ك
إصحاح
G3685
G3686. ónoma
G3687
المعنى المختصر للكلمة
ónoma: a "name" (literally or figuratively) (authority, character)
اللفظ الأصلي ὄνομα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ónoma (on-om-ah)
تكرار الورود في الكتاب 143 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a "name" (literally or figuratively) (authority, character)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
called (+ sur-)name(-d)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὀνόματι (31×) τὸ ; ὄνομα (19×) ἐν ; τῷ ; ὀνόματι (14×) ἐν ; ὀνόματι (9×) ὄνομα (8×) εἰς ; τὸ ; ὄνομα (7×) ὀνόματα (5×) τῷ ; ὀνόματι (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (143 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
فَبُهِتَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي أَهْلَكَ فِي أُورُشَلِيمَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهذَا الاسْمِ. وَقَدْ جَاءَ إِلَى هُنَا لِهذاَ لِيَسُوقَهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ; ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τοῦτο; τὸ ; ὄνομα καὶ ἐληλύθει ὧδε εἰς ; τοῦτο αὐτοὺς ; ἀγάγῃ δεδεμένους ἐπὶ τοὺς ; ἀρχιερεῖς.¶
فَأَخَذَهُ بَرْنَابَا وَأَحْضَرَهُ إِلَى الرُّسُلِ، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَبْصَرَ الرَّبَّ فِي الطَّرِيقِ وَأَنَّهُ كَلَّمَهُ، وَكَيْفَ جَاهَرَ فِي دِمَشْقَ بِاسْمِ يَسُوعَ.
δὲ ; ἐπιλαβόμενος ; αὐτὸν Βαρναβᾶς ἤγαγεν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς εἶδεν τὸν ; κύριον ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὅτι ἐλάλησεν ; αὐτῷ καὶ ; πῶς ἐπαρρησιάσατο ἐν Δαμασκῷ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَكَانَ مَعَهُمْ يَدْخُلُ وَيَخْرُجُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُجَاهِرُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
καὶ ; ἦν μετ᾽ ; αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ; ἐκπορευόμενος ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; παρρησιαζόμενος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ,
فَوَجَدَ هُنَاكَ إِنْسَانًا اسْمُهُ إِينِيَاسُ مُضْطَجِعًا عَلَى سَرِيرٍ مُنْذُ ثَمَانِي سِنِينَ، وَكَانَ مَفْلُوجًا.
εὗρεν ; δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν ; τινα ὀνόματι Αἰνέαν κατακείμενον ἐπὶ ; κραββάτῳ ἐξ ὀκτὼ ἐτῶν ὃς ; ἦν παραλελυμένος.
وَكَانَ فِي يَافَا تِلْمِيذَةٌ اسْمُهَا طَابِيثَا، الَّذِي تَرْجَمَتُهُ غَزَالَةُ. هذِهِ كَانَتْ مُمْتَلِئَةً أَعْمَالاً صَالِحَةً وَإِحْسَانَاتٍ كَانَتْ تَعْمَلُهَا.
δέ ; ἦν Ἐν Ἰόππῃ τις ; μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη ; λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ; ἐλεημοσυνῶν ὧν ; ἐποίει·
وَكَانَ فِي قَيْصَرِيَّةَ رَجُلٌ اسْمُهُ كَرْنِيلِيُوسُ، قَائِدُ مِئَةٍ مِنَ الْكَتِيبَةِ الَّتِي تُدْعَى الإِيطَالِيَّةَ.
δέ ; ἦν ἐν Καισαρείᾳ Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς,
لَهُ يَشْهَدُ جَمِيعُ الأَنْبِيَاءِ أَنَّ كُلَّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ يَنَالُ بِاسْمِهِ غُفْرَانَ الْخَطَايَا.
τούτῳ μαρτυροῦσιν πάντες οἱ ; προφῆται πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς ; αὐτόν.¶ λαβεῖν διὰ ; τοῦ ; ὀνόματος ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
وَأَمَرَ أَنْ يَعْتَمِدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ. حِينَئِذٍ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ أَيَّامًا.
προσέταξεν ; τε αὐτοὺς ; βαπτισθῆναι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου. τότε ἠρώτησαν ; αὐτὸν ἐπιμεῖναι ἡμέρας ; τινάς.¶
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
فَلَمَّا قَرَعَ بُطْرُسُ بَابَ الدِّهْلِيزِ جَاءَتْ جَارِيَةٌ اسْمُهَا رَوْدَا لِتَسْمَعَ.
δὲ κρούσαντος τοῦ ; Πέτρου τὴν ; θύραν τοῦ ; πυλῶνος προσῆλθεν παιδίσκη ὀνόματι Ῥόδη· ὑπακοῦσαι
وَلَمَّا اجْتَازَا الْجَزِيرَةَ إِلَى بَافُوسَ، وَجَدَا رَجُلاً سَاحِرًا نَبِيًّا كَذَّابًا يَهُودِيًّا اسْمُهُ بَارْيَشُوعُ،
δὲ Διελθόντες τὴν ; νῆσον ἄχρι Πάφου εὗρον ἄνδρα ; τινὰ μάγον ψευδοπροφήτην Ἰουδαῖον ὄνομα Βαριησοῦς
رَجُلَيْنِ قَدْ بَذَلاَ نَفْسَيْهِمَا لأَجْلِ اسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἀνθρώποις παραδεδωκόσιν τὰς ; ψυχὰς ; αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ثُمَّ وَصَلَ إِلَى دَرْبَةَ وَلِسْتَرَةَ، وَإِذَا تِلْمِيذٌ كَانَ هُنَاكَ اسْمُهُ تِيمُوثَاوُسُ، ابْنُ امْرَأَةٍ يَهُودِيَّةٍ مُؤْمِنَةٍ وَلكِنَّ أَبَاهُ يُونَانِيٌّ،
δὲ Κατήντησεν εἰς Δέρβην καὶ ; Λύστραν. καὶ ; ἰδοὺ μαθητής ; τις ἦν ἐκεῖ, ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικὸς ; τινος Ἰουδαίας πιστῆς, δὲ πατρὸς Ἕλληνος·
فَكَانَتْ تَسْمَعُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا لِيدِيَّةُ، بَيَّاعَةُ أُرْجُوَانٍ مِنْ مَدِينَةِ ثَيَاتِيرَا، مُتَعَبِّدَةٌ للهِ، فَفَتَحَ الرَّبُّ قَلْبَهَا لِتُصْغِيَ إِلَى مَا كَانَ يَقُولُهُ بُولُسُ.
Καί ἤκουεν τις ; γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων σεβομένη τὸν ; θεόν, διήνοιξεν ὁ ; κύριος τὴν ; καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου.
وَكَانَتْ تَفْعَلُ هذَا أَيَّامًا كَثِيرَةً. فَضَجِرَ بُولُسُ وَالْتَفَتَ إِلَى الرُّوحِ وَقَالَ: أَنَا آمُرُكَ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنْ تَخْرُجَ مِنْهَا.. فَخَرَجَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ.
δὲ ἐποίει τοῦτο ἐπὶ ; ἡμέρας. πολλὰς διαπονηθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν· παραγγέλλω ; σοι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῆς. καὶ ; ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ.
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
فَانْتَقَلَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ رَجُل اسْمُهُ يُوسْتُسُ، كَانَ مُتَعَبِّدًا للهِ، وَكَانَ بَيْتُهُ مُلاَصِقًا لِلْمَجْمَعِ.
Καὶ ; μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς ; οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν ; θεόν, ἦν οὗ ; ἡ ; οἰκία συνομοροῦσα τῇ ; συναγωγῇ.
وَلكِنْ إِذَا كَانَ مَسْأَلَةً عَنْ كَلِمَةٍ، وَأَسْمَاءٍ، وَنَامُوسِكُمْ، فَتُبْصِرُونَ أَنْتُمْ. لأَنِّي لَسْتُ أَشَاءُ أَنْ أَكُونَ قَاضِيًا لِهذِهِ الأُمُورِ.
δὲ εἰ ἐστιν ζήτημά περὶ λόγου καὶ ; ὀνομάτων καὶ ; νόμου ; τοῦ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· γὰρ ; ἐγὼ οὐ βούλομαι εἶναι. κριτὴς τούτων
ثُمَّ أَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ يَهُودِيٌّ اسْمُهُ أَبُلُّوسُ، إِسْكَنْدَرِيُّ الْجِنْسِ، رَجُلٌ فَصِيحٌ مُقْتَدِرٌ فِي الْكُتُبِ.
δέ κατήντησεν εἰς Ἔφεσον Ἰουδαῖος ; τις ὀνόματι, Ἀπολλῶς Ἀλεξανδρεὺς τῷ ; γένει, ἀνὴρ λόγιος, δυνατὸς ; ὢν ἐν ταῖς ; γραφαῖς.
فَلَمَّا سَمِعُوا اعْتَمَدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
δὲ ἀκούσαντες ἐβαπτίσθησαν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ·
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
لأَنَّ إِنْسَانًا اسْمُهُ دِيمِتْرِيُوسُ، صَائِغٌ صَانِعُ هَيَاكِلِ فِضَّةٍ لأَرْطَامِيسَ، كَانَ يُكَسِّبُ الصُّنَّاعَ مَكْسَبًا لَيْسَ بِقَلِيل.
γάρ τις ὀνόματι, Δημήτριος ἀργυροκόπος ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος, παρείχετο τοῖς ; τεχνίταις ἐργασίαν, οὐκ ὀλίγην
وَكَانَ شَابٌّ اسْمُهُ أَفْتِيخُوسُ جَالِسًا فِي الطَّاقَةِ مُتَثَقِّلاً بِنَوْمٍ عَمِيق. بُولُسُ يُخَاطِبُ خِطَابًا طَوِيلاً، غَلَبَ عَلَيْهِ النَّوْمُ فَسَقَطَ مِنَ الطَّبَقَةِ الثَّالِثَةِ إِلَى أَسْفَلُ، وَحُمِلَ مَيِّتًا.
δέ τις ; νεανίας ὀνόματι Εὔτυχος Καθήμενος ἐπὶ τῆς ; θυρίδος, καταφερόμενος ὕπνῳ βαθεῖ, τοῦ ; Παύλου διαλεγομένου ἐπὶ ; πλεῖον, κατενεχθεὶς ἀπὸ ; τοῦ ; ὕπνου ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ ; τριστέγου κάτω καὶ ; ἤρθη νεκρός.
وَبَيْنَمَا نَحْنُ مُقِيمُونَ أَيَّامًا كَثِيرَةً، انْحَدَرَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ نَبِيٌّ اسْمُهُ أَغَابُوسُ.
δὲ ἡμῶν Ἐπιμενόντων ἡμέρας πλείους κατῆλθέν ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας τις ; προφήτης ὀνόματι Ἅγαβος,