ك
إصحاح
G3585
G3586. xýlon
G3587
المعنى المختصر للكلمة
xýlon: timber (as fuel or material)
اللفظ الأصلي ξύλον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق xýlon (xoo-lon)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 timber (as fuel or material)
2 by implication, a stick, club or tree or other wooden article or substance
الإنجليزية — KJV Translation Tags
staff stocks tree wood

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ξύλων (4×) τοῦ ; ξύλου (3×) τὸ ; ξύλον (2×) ξύλου· (2×) ξύλον (2×) ἐν ; τῷ ; ξύλῳ (1×) τὸ ; ξύλον.¶ (1×) ξύλου. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 26: 47 Mat.26.47
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ، إِذَا يَهُوذَا أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ قَدْ جَاءَ وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَشُيُوخِ الشَّعْبِ.
Καὶ ; ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν ; δώδεκα ἦλθεν, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων ἀπὸ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; πρεσβυτέρων τοῦ ; λαοῦ.
متى 26: 55 Mat.26.55
فِي تِلْكَ السَّاعَةِ قَالَ يَسُوعُ لِلْجُمُوعِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي. كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ أَجْلِسُ مَعَكُمْ أُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ وَلَمْ تُمْسِكُونِي.
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με; καθ᾽ ἡμέραν ἐκαθεζόμην πρὸς ; ὑμᾶς διδάσκων, ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με.
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με;
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
لأَنَّهُ إِنْ كَانُوا بِالْعُودِ الرَّطْبِ يَفْعَلُونَ هذَا، فَمَاذَا يَكُونُ بِالْيَابِسِ..
ὅτι εἰ ἐν ; τῷ ; ξύλῳ ὑγρῷ ποιοῦσιν, ταῦτα τί γένηται;¶ ἐν ; τῷ ; ξηρῷ
إِلهُ آبَائِنَا أَقَامَ يَسُوعَ الَّذِي أَنْتُمْ قَتَلْتُمُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ἤγειρεν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς διεχειρίσασθε κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου·
وَنَحْنُ شُهُودٌ بِكُلِّ مَا فَعَلَ فِي كُورَةِ الْيَهُودِيَّةِ وَفِي أُورُشَلِيمَ. الَّذِي أَيْضًا قَتَلُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε ; τῇ ; χώρᾳ τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; ἐν Ἰερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλαν κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου.
وَلَمَّا تَمَّمُوا كُلَّ مَا كُتِبَ عَنْهُ، أَنْزَلُوهُ عَنِ الْخَشَبَةِ وَوَضَعُوهُ فِي قَبْرٍ.
ὡς ; δὲ ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ ; γεγραμμένα, περὶ ; αὐτοῦ καθελόντες ἀπὸ τοῦ ; ξύλου ἔθηκαν εἰς μνημεῖον.
وَهُوَ إِذْ أَخَذَ وَصِيَّةً مِثْلَ هذِهِ، أَلْقَاهُمَا فِي السِّجْنِ الدَّاخِلِيِّ، وَضَبَطَ أَرْجُلَهُمَا فِي الْمِقْطَرَةِ.
ὃς εἰληφώς παραγγελίαν τοιαύτην ἔβαλεν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; φυλακὴν ἐσωτέραν καὶ ; ἠσφαλίσατο τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν εἰς τὸ ; ξύλον.¶
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدُ يَبْنِي عَلَى هذَا الأَسَاسِ: ذَهَبًا، فِضَّةً، حِجَارَةً كَرِيمَةً، خَشَبًا، عُشْبًا، قَشًّا،
δέ εἰ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τοῦτον τὸν ; θεμέλιον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
اَلْمَسِيحُ افْتَدَانَا مِنْ لَعْنَةِ النَّامُوسِ، إِذْ صَارَ لَعْنَةً لأَجْلِنَا، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: مَلْعُونٌ كُلُّ مَنْ عُلِّقَ عَلَى خَشَبَةٍ.
Χριστὸς ἡμᾶς ; ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς ; κατάρας τοῦ ; νόμου γενόμενος κατάρα· ὑπὲρ ; ἡμῶν γάρ· γέγραπται ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου·
الَّذِي حَمَلَ هُوَ نَفْسُهُ خَطَايَانَا فِي جَسَدِهِ عَلَى الْخَشَبَةِ، لِكَيْ نَمُوتَ عَنِ الْخَطَايَا فَنَحْيَا لِلْبِرِّ. الَّذِي بِجَلْدَتِهِ شُفِيتُمْ.
ὃς ἀνήνεγκεν αὐτὸς τὰς ; ἁμαρτίας ; ἡμῶν ἐν τῷ ; σώματι ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ; ξύλον ἵνα ἀπογενόμενοι ταῖς ; ἁμαρτίαις ζήσωμεν· τῇ ; δικαιοσύνῃ οὗ τῷ ; μώλωπι ; αὐτοῦ ἰάθητε.
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ. مَنْ يَغْلِبُ فَسَأُعْطِيهِ أَنْ يَأْكُلَ مِنْ شَجَرَةِ الْحَيَاةِ الَّتِي فِي وَسَطِ فِرْدَوْسِ اللهِ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις· τῷ νικῶντι δώσω ; αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ; ξύλου τῆς ; ζωῆς ὅ ; ἐστιν ἐν μέσῶ τοῦ; παραδείσου τοῦ ; θεοῦ
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
فِي وَسَطِ سُوقِهَا وَعَلَى النَّهْرِ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَاكَ، شَجَرَةُ حَيَاةٍ تَصْنَعُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ ثَمَرَةً، وَتُعْطِي كُلَّ شَهْرٍ ثَمَرَهَا، وَوَرَقُ الشَّجَرَةِ لِشِفَاءِ الأُمَمِ.
ἐν μέσῳ τῆς ; πλατείας ; αὐτῆς καὶ ; τοῦ ποταμοῦ, ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν ξύλον ζωῆς ποιοῦν δώδεκα, καρποὺς ἀποδιδοῦν ἕκαστον μῆνα τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ, καὶ ; τὰ ; φύλλα τοῦ ; ξύλου θεραπείαν τῶν ; ἐθνῶν.
فِي وَسَطِ سُوقِهَا وَعَلَى النَّهْرِ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَاكَ، شَجَرَةُ حَيَاةٍ تَصْنَعُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ ثَمَرَةً، وَتُعْطِي كُلَّ شَهْرٍ ثَمَرَهَا، وَوَرَقُ الشَّجَرَةِ لِشِفَاءِ الأُمَمِ.
ἐν μέσῳ τῆς ; πλατείας ; αὐτῆς καὶ ; τοῦ ποταμοῦ, ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν ξύλον ζωῆς ποιοῦν δώδεκα, καρποὺς ἀποδιδοῦν ἕκαστον μῆνα τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ, καὶ ; τὰ ; φύλλα τοῦ ; ξύλου θεραπείαν τῶν ; ἐθνῶν.
طُوبَى لِلَّذِينَ يَصْنَعُونَ وَصَايَاهُ لِكَيْ يَكُونَ سُلْطَانُهُمْ عَلَى شَجَرَةِ الْحَيَاةِ، وَيَدْخُلُوا مِنَ الأَبْوَابِ إِلَى الْمَدِينَةِ،
Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ; ἐντολὰς; αὐτοῦ ἵνα ἔσται ἡ ; ἐξουσία ; αὐτῶν ἐπὶ τὸ ; ξύλον τῆς ; ζωῆς, καὶ ; εἰσέλθωσιν τοῖς ; πυλῶσιν εἰς τὴν ; πόλιν.¶