ك
إصحاح
G3907
G3908. paratíthēmi
G3909
المعنى المختصر للكلمة
paratíthēmi: to place alongside, i.e. present (food, truth)
اللفظ الأصلي παρατίθημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق paratíthēmi (par-at-ith-ay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to place alongside, i.e. present (food, truth)
2 by implication, to deposit (as a trust or for protection)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
allege commend commit (the keeping of) put forth set before

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παρέθηκεν (3×) ἵνα ; παραθῶσιν (2×) παρέθεντο (1×) παράθου (1×) παρατιθέσθωσαν (1×) παρατιθέναι (1×) παρατιθέμενον (1×) παρατιθέμενα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 24 Mat.13.24
قَدَّمَ لَهُمْ مَثَلاً آخَرَ قِائِلاً: يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ إِنْسَانًا زَرَعَ زَرْعًا جَيِّدًا فِي حَقْلِهِ.
παρέθηκεν αὐτοῖς παραβολὴν Ἄλλην λέγων· ὡμοιώθη ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι σπέρμα καλὸν ἐν τῷ ; ἀγρῷ ; αὐτοῦ.
متى 13: 31 Mat.13.31
قَدَّمَ لَهُمْ مَثَلاً آخَرَ قَائِلاً: يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَزَرَعَهَا فِي حَقْلِهِ،
παρέθηκεν αὐτοῖς παραβολὴν Ἄλλην λέγων· ὁμοία ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔσπειρεν ἐν τῷ ; ἀγρῷ ; αὐτοῦ·
فَأَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ، وَبَارَكَ ثُمَّ كَسَّرَ الأَرْغِفَةَ، وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا إِلَيْهِمْ، وَقَسَّمَ السَّمَكَتَيْنِ لِلْجَمِيعِ،
καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς ; τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν καὶ κατέκλασεν τοὺς ; ἄρτους καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ ; ἐμέρισεν τοὺς ; δύο ; ἰχθύας πᾶσιν.
فَأَمَرَ الْجَمْعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الأَرْضِ، وَأَخَذَ السَّبْعَ خُبْزَاتٍ وَشَكَرَ وَكَسَرَ وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا، فَقَدَّمُوا إِلَى الْجَمْعِ.
καὶ ; παρήγγειλεν τῷ ; ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς ; γῆς, καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἑπτὰ ἄρτους, εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν καὶ ; παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.
فَأَمَرَ الْجَمْعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الأَرْضِ، وَأَخَذَ السَّبْعَ خُبْزَاتٍ وَشَكَرَ وَكَسَرَ وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا، فَقَدَّمُوا إِلَى الْجَمْعِ.
καὶ ; παρήγγειλεν τῷ ; ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς ; γῆς, καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἑπτὰ ἄρτους, εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν καὶ ; παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.
وَكَانَ مَعَهُمْ قَلِيلٌ مِنْ صِغَارِ السَّمَكِ، فَبَارَكَ وَقَالَ أَنْ يُقَدِّمُوا هذِهِ أَيْضًا.
καὶ ; εἶχον ὀλίγα· ἰχθύδια καὶ ; εὐλογήσας εἶπεν παραθεῖναι αὐτὰ καὶ
فَأَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ وَبَارَكَهُنَّ، ثُمَّ كَسَّرَ وَأَعْطَى التَّلاَمِيذَ لِيُقَدِّمُوا لِلْجَمْعِ.
λαβὼν ; δὲ τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν ; οὐρανὸν εὐλόγησεν ; αὐτοὺς καὶ κατέκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς παρατιθέναι τῷ ; ὄχλῳ.
وَأَيَّةَ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَقَبِلُوكُمْ، فَكُلُوا مِمَّا يُقَدَّمُ لَكُمْ،
καὶ ; ἣν ; ἂν πόλιν εἰς ; εἰσέρχησθε, καὶ ; δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν
لأَنَّ صَدِيقًا لِي جَاءَنِي مِنْ سَفَرٍ، وَلَيْسَ لِي مَا أُقَدِّمُ لَهُ.
ἐπειδὴ φίλος μου παρεγένετο ; πρός ; με, ἐξ ὁδοῦ καὶ ; οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ·
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
وَنَادَى يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: يَا أَبَتَاهُ، فِي يَدَيْكَ أَسْتَوْدِعُ رُوحِي. وَلَمَّا قَالَ هذَا أَسْلَمَ الرُّوحَ.
καὶ ; φωνήσας ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν· πάτερ, εἰς χεῖράς ; σου παραθήσομαι τὸ ; πνεῦμά ; μου. καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐξέπνευσεν.¶
وَلَمَّا أَصْعَدَهُمَا إِلَى بَيْتِهِ قَدَّمَ لَهُمَا مَائِدَةً، وَتَهَلَّلَ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ إِذْ كَانَ قَدْ آمَنَ بِاللهِ.
ἀναγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ παρέθηκεν τράπεζαν καὶ ; ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ ; θεῷ.¶
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ غَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ يَدْعُوكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَذْهَبُوا، فَكُلُّ مَا يُقَدَّمُ لَكُمْ كُلُوا مِنْهُ غَيْرَ فَاحِصِينَ، مِنْ أَجْلِ الضَّمِيرِ.
Εἴ δέ τις τῶν ἀπίστων καλεῖ ; ὑμᾶς καὶ ; θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν ; συνείδησιν·
وَمَا سَمِعْتَهُ مِنِّي بِشُهُودٍ كَثِيرِينَ، أَوْدِعْهُ أُنَاسًا أُمَنَاءَ، يَكُونُونَ أَكْفَاءً أَنْ يُعَلِّمُوا آخَرِينَ أَيْضًا.
καὶ ; ἃ ἤκουσας παρ᾽ ; ἐμοῦ διὰ ; μαρτύρων, πολλῶν παράθου ἀνθρώποις, πιστοῖς ἔσονται ἱκανοὶ διδάξαι. ἑτέρους καὶ
فَإِذًا، الَّذِينَ يَتَأَلَّمُونَ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ، فَلْيَسْتَوْدِعُوا أَنْفُسَهُمْ، كَمَا لِخَالِق أَمِينٍ، فِي عَمَلِ الْخَيْرِ.
ὥστε οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ ; θέλημα τοῦ ; θεοῦ παρατιθέσθωσαν τὰς ; ψυχὰς ; ἑαυτῶν ὡς, κτίστῃ πιστῷ ἐν ἀγαθοποιΐᾳ.¶