ك
إصحاح
G3971
G3972. paulos
G3973
المعنى المختصر للكلمة
paulos: (little
اللفظ الأصلي Παῦλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق paulos (pow-los)
تكرار الورود في الكتاب 162 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 (little
2 but remotely from a derivative of , meaning the same)
3 Paulus, the name of a Roman and of an apostle
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Paul Paulus

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; Παῦλος (36×) Παῦλος (29×) τὸν ; Παῦλον (21×) τῷ ; Παύλῳ (13×) τοῦ ; Παύλου (11×) ὁ ; Παῦλος· (5×) Παύλου, (4×) ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (162 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا حَصَلَ صَوْمٌ كَثِيرٌ، حِينَئِذٍ وَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِهِمْ وَقَالَ: كَانَ يَنْبَغِي أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْ تُذْعِنُوا لِي، وَلاَ تُقْلِعُوا مِنْ كِرِيتَ، فَتَسْلَمُوا مِنْ هذَا الضَّرَرِ وَالْخَسَارَةِ.
δὲ; ὑπαρχούσης ἀσιτίας πολλῆς τότε σταθεὶς ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ ; αὐτῶν εἶπεν·¶ Ἔδει ; μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς ; Κρήτης, κερδῆσαί τὴν ; ταύτην ὕβριν καὶ ; τὴν ; ζημίαν.
قَائِلاً: لاَ تَخَفْ يَا بُولُسُ. يَنْبَغِي لَكَ أَنْ تَقِفَ أَمَامَ قَيْصَرَ. وَهُوَذَا قَدْ وَهَبَكَ اللهُ جَمِيعَ الْمُسَافِرِينَ مَعَكَ.
λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε, δεῖ σε παραστῆναι, Καίσαρί καὶ ; ἰδοὺ κεχάρισταί ; σοι ὁ ; θεὸς πάντας ; τοὺς πλέοντας μετὰ ; σοῦ.
قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ وَالْعَسْكَرِ: إِنْ لَمْ يَبْقَ هؤُلاَءِ فِي السَّفِينَةِ فَأَنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَنْجُوا.
εἶπεν ὁ ; Παῦλος τῷ ; ἑκατοντάρχῃ καὶ ; τοῖς ; στρατιώταις· ἐὰν ; μὴ μείνωσιν οὗτοι ἐν τῷ ; πλοίῳ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε. σωθῆναι
وَحَتَّى قَارَبَ أَنْ يَصِيرَ النَّهَارُ كَانَ بُولُسُ يَطْلُبُ إِلَى الْجَمِيعِ أَنْ يَتَنَاوَلُوا طَعَامًا، قَائِلاً: هذَا هُوَ الْيَوْمُ الرَّابِعَ عَشَرَ، وَأَنْتُمْ مُنْتَظِرُونَ لاَ تَزَالُونَ صَائِمِينَ، وَلَمْ تَأْخُذُوا شَيْئًا.
Ἄχρι ; δὲ οὗ ; ἤμελλεν γίνεσθαι, ἡμέρα ὁ ; Παῦλος παρεκάλει ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· σήμερον ἡμέραν τεσσαρεσκαιδεκάτην προσδοκῶντες ἄσιτοι ; διατελεῖτε μηθὲν προσλαβόμενοι.
وَلكِنَّ قَائِدَ الْمِئَةِ، إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُخَلِّصَ بُولُسَ، مَنَعَهُمْ مِنْ هذَا الرَّأْيِ، وَأَمَرَ أَنَّ الْقَادِرِينَ عَلَى السِّبَاحَةِ يَرْمُونَ أَنْفُسَهُمْ أَوَّلاً فَيَخْرُجُونَ إِلَى الْبَرِّ،
δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν ; Παῦλον ἐκώλυσεν ; αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέν ; τε τοὺς ; δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορίψαντας πρώτους ἐξιέναι, ἐπὶ τὴν ; γῆν
فَجَمَعَ بُولُسُ كَثِيرًا مِنَ الْقُضْبَانِ وَوَضَعَهَا عَلَى النَّارِ، فَخَرَجَتْ مِنَ الْحَرَارَةِ أَفْعَى وَنَشِبَتْ فِي يَدِهِ.
συστρέψαντος ; δὲ τοῦ ; Παύλου πλῆθος φρυγάνων ἐπιθέντος ; καὶ ἐπὶ τὴν ; πυρὰν ἐξελθοῦσα ἐκ τῆς ; θέρμης ἔχιδνα καθῆψεν τῆς χειρὸς ; αὐτοῦ.¶
فَحَدَثَ أَنَّ أَبَا بُوبْلِيُوسَ كَانَ مُضْطَجِعًا مُعْتَرًى بِحُمَّى وَسَحْجٍ. فَدَخَلَ إِلَيْهِ بُولُسُ وَصَلَّى، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ فَشَفَاهُ.
Ἐγένετο ; δὲ τὸν ; πατέρα τοῦ ; Ποπλίου κατακεῖσθαι· συνεχόμενον πυρετοῖς καὶ ; δυσεντερίᾳ εἰσελθὼν ὁ ; Παῦλος καὶ ; προσευξάμενος, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ, ἰάσατο ; αὐτόν.¶
وَمِنْ هُنَاكَ لَمَّا سَمِعَ الإِخْوَةُ بِخَبَرِنَا، خَرَجُوا لاسْتِقْبَالِنَا إِلَى فُورُنِ أَبِّيُوسَ وَالثَّلاَثَةِ الْحَوَانِيتِ. فَلَمَّا رَآهُمْ بُولُسُ شَكَرَ اللهَ وَتَشَجَّعَ.
κἀκεῖθεν ἀκούσαντες οἱ ; ἀδελφοὶ τὰ ; περὶ ; ἡμῶν ἐξῆλθον εἰς ; ἀπάντησιν ; ἡμῖν ἄχρι φόρου Ἀππίου καὶ ; Τριῶν ταβερνῶν, οὓς ; ἰδὼν ὁ ; Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ ; θεῷ ἔλαβεν ; θάρσος.¶
وَلَمَّا أَتَيْنَا إِلَى رُومِيَةَ سَلَّمَ قَائِدُ الْمِئَةِ الأَسْرَى إِلَى رَئِيسِ الْمُعَسْكَرِ، وَأَمَّا بُولُسُ فَأُذِنَ لَهُ أَنْ يُقِيمَ وَحْدَهُ مَعَ الْعَسْكَرِيِّ الَّذِي كَانَ يَحْرُسُهُ.
Ὅτε ; δὲ ἤλθομεν εἰς Ῥώμην, παρέδωκεν ὁ ; ἑκατόνταρχος τοὺς ; δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ δὲ τῷ ; Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾽ ; ἑαυτὸν σὺν στρατιώτῃ.¶ τῷ φυλάσσοντι ; αὐτὸν
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,
فَانْصَرَفُوا وَهُمْ غَيْرُ مُتَّفِقِينَ بَعْضُهُمْ مَعَ بَعْضٍ، لَمَّا قَالَ بُولُسُ كَلِمَةً وَاحِدَةً: إِنَّهُ حَسَنًا كَلَّمَ الرُّوحُ الْقُدُسُ آبَاءَنَا بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ
δὲ ; ἀπελύοντο ἀσύμφωνοι ; ὄντες πρὸς ; ἀλλήλους εἰπόντος τοῦ ; Παύλου ῥῆμα ἕν, ὅτι ; καλῶς ἐλάλησεν πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου
وَأَقَامَ بُولُسُ سَنَتَيْنِ كَامِلَتَينِ فِي بَيْتٍ اسْتَأْجَرَهُ لِنَفْسِهِ. وَكَانَ يَقْبَلُ جَمِيعَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ إِلَيْهِ،
Ἔμεινεν; δὲ ὁ ; Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν μισθώματι ἰδίῳ καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς ; αὐτὸν
بُولُسُ، عَبْدٌ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً، الْمُفْرَزُ لإِنْجِيلِ اللهِ،
Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ, Χριστοῦ κλητὸς ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς ; εὐαγγέλιον θεοῦ,
بُولُسُ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، وَسُوسْتَانِيسُ الأَخُ،
Παῦλος κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ καὶ ; Σωσθένης ὁ ; ἀδελφὸς
فَأَنَا أَعْنِي هذَا: أَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ يَقُولُ: أَنَا لِبُولُسَ، وَأَنَا لأَبُلُّوسَ، وَأَنَا لِصَفَا، وَأَنَا لِلْمَسِيحِ.
δὲ λέγω τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ ; μέν ; εἰμι Παύλου, ἐγὼ ; δὲ Ἀπολλῶ, ἐγὼ ; δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ ; δὲ Χριστοῦ.
هَلِ انْقَسَمَ الْمَسِيحُ. أَلَعَلَّ بُولُسَ صُلِبَ لأَجْلِكُمْ، أَمْ بِاسْمِ بُولُسَ اعْتَمَدْتُمْ.
μεμέρισται ὁ ; Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ; ὑμῶν, ἢ εἰς ; τὸ ; ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
هَلِ انْقَسَمَ الْمَسِيحُ. أَلَعَلَّ بُولُسَ صُلِبَ لأَجْلِكُمْ، أَمْ بِاسْمِ بُولُسَ اعْتَمَدْتُمْ.
μεμέρισται ὁ ; Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ; ὑμῶν, ἢ εἰς ; τὸ ; ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
لأَنَّهُ مَتَى قَالَ وَاحِدٌ: أَنَا لِبُولُسَ وَآخَرُ: أَنَا لأَبُلُّوسَ أَفَلَسْتُمْ جَسَدِيِّينَ.
γὰρ ὅταν λέγῃ τις· ἐγὼ ; μέν ; εἰμι Παύλου, ἕτερος ; δὲ ἐγὼ Ἀπολλῶ, οὐχὶ; ἐστε;¶ σαρκικοί
فَمَنْ هُوَ بُولُسُ. وَمَنْ هُوَ أَبُلُّوسُ. بَلْ خَادِمَانِ آمَنْتُمْ بِوَاسِطَتِهِمَا، وَكَمَا أَعْطَى الرَّبُّ لِكُلِّ وَاحِدٍ:
Τίς; δέ ἐστιν Παῦλος; τίς; οὖν ἐστιν Ἀπολλῶς ἀλλ᾽ ; ἢ διάκονοι ἐπιστεύσατε, δι᾽ ; ὧν καὶ ; ὡς ἔδωκεν. ὁ ; κύριος ἑκάστῳ
أَبُولُسُ، أَمْ أَبُلُّوسُ، أَمْ صَفَا، أَمِ الْعَالَمُ، أَمِ الْحَيَاةُ، أَمِ الْمَوْتُ، أَمِ الأَشْيَاءُ الْحَاضِرَةُ، أَمِ الْمُسْتَقْبَِلَةُ. كُلُّ شَيْءٍ لَكُمْ.
εἴτε ; Παῦλος εἴτε Ἀπολλῶς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ; ἐστιν,
اَلسَّلاَمُ بِيَدِي أَنَا بُولُسَ.
Ὁ ; ἀσπασμὸς τῇ ; ἐμῇ ; χειρὶ Παύλου·
بُولُسُ، رَسُولُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، وَتِيمُوثَاوُسُ الأَخُ، إِلَى كَنِيسَةِ اللهِ الَّتِي فِي كُورِنْثُوسَ، مَعَ الْقِدِّيسِينَ أَجْمَعِينَ الَّذِينَ فِي جَمِيعِ أَخَائِيَةَ:
Παῦλος ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ καὶ ; Τιμόθεος ὁ ; ἀδελφὸς τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ ; θεοῦ τῇ οὔσῃ ; ἐν Κορίνθῳ σὺν τοῖς ; ἁγίοις πᾶσιν τοῖς οὖσιν ; ἐν ὅλῃ Ἀχαΐᾳ·
ثُمَّ أَطْلُبُ إِلَيْكُمْ بِوَدَاعَةِ الْمَسِيحِ وَحِلْمِهِ، أَنَا نَفْسِي بُولُسُ الَّذِي فِي الْحَضْرَةِ ذَلِيلٌ بَيْنَكُمْ، وَأَمَّا فِي الْغَيْبَةِ فَمُتَجَاسِرٌ عَلَيْكُمْ.
δὲ παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ ; τῆς ; πραΰτητος τοῦ ; Χριστοῦ, καὶ ; ἐπιεικείας ἐγὼ Αὐτὸς Παῦλος ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ; ταπεινὸς ἐν ; ὑμῖν, δὲ ἀπὼν θαρρῶ εἰς ; ὑμᾶς·
بُولُسُ، رَسُولٌ لاَ مِنَ النَّاسِ وَلاَ بِإِنْسَانٍ، بَلْ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ وَاللهِ الآبِ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ،
Παῦλος ἀπόστολος οὐκ ἀπ᾽ ἀνθρώπων οὐδὲ δι᾽ ; ἀνθρώπου ἀλλὰ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν
هَا أَنَا بُولُسُ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ إِنِ اخْتَتَنْتُمْ لاَ يَنْفَعُكُمُ الْمَسِيحُ
Ἴδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, οὐδὲν ὑμᾶς ; ὠφελήσει· Χριστὸς
بُولُسُ، رَسُولُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، إِلَى الْقِدِّيسِينَ الَّذِينَ فِي أَفَسُسَ، وَالْمُؤْمِنِينَ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ:
Παῦλος ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ τοῖς ; ἁγίοις τοῖς οὖσιν ; ἐν Ἐφέσῳ καὶ ; πιστοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ·
بِسَبَبِ هذَا أَنَا بُولُسُ، أَسِيرُ الْمَسِيحِ يَسُوعَ لأَجْلِكُمْ أَيُّهَا الأُمَمُ،
χάριν Τούτου ἐγὼ Παῦλος ὁ ; δέσμιος τοῦ ; Χριστοῦ Ἰησοῦ ὑπὲρ ; ὑμῶν τῶν ; ἐθνῶν·
بُولُسُ وَتِيمُوثَاوُسُ عَبْدَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، إِلَى جَمِيعِ الْقِدِّيسِينَ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، الَّذِينَ فِي فِيلِبِّي، مَعَ أَسَاقِفَةٍ وَشَمَامِسَةٍ:
Παῦλος καὶ ; Τιμόθεος δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶσιν τοῖς ; ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς ἐν Φιλίπποις σὺν ἐπισκόποις καὶ ; διακόνοις·
بُولُسُ، رَسُولُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، وَتِيمُوثَاوُسُ الأَخُ،
Παῦλος ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ καὶ ; Τιμόθεος ὁ ; ἀδελφὸς
إِنْ ثَبَتُّمْ عَلَى الإِيمَانِ، مُتَأَسِّسِينَ وَرَاسِخِينَ وَغَيْرَ مُنْتَقِلِينَ عَنْ رَجَاءِ الإِنْجِيلِ، الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ، الْمَكْرُوزِ بِهِ فِي كُلِّ الْخَلِيقَةِ الَّتِي تَحْتَ السَّمَاءِ، الَّذِي صِرْتُ أَنَا بُولُسَ خَادِمًا لَهُ.
Εἴ ἐπιμένετε πίστει τεθεμελιωμένοι καὶ ; ἑδραῖοι καὶ ; μὴ μετακινούμενοι ἀπὸ τῆς ; ἐλπίδος τοῦ ; εὐαγγελίου οὗ ἠκούσατε, τοῦ ; κηρυχθέντος ἐν πάσῃ τῇ ; κτίσει τῇ ; ὑπὸ τὸν ; οὐρανόν, οὗ ἐγενόμην ἐγὼ Παῦλος διάκονος.¶