εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος μένει· πιστὸς οὐ δύναται.¶ ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν
إِنْ كَانَ أَحَدٌ بِلاَ لَوْمٍ، بَعْلَ امْرَأَةٍ وَاحِدَةٍ، لَهُ أَوْلاَدٌ مُؤْمِنُونَ، لَيْسُوا فِي شِكَايَةِ الْخَلاَعَةِ وَلاَ مُتَمَرِّدِينَ.
εἴ ἐστιν τίς ἀνέγκλητος, ἀνήρ, γυναικὸς μιᾶς ἔχων τέκνα πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ; ἀνυπότακτα.
مُلاَزِمًا لِلْكَلِمَةِ الصَّادِقَةِ الَّتِي بِحَسَبِ التَّعْلِيمِ، لِكَيْ يَكُونَ قَادِرًا أَنْ يَعِظَ بِالتَّعْلِيمِ الصَّحِيحِ وَيُوَبِّخَ الْمُنَاقِضِينَ.
ἀντεχόμενον λόγου, πιστοῦ κατὰ διδαχὴν ἵνα ᾖ δυνατὸς καὶ παρακαλεῖν ἐν ; τῇ ; διδασκαλίᾳ τῇ ; ὑγιαινούσῃ καὶ ; ἐλέγχειν.¶ τοὺς ; ἀντιλέγοντας
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ. وَأُرِيدُ أَنْ تُقَرِّرَ هذِهِ الأُمُورَ، لِكَيْ يَهْتَمَّ الَّذِينَ آمَنُوا بِاللهِ أَنْ يُمَارِسُوا أَعْمَالاً حَسَنَةً. فَإِنَّ هذِهِ الأُمُورَ هِيَ الْحَسَنَةُ وَالنَّافِعَةُ لِلنَّاسِ.
Πιστὸς ὁ ; λόγος, βούλομαί διαβεβαιοῦσθαι τούτων ἵνα φροντίζωσιν οἱ πεπιστευκότες τῷ ; θεῷ· προΐστασθαι ἔργων καλῶν ταῦτά ἐστιν τὰ ; καλὰ καὶ ; ὠφέλιμα τοῖς ; ἀνθρώποις.
مِنْ ثَمَّ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يُشْبِهَ إِخْوَتَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ، لِكَيْ يَكُونَ رَحِيمًا، وَرَئِيسَ كَهَنَةٍ أَمِينًا فِي مَا ِللهِ حَتَّى يُكَفِّرَ خَطَايَا الشَّعْبِ.
ὅθεν ὤφειλεν ὁμοιωθῆναι, τοῖς ; ἀδελφοῖς κατὰ πάντα ἵνα γένηται ἐλεήμων καὶ ; ἀρχιερεὺς πιστὸς τὰ πρὸς τὸν ; θεὸν εἰς τὸ ; ἱλάσκεσθαι τὰς ; ἁμαρτίας τοῦ ; λαοῦ.
حَالَ كَوْنِهِ أَمِينًا لِلَّذِي أَقَامَهُ، كَمَا كَانَ مُوسَى أَيْضًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ.
ὄντα πιστὸν τῷ ποιήσαντι ; αὐτὸν ὡς Μωϋσῆς καὶ ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ.
وَمُوسَى كَانَ أَمِينًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ كَخَادِمٍ، شَهَادَةً لِلْعَتِيدِ أَنْ يُتَكَلَّمَ بِهِ.
καὶ ; Μωϋσῆς μὲν ; πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ ὡς ; θεράπων εἰς ; μαρτύριον τῶν ; λαληθησομένων,
لِنَتَمَسَّكْ بِإِقْرَارِ الرَّجَاءِ رَاسِخًا، لأَنَّ الَّذِي وَعَدَ هُوَ أَمِينٌ.
κατέχωμεν τὴν ; ὁμολογίαν τῆς ; ἐλπίδος ἀκλινῆ, γὰρ ὁ ; ἐπαγγειλάμενος, πιστὸς
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
فَإِذًا، الَّذِينَ يَتَأَلَّمُونَ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ، فَلْيَسْتَوْدِعُوا أَنْفُسَهُمْ، كَمَا لِخَالِق أَمِينٍ، فِي عَمَلِ الْخَيْرِ.
ὥστε οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ ; θέλημα τοῦ ; θεοῦ παρατιθέσθωσαν τὰς ; ψυχὰς ; ἑαυτῶν ὡς, κτίστῃ πιστῷ ἐν ἀγαθοποιΐᾳ.¶
بِيَدِ سِلْوَانُسَ الأَخِ الأَمِينِ، كَمَا أَظُنُّ كَتَبْتُ بِكَلِمَاتٍ قَلِيلَةٍ وَاعِظًا وَشَاهِدًا، أَنَّ هذِهِ هِيَ نِعْمَةُ اللهِ الْحَقِيقِيَّةُ الَّتِي فِيهَا تَقُومُونَ.
Διὰ Σιλουανοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ ; πιστοῦ ὡς λογίζομαι, ἔγραψα δι᾽ ; ὀλίγων παρακαλῶν καὶ ; ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι χάριν τοῦ ; θεοῦ, ἀληθῆ ἣν ; εἰς ἑστήκατε
إِنِ اعْتَرَفْنَا بِخَطَايَانَا فَهُوَ أَمِينٌ وَعَادِلٌ، حَتَّى يَغْفِرَ لَنَا خَطَايَانَا وَيُطَهِّرَنَا مِنْ كُلِّ إِثْمٍ.
ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ; ἁμαρτίας ; ἡμῶν, ἐστιν πιστός δίκαιος ἵνα ἀφῇ ἡμῖν ἁμαρτίας καθαρίσῃ ; ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας.
أَيُّهَا الْحَبِيبُ، أَنْتَ تَفْعَلُ بِالأَمَانَةِ كُلَّ مَا تَصْنَعُهُ إِلَى الإِخْوَةِ وَإِلَى الْغُرَبَاءِ،
ἀγαπητέ, ποιεῖς πιστὸν ὃ ; ἐὰν ἐργάσῃ εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ ; εἰς τοὺς; ξένους,
وَمِنْ يَسُوعَ الْمَسِيحِ الشَّاهِدِ الأَمِينِ، الْبِكْرِ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَرَئِيسِ مُلُوكِ الأَرْضِ: الَّذِي أَحَبَّنَا، وَقَدْ غَسَّلَنَا مِنْ خَطَايَانَا بِدَمِهِ،
καὶ ; ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; μάρτυς ὁ ; πιστός, ὁ ; πρωτότοκος ἐκ τῶν ; νεκρῶν καὶ ; ὁ ; ἄρχων τῶν ; βασιλέων τῆς ; γῆς. τῷ ἀγαπήσαντι; ἡμᾶς καὶ λούσαντι; ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ; ἁμαρτιῶν ; ἡμῶν ἐν ; τῷ ; αἵματι ; αὐτοῦ
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ، وَأَيْنَ تَسْكُنُ حَيْثُ كُرْسِيُّ الشَّيْطَانِ، وَأَنْتَ مُتَمَسِّكٌ بِاسْمِي، وَلَمْ تُنْكِرْ إِيمَانِي حَتَّى فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا كَانَ أَنْتِيبَاسُ شَهِيدِي الأَمِينُ الَّذِي قُتِلَ عِنْدَكُمْ حَيْثُ الشَّيْطَانُ يَسْكُنُ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου, καὶ ; ποῦ κατοικεῖς, ὅπου ὁ ; θρόνος τοῦ ; σατανᾶ, καὶ ; κρατεῖς τὸ ; ὄνομά ; μου καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὴν ; πίστιν ; μου καὶ ἐν ταῖς ; ἡμέραις αἷς ἐν Ἀντιπᾶς ὁ ; μάρτυς ; μου ὁ ; πιστός ὃς ἀπεκτάνθη παρ᾽ ; ὑμῖν ὅπου ὁ ; σατανᾶς κατοικεῖ.