ك
إصحاح
G3751
G3752. hótan
G3753
المعنى المختصر للكلمة
hótan: whenever (implying hypothesis or more or less uncertainty)
اللفظ الأصلي ὅταν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hótan (hot-an)
تكرار الورود في الكتاب 105 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 whenever (implying hypothesis or more or less uncertainty)
2 also causatively (conjunctionally) inasmuch as
الإنجليزية — KJV Translation Tags
as long (soon) as that + till when(-soever) while

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὅταν (85×) καὶ ; ὅταν (12×) Ὅταν (2×) δὲ ; Ὅταν (2×) δὲ ; ὅταν (2×) ὃς ; ὅταν (1×) Καὶ ; ὅταν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (105 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مَتَى جَاءَ لِيَتَمَجَّدَ فِي قِدِّيسِيهِ وَيُتَعَجَّبَ مِنْهُ فِي جَمِيعِ الْمُؤْمِنِينَ. لأَنَّ شَهَادَتَنَا عِنْدَكُمْ صُدِّقَتْ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ.
ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσιν ; τοῖς πιστεύουσιν ὅτι τὸ ; μαρτύριον ; ἡμῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς, ἐπιστεύθη ἐν ἐκείνῃ. τῇ ; ἡμέρᾳ
أَمَّا الأَرَامِلُ الْحَدَثَاتُ فَارْفُضْهُنَّ، لأَنَّهُنَّ مَتَى بَطِرْنَ عَلَى الْمَسِيحِ، يُرِدْنَ أَنْ يَتَزَوَّجْنَ،
δὲ χήρας νεωτέρας παραιτοῦ· γὰρ ὅταν καταστρηνιάσωσιν τοῦ ; Χριστοῦ, θέλουσιν γαμεῖν
حِينَمَا أُرْسِلُ إِلَيْكَ أَرْتِيمَاسَ أَوْ تِيخِيكُسَ، بَادِرْ أَنْ تَأْتِيَ إِلَيَّ إِلَى نِيكُوبُولِيسَ، لأَنِّي عَزَمْتُ أَنْ أُشَتِّيَ هُنَاكَ.
Ὅταν πέμψω πρὸς ; σὲ Ἀρτεμᾶν ἢ Τύχικον, σπούδασον ἐλθεῖν πρός ; με εἰς Νικόπολιν· γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. ἐκεῖ
وَأَيْضًا مَتَى أَدْخَلَ الْبِكْرَ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: وَلْتَسْجُدْ لَهُ كُلُّ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
δὲ ; πάλιν ὅταν εἰσαγάγῃ τὸν ; πρωτότοκον εἰς τὴν ; οἰκουμένην λέγει· καὶ ; προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι θεοῦ.
اِحْسِبُوهُ كُلَّ فَرَحٍ يَا إِخْوَتِي حِينَمَا تَقَعُونَ فِي تَجَارِبَ مُتَنَوِّعَةٍ،
ἡγήσασθε, Πᾶσαν χαρὰν ἀδελφοί ; μου, ὅταν περιπέσητε πειρασμοῖς ποικίλοις,
وَالآنَ أَيُّهَا الأَوْلاَدُ، اثْبُتُوا فِيهِ، حَتَّى إِذَا أُظْهِرَ يَكُونُ لَنَا ثِقَةٌ، وَلاَ نَخْجَلُ مِنْهُ فِي مَجِيئِهِ.
καὶ ; νῦν, τεκνία, μένετε ἐν ; αὐτῷ, ἵνα ὅταν φανερωθῇ, ἔχῶμεν παρρησίαν καὶ ; μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; παρουσίᾳ ; αὐτοῦ.
بِهذَا نَعْرِفُ أَنَّنَا نُحِبُّ أَوْلاَدَ اللهِ: إِذَا أَحْبَبْنَا اللهَ وَحَفِظْنَا وَصَايَاهُ.
ἐν ; τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἀγαπῶμεν τέκνα θεοῦ, ὅταν ἀγαπῶμεν θεὸν τηρῶμεν ἐντολὰς
وَحِينَمَا تُعْطِي الْحَيَوَانَاتُ مَجْدًا وَكَرَامَةً وَشُكْرًا لِلْجَالِسِ عَلَى الْعَرْشِ، الْحَيِّ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ،
καὶ ; ὅταν δώσουσιν τὰ ; ζῷα δόξαν καὶ ; τιμὴν καὶ ; εὐχαριστίαν τῷ ; καθημένῳ ἐπὶ τοῦ; θρόνου τῷ ; ζῶντι εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων,
وَأُعْطِيَ أَنْ لاَ يَقْتُلَهُمْ بَلْ أَنْ يَتَعَذَّبُوا خَمْسَةَ أَشْهُرٍ. وَعَذَابُهُ كَعَذَابِ عَقْرَبٍ إِذَا لَدَغَ إِنْسَانًا.
καὶ ; ἐδόθη ; αὐταῖς ἵνα μὴ ἀποκτείνωσιν ; αὐτούς, ἀλλ᾽ ἵνα βασανισθῶσιν πέντε, μῆνας καὶ ; ὁ ; βασανισμὸς ; αὐτῶν ὡς ; βασανισμὸς σκορπίου ὅταν παίσῃ ἄνθρωπον.¶
بَلْ فِي أَيَّامِ صَوْتِ الْمَلاَكِ السَّابعِ مَتَى أَزْمَعَ أَنْ يُبَوِّقَ، يَتِمُّ أَيْضًا سِرُّ اللهِ، كَمَا بَشَّرَ عَبِيدَهُ الأَنْبِيَاءَ.
ἀλλ᾽ ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; φωνῆς τοῦ ; ἀγγέλου, ἑβδόμου ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, τελεσθῇ καὶ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισεν τοῖς; ἑαυτοῦ ; δούλοις τοῖς; προφήταις
وَمَتَى تَمَّمَا شَهَادَتَهُمَا، فَالْوَحْشُ الصَّاعِدُ مِنَ الْهَاوِيَةِ سَيَصْنَعُ مَعَهُمَا حَرْبًا وَيَغْلِبُهُمَا وَيَقْتُلُهُمَا.
καὶ ; ὅταν τελέσωσιν τὴν ; μαρτυρίαν ; αὐτῶν, τὸ ; θηρίον τὸ ; ἀναβαῖνον ἐκ τῆς ; ἀβύσσου ποιήσει μετ᾽ ; αὐτῶν πόλεμον νικήσει ἀποκτενεῖ ; αὐτούς.
وَذَنَبُهُ يَجُرُّ ثُلْثَ نُجُومِ السَّمَاءِ فَطَرَحَهَا إِلَى الأَرْضِ. وَالتِّنِّينُ وَقَفَ أَمَامَ الْمَرْأَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَلِدَ، حَتَّى يَبْتَلِعَ وَلَدَهَا مَتَى وَلَدَتْ.
καὶ ; ἡ ; οὐρὰ ; αὐτοῦ σύρει τὸ ; τρίτον τῶν ; ἀστέρων τοῦ ; οὐρανοῦ καὶ ; ἔβαλεν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; γῆν. καὶ ; ὁ ; δράκων ἕστηκεν ἐνώπιον τῆς ; γυναικὸς τῆς ; μελλούσης τεκεῖν, ἵνα καταφάγῃ. τὸ ; τέκνον ; αὐτῆς ὅταν τέκῃ
وَسَبْعَةُ مُلُوكٍ: خَمْسَةٌ سَقَطُوا، وَوَاحِدٌ مَوْجُودٌ، وَالآخَرُ لَمْ يَأْتِ بَعْدُ. وَمَتَى أَتَى يَنْبَغِي أَنْ يَبْقَى قَلِيلاً.
καὶ ; ἑπτά βασιλεῖς ; εἰσιν· οἱ ; πέντε ἔπεσαν, καὶ ; ὁ ; εἷς ἔστιν, ὁ ; ἄλλος οὔπω ; ἦλθεν· καὶ ; ὅταν ἔλθῃ, αὐτὸν ; δεῖ μεῖναι.¶ ὀλίγον
وَسَيَبْكِي وَيَنُوحُ عَلَيْهَا مُلُوكُ الأَرْضِ، الَّذِينَ زَنَوْا وَتَنَعَّمُوا مَعَهَا، حِينَمَا يَنْظُرُونَ دُخَانَ حَرِيقِهَا،
Καὶ ; κλαύσονται καὶ ; κόψονται ἐπ᾽ ; αὐτὴν βασιλεῖς ; οἱ γῆς ; τῆς οἱ πορνεύσαντες καὶ ; στρηνιάσαντες, μετ᾽ ; αὐτῆς ὅταν βλέπωσιν τὸν ; καπνὸν τῆς ; πυρώσεως ; αὐτῆς
ثُمَّ مَتَى تَمَّتِ الأَلْفُ السَّنَةِ يُحَلُّ الشَّيْطَانُ مِنْ سِجْنِهِ،
Καὶ ὅταν τελεσθῇ τὰ ; χίλια ἔτη, λυθήσεται ὁ ; σατανᾶς ἐκ τῆς ; φυλακῆς ; αὐτοῦ