المعنى المختصر للكلمة
ónoma:
a
"name" (literally or figuratively) (authority, character)
اللفظ الأصلي
ὄνομα
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ónoma
(on-om-ah)
تكرار الورود في الكتاب
143
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
a "name" (literally or figuratively) (authority, character)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
called
(+
sur-)name(-d)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὀνόματι (31×)
τὸ ; ὄνομα (19×)
ἐν ; τῷ ; ὀνόματι (14×)
ἐν ; ὀνόματι (9×)
ὄνομα (8×)
εἰς ; τὸ ; ὄνομα (7×)
ὀνόματα (5×)
τῷ ; ὀνόματι (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (143 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 8: 16
Act.8.16
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
أعمال الرسل 9: 10
Act.9.10
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
أعمال الرسل 9: 11
Act.9.11
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
أعمال الرسل 9: 12
Act.9.12
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
أعمال الرسل 9: 21
Act.9.21
فَبُهِتَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي أَهْلَكَ فِي أُورُشَلِيمَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهذَا الاسْمِ. وَقَدْ جَاءَ إِلَى هُنَا لِهذاَ لِيَسُوقَهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ; ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τοῦτο; τὸ ; ὄνομα καὶ ἐληλύθει ὧδε εἰς ; τοῦτο αὐτοὺς ; ἀγάγῃ δεδεμένους ἐπὶ τοὺς ; ἀρχιερεῖς.¶
أعمال الرسل 9: 27
Act.9.27
فَأَخَذَهُ بَرْنَابَا وَأَحْضَرَهُ إِلَى الرُّسُلِ، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَبْصَرَ الرَّبَّ فِي الطَّرِيقِ وَأَنَّهُ كَلَّمَهُ، وَكَيْفَ جَاهَرَ فِي دِمَشْقَ بِاسْمِ يَسُوعَ.
δὲ ; ἐπιλαβόμενος ; αὐτὸν Βαρναβᾶς ἤγαγεν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς εἶδεν τὸν ; κύριον ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὅτι ἐλάλησεν ; αὐτῷ καὶ ; πῶς ἐπαρρησιάσατο ἐν Δαμασκῷ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.
أعمال الرسل 9: 28
Act.9.28
فَكَانَ مَعَهُمْ يَدْخُلُ وَيَخْرُجُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُجَاهِرُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
καὶ ; ἦν μετ᾽ ; αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ; ἐκπορευόμενος ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; παρρησιαζόμενος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ,
أعمال الرسل 9: 33
Act.9.33
فَوَجَدَ هُنَاكَ إِنْسَانًا اسْمُهُ إِينِيَاسُ مُضْطَجِعًا عَلَى سَرِيرٍ مُنْذُ ثَمَانِي سِنِينَ، وَكَانَ مَفْلُوجًا.
εὗρεν ; δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν ; τινα ὀνόματι Αἰνέαν κατακείμενον ἐπὶ ; κραββάτῳ ἐξ ὀκτὼ ἐτῶν ὃς ; ἦν παραλελυμένος.
أعمال الرسل 9: 36
Act.9.36
وَكَانَ فِي يَافَا تِلْمِيذَةٌ اسْمُهَا طَابِيثَا، الَّذِي تَرْجَمَتُهُ غَزَالَةُ. هذِهِ كَانَتْ مُمْتَلِئَةً أَعْمَالاً صَالِحَةً وَإِحْسَانَاتٍ كَانَتْ تَعْمَلُهَا.
δέ ; ἦν Ἐν Ἰόππῃ τις ; μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη ; λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ; ἐλεημοσυνῶν ὧν ; ἐποίει·
أعمال الرسل 10: 1
Act.10.1
وَكَانَ فِي قَيْصَرِيَّةَ رَجُلٌ اسْمُهُ كَرْنِيلِيُوسُ، قَائِدُ مِئَةٍ مِنَ الْكَتِيبَةِ الَّتِي تُدْعَى الإِيطَالِيَّةَ.
δέ ; ἦν ἐν Καισαρείᾳ Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς,
أعمال الرسل 10: 43
Act.10.43
لَهُ يَشْهَدُ جَمِيعُ الأَنْبِيَاءِ أَنَّ كُلَّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ يَنَالُ بِاسْمِهِ غُفْرَانَ الْخَطَايَا.
τούτῳ μαρτυροῦσιν πάντες οἱ ; προφῆται πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς ; αὐτόν.¶ λαβεῖν διὰ ; τοῦ ; ὀνόματος ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
أعمال الرسل 10: 48
Act.10.48
وَأَمَرَ أَنْ يَعْتَمِدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ. حِينَئِذٍ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ أَيَّامًا.
προσέταξεν ; τε αὐτοὺς ; βαπτισθῆναι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου. τότε ἠρώτησαν ; αὐτὸν ἐπιμεῖναι ἡμέρας ; τινάς.¶
أعمال الرسل 11: 28
Act.11.28
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
أعمال الرسل 12: 13
Act.12.13
فَلَمَّا قَرَعَ بُطْرُسُ بَابَ الدِّهْلِيزِ جَاءَتْ جَارِيَةٌ اسْمُهَا رَوْدَا لِتَسْمَعَ.
δὲ κρούσαντος τοῦ ; Πέτρου τὴν ; θύραν τοῦ ; πυλῶνος προσῆλθεν παιδίσκη ὀνόματι Ῥόδη· ὑπακοῦσαι
أعمال الرسل 13: 6
Act.13.6
وَلَمَّا اجْتَازَا الْجَزِيرَةَ إِلَى بَافُوسَ، وَجَدَا رَجُلاً سَاحِرًا نَبِيًّا كَذَّابًا يَهُودِيًّا اسْمُهُ بَارْيَشُوعُ،
δὲ Διελθόντες τὴν ; νῆσον ἄχρι Πάφου εὗρον ἄνδρα ; τινὰ μάγον ψευδοπροφήτην Ἰουδαῖον ὄνομα Βαριησοῦς
أعمال الرسل 15: 26
Act.15.26
رَجُلَيْنِ قَدْ بَذَلاَ نَفْسَيْهِمَا لأَجْلِ اسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἀνθρώποις παραδεδωκόσιν τὰς ; ψυχὰς ; αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
أعمال الرسل 16: 1
Act.16.1
ثُمَّ وَصَلَ إِلَى دَرْبَةَ وَلِسْتَرَةَ، وَإِذَا تِلْمِيذٌ كَانَ هُنَاكَ اسْمُهُ تِيمُوثَاوُسُ، ابْنُ امْرَأَةٍ يَهُودِيَّةٍ مُؤْمِنَةٍ وَلكِنَّ أَبَاهُ يُونَانِيٌّ،
δὲ Κατήντησεν εἰς Δέρβην καὶ ; Λύστραν. καὶ ; ἰδοὺ μαθητής ; τις ἦν ἐκεῖ, ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικὸς ; τινος Ἰουδαίας πιστῆς, δὲ πατρὸς Ἕλληνος·
أعمال الرسل 16: 14
Act.16.14
فَكَانَتْ تَسْمَعُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا لِيدِيَّةُ، بَيَّاعَةُ أُرْجُوَانٍ مِنْ مَدِينَةِ ثَيَاتِيرَا، مُتَعَبِّدَةٌ للهِ، فَفَتَحَ الرَّبُّ قَلْبَهَا لِتُصْغِيَ إِلَى مَا كَانَ يَقُولُهُ بُولُسُ.
Καί ἤκουεν τις ; γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων σεβομένη τὸν ; θεόν, διήνοιξεν ὁ ; κύριος τὴν ; καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου.
أعمال الرسل 16: 18
Act.16.18
وَكَانَتْ تَفْعَلُ هذَا أَيَّامًا كَثِيرَةً. فَضَجِرَ بُولُسُ وَالْتَفَتَ إِلَى الرُّوحِ وَقَالَ: أَنَا آمُرُكَ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنْ تَخْرُجَ مِنْهَا.. فَخَرَجَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ.
δὲ ἐποίει τοῦτο ἐπὶ ; ἡμέρας. πολλὰς διαπονηθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν· παραγγέλλω ; σοι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῆς. καὶ ; ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ.
أعمال الرسل 17: 34
Act.17.34
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
أعمال الرسل 18: 2
Act.18.2
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
أعمال الرسل 18: 7
Act.18.7
فَانْتَقَلَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ رَجُل اسْمُهُ يُوسْتُسُ، كَانَ مُتَعَبِّدًا للهِ، وَكَانَ بَيْتُهُ مُلاَصِقًا لِلْمَجْمَعِ.
Καὶ ; μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς ; οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν ; θεόν, ἦν οὗ ; ἡ ; οἰκία συνομοροῦσα τῇ ; συναγωγῇ.
أعمال الرسل 18: 15
Act.18.15
وَلكِنْ إِذَا كَانَ مَسْأَلَةً عَنْ كَلِمَةٍ، وَأَسْمَاءٍ، وَنَامُوسِكُمْ، فَتُبْصِرُونَ أَنْتُمْ. لأَنِّي لَسْتُ أَشَاءُ أَنْ أَكُونَ قَاضِيًا لِهذِهِ الأُمُورِ.
δὲ εἰ ἐστιν ζήτημά περὶ λόγου καὶ ; ὀνομάτων καὶ ; νόμου ; τοῦ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· γὰρ ; ἐγὼ οὐ βούλομαι εἶναι. κριτὴς τούτων
أعمال الرسل 18: 24
Act.18.24
ثُمَّ أَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ يَهُودِيٌّ اسْمُهُ أَبُلُّوسُ، إِسْكَنْدَرِيُّ الْجِنْسِ، رَجُلٌ فَصِيحٌ مُقْتَدِرٌ فِي الْكُتُبِ.
δέ κατήντησεν εἰς Ἔφεσον Ἰουδαῖος ; τις ὀνόματι, Ἀπολλῶς Ἀλεξανδρεὺς τῷ ; γένει, ἀνὴρ λόγιος, δυνατὸς ; ὢν ἐν ταῖς ; γραφαῖς.
أعمال الرسل 19: 5
Act.19.5
فَلَمَّا سَمِعُوا اعْتَمَدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
δὲ ἀκούσαντες ἐβαπτίσθησαν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ·
أعمال الرسل 19: 13
Act.19.13
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
أعمال الرسل 19: 17
Act.19.17
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
أعمال الرسل 19: 24
Act.19.24
لأَنَّ إِنْسَانًا اسْمُهُ دِيمِتْرِيُوسُ، صَائِغٌ صَانِعُ هَيَاكِلِ فِضَّةٍ لأَرْطَامِيسَ، كَانَ يُكَسِّبُ الصُّنَّاعَ مَكْسَبًا لَيْسَ بِقَلِيل.
γάρ τις ὀνόματι, Δημήτριος ἀργυροκόπος ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος, παρείχετο τοῖς ; τεχνίταις ἐργασίαν, οὐκ ὀλίγην
أعمال الرسل 20: 9
Act.20.9
وَكَانَ شَابٌّ اسْمُهُ أَفْتِيخُوسُ جَالِسًا فِي الطَّاقَةِ مُتَثَقِّلاً بِنَوْمٍ عَمِيق. بُولُسُ يُخَاطِبُ خِطَابًا طَوِيلاً، غَلَبَ عَلَيْهِ النَّوْمُ فَسَقَطَ مِنَ الطَّبَقَةِ الثَّالِثَةِ إِلَى أَسْفَلُ، وَحُمِلَ مَيِّتًا.
δέ τις ; νεανίας ὀνόματι Εὔτυχος Καθήμενος ἐπὶ τῆς ; θυρίδος, καταφερόμενος ὕπνῳ βαθεῖ, τοῦ ; Παύλου διαλεγομένου ἐπὶ ; πλεῖον, κατενεχθεὶς ἀπὸ ; τοῦ ; ὕπνου ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ ; τριστέγου κάτω καὶ ; ἤρθη νεκρός.
أعمال الرسل 21: 10
Act.21.10
وَبَيْنَمَا نَحْنُ مُقِيمُونَ أَيَّامًا كَثِيرَةً، انْحَدَرَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ نَبِيٌّ اسْمُهُ أَغَابُوسُ.
δὲ ἡμῶν Ἐπιμενόντων ἡμέρας πλείους κατῆλθέν ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας τις ; προφήτης ὀνόματι Ἅγαβος,