ك
إصحاح
G3972
G3973. paúō
G3974
المعنى المختصر للكلمة
paúō: to stop (transitively or intransitively), i.e. restrain, quit, desist, come to an end
اللفظ الأصلي παύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق paúō (pow-o)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb ("pause");

المعنى والشرح المفصل

to stop (transitively or intransitively), i.e. restrain, quit, desist, come to an end

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cease leave refrain

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπαύσαντο (2×) ἐπαύσατο, (1×) ἐπαύσατο (1×) ἐπαύοντο (1×) ἐπαυσάμην (1×) τὸ ; παύσασθαι (1×) τε ; ἐπαύοντο (1×) πέπαυται (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا فَرَغَ مِنَ الْكَلاَمِ قَالَ لِسِمْعَانَ: ابْعُدْ إِلَى الْعُمْقِ وَأَلْقُوا شِبَاكَكُمْ لِلصَّيْدِ.
Ὡς ; δὲ ἐπαύσατο λαλῶν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ ; βάθος, καὶ ; χαλάσατε τὰ ; δίκτυα ; ὑμῶν εἰς ; ἄγραν.
فَتَقَدَّمُوا وَأَيْقَظُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، يَا مُعَلِّمُ، إِنَّنَا نَهْلِكُ.. فَقَامَ وَانْتَهَرَ الرِّيحَ وَتَمَوُّجَ الْمَاءِ، فَانْتَهَيَا وَصَارَ هُدُوُّ.
προσελθόντες ; δὲ διήγειραν ; αὐτὸν λέγοντες· ἐπιστάτα ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα. ὁ ; δὲ ; ἐγερθεὶς ἐπετίμησεν τῷ ; ἀνέμῳ καὶ ; τῷ ; κλύδωνι τοῦ ; ὕδατος. καὶ ; ἐπαύσαντο, καὶ ; ἐγένετο γαλήνη.¶
وَإِذْ كَانَ يُصَلِّي فِي مَوْضِعٍ، لَمَّا فَرَغَ، قَالَ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ: يَا رَبُّ، عَلِّمْنَا أَنْ نُصَلِّيَ كَمَا عَلَّمَ يُوحَنَّا أَيْضًا تَلاَمِيذَهُ.
Καὶ ; ἐγένετο εἶναι ; αὐτὸν προσευχόμενον, ἐν τόπῳ ; τινὶ ὡς ἐπαύσατο, εἶπέν τις τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ κύριε, δίδαξον ; ἡμᾶς προσεύχεσθαι καθὼς ἐδίδαξεν Ἰωάννης καὶ τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ.
وَكَانُوا لاَ يَزَالُونَ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ وَفِي الْبُيُوتِ مُعَلِّمِينَ وَمُبَشِّرِينَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
τε ; ἐπαύοντο οὐκ ἐπαύοντο πᾶσάν ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; κατ᾽ οἶκον διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν.¶ τὸν ; χριστὸν
وَكَانُوا لاَ يَزَالُونَ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ وَفِي الْبُيُوتِ مُعَلِّمِينَ وَمُبَشِّرِينَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
τε ; ἐπαύοντο οὐκ ἐπαύοντο πᾶσάν ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; κατ᾽ οἶκον διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν.¶ τὸν ; χριστὸν
وَأَقَامُوا شُهُودًا كَذَبَةً يَقُولُونَ: هذَا الرَّجُلُ لاَ يَفْتُرُ عَنْ أَنْ يَتَكَلَّمَ كَلاَّمًا تَجْدِيفًا ضِدَّ هذَا الْمَوْضِعِ الْمُقَدَّسِ وَالنَّامُوسِ،
ἔστησάν ; τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος οὐ παύεται λαλῶν ῥήματα βλάσφημα κατὰ τούτου τοῦ ; τόπου τοῦ ; ἁγίου καὶ ; νόμου· ; τοῦ
وَقَالَ: أَيُّهَا الْمُمْتَلِئُ كُلَّ غِشٍّ وَكُلَّ خُبْثٍ. يَا ابْنَ إِبْلِيسَ. يَا عَدُوَّ كُلِّ بِرّ. أَلاَ تَزَالُ تُفْسِدُ سُبُلَ اللهِ الْمُسْتَقِيمَةَ.
εἶπεν· ὦ ; πλήρης παντὸς δόλου καὶ ; πάσης ῥᾳδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ; ὁδοὺς τοῦ ; κυρίου εὐθείας; ; τὰς
وَبَعْدَمَا انْتَهَى الشَّغَبُ، دَعَا بُولُسُ التَّلاَمِيذَ وَوَدَّعَهُمْ، وَخَرَجَ لِيَذْهَبَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ.
Μετὰ ; δὲ τὸ ; παύσασθαι τὸν ; θόρυβον προσκαλεσάμενος ὁ ; Παῦλος τοὺς ; μαθητὰς καὶ ; ἀσπασάμενος ἐξῆλθεν πορευθῆναι εἰς τὴν ; Μακεδονίαν.¶
لِذلِكَ اسْهَرُوا، مُتَذَكِّرِينَ أَنِّي ثَلاَثَ سِنِينَ لَيْلاً وَنَهَارًا، لَمْ أَفْتُرْ عَنْ أَنْ أُنْذِرَ بِدُمُوعٍ كُلَّ وَاحِدٍ.
διὸ γρηγορεῖτε μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ; ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην νουθετῶν μετὰ ; δακρύων ἕκαστον. ἕνα
فَلِلْوَقْتِ أَخَذَ عَسْكَرًا وَقُوَّادَ مِئَاتٍ وَرَكَضَ إِلَيْهِمْ. فَلَمَّا رأَوْا الأَمِيرَ وَالْعَسْكَرَ كَفُّوا عَنْ ضَرْبِ بُولُسَ.
ὃς ; ἐξαυτῆς παραλαβὼν στρατιώτας καὶ ; ἑκατοντάρχας κατέδραμεν ἐπ᾽ ; αὐτούς. δὲ ἰδόντες τὸν ; χιλίαρχον καὶ ; στρατιώτας ; τοὺς ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν ; Παῦλον.
اَلْمَحَبَّةُ لاَ تَسْقُطُ أَبَدًا. وَأَمَّا النُّبُوَّاتُ فَسَتُبْطَلُ، وَالأَلْسِنَةُ فَسَتَنْتَهِي، وَالْعِلْمُ فَسَيُبْطَلُ.
ἡ ; ἀγάπη οὐδέποτε ; ἐκπίπτει Εἴτε ; δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε ; γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε ; γνῶσις, καταργηθήσεται.
لاَ أَزَالُ شَاكِرًا لأَجْلِكُمْ، ذَاكِرًا إِيَّاكُمْ فِي صَلَوَاتِي،
οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ; ὑμῶν μνείαν ; ποιούμενος ὑμῶν ἐπὶ τῶν ; προσευχῶν ; μου
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا، مُنْذُ يَوْمَ سَمِعْنَا، لَمْ نَزَلْ مُصَلِّينَ وَطَالِبِينَ لأَجْلِكُمْ أَنْ تَمْتَلِئُوا مِنْ مَعْرِفَةِ مَشِيئَتِهِ، فِي كُلِّ حِكْمَةٍ وَفَهْمٍ رُوحِيٍّ
Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, καὶ ἀφ᾽ ἧς ; ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα προσευχόμενοι καὶ ; αἰτούμενοι ὑπὲρ ; ὑμῶν ἵνα πληρωθῆτε τὴν ; ἐπίγνωσιν τοῦ ; θελήματος ; αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ ; συνέσει πνευματικῇ
وَإِلاَّ، أَفَمَا زَالَتْ تُقَدَّمُ. مِنْ أَجْلِ أَنَّ الْخَادِمِينَ، وَهُمْ مُطَهَّرُونَ مَرَّةً، لاَ يَكُونُ لَهُمْ أَيْضًا ضَمِيرُ خَطَايَا.
ἐπεὶ οὐκ ; ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι διὰ τοὺς ; λατρεύοντας κεκαθαρμένους ἅπαξ τὸ ; μηδεμίαν ; ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν
لأَنَّ: مَنْ أَرَادَ أَنْ يُحِبَّ الْحَيَاةَ وَيَرَى أَيَّامًا صَالِحَةً، فَلْيَكْفُفْ لِسَانَهُ عَنِ الشَّرِّ وَشَفَتَيْهِ أَنْ تَتَكَلَّمَا بِالْمَكْرِ،
γὰρ ὁ θέλων ἀγαπᾶν ζωὴν ἰδεῖν ; καὶ ἡμέρας ἀγαθὰς παυσάτω τὴν ; γλῶσσαν ; αὐτοῦ ἀπὸ κακοῦ καὶ ; χείλη ; αὐτοῦ τοῦ ; μὴ λαλῆσαι δόλον.
فَإِذْ قَدْ تَأَلَّمَ الْمَسِيحُ لأَجْلِنَا بِالْجَسَدِ، تَسَلَّحُوا أَنْتُمْ أَيْضًا بِهذِهِ النِّيَّةِ. فَإِنَّ مَنْ تَأَلَّمَ فِي الْجَسَدِ، كُفَّ عَنِ الْخَطِيَّةِ،
οὖν παθόντος Χριστοῦ ὑπὲρ ; ἡμῶν σαρκὶ ὁπλίσασθε, ὑμεῖς καὶ τὴν ; αὐτὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ ; παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας·