ك
إصحاح
G3550
G3551. nómos
G3552
المعنى المختصر للكلمة
nómos: law (through the idea of prescriptive usage), genitive case (regulation), specially, (of Moses (including the volume)
اللفظ الأصلي νόμος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق nómos (nom-os)
تكرار الورود في الكتاب 186 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (to parcel out, especially food or grazing to animals);

المعنى والشرح المفصل
1 law (through the idea of prescriptive usage), genitive case (regulation), specially, (of Moses (including the volume)
2 also of the Gospel), or figuratively (a principle)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
law

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

νόμον (24×) νόμου (21×) τὸν ; νόμον (20×) τοῦ ; νόμου (20×) ὁ ; νόμος (19×) τῷ ; νόμῳ (15×) νόμῳ (8×) διὰ ; νόμου (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (186 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
وَلكِنَّ الْخَطِيَّةَ وَهِيَ مُتَّخِذَةٌ فُرْصَةً بِالْوَصِيَّةِ أَنْشَأَتْ فِيَّ كُلَّ شَهْوَةٍ. لأَنْ بِدُونِ النَّامُوسِ الْخَطِيَّةُ مَيِّتَةٌ.
δὲ ἡ ; ἁμαρτία λαβοῦσα ἀφορμὴν τῆς ; ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ; ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· γὰρ χωρὶς νόμου ἁμαρτία νεκρά·
أَمَّا أَنَا بِدُونِ النَّامُوسِ عَائِشًا قَبْلاً. وَلكِنْ لَمَّا جَاءَتِ الْوَصِيَّةُ عَاشَتِ الْخَطِيَّةُ، فَمُتُّ أَنَا،
δὲ ἐγὼ χωρὶς νόμου ἔζων ποτέ· δὲ ἐλθούσης τῆς ; ἐντολῆς ἀνέζησεν, ἁμαρτία δὲ ; ἀπέθανον, ἐγὼ
إِذًا النَّامُوسُ مُقَدَّسٌ، وَالْوَصِيَّةُ مُقَدَّسَةٌ وَعَادِلَةٌ وَصَالِحَةٌ.
ὥστε ; μὲν ὁ ; νόμος ἅγιος καὶ ; ἡ ; ἐντολὴ ἁγία καὶ ; δικαία καὶ ; ἀγαθή.
فَإِنَّنَا نَعْلَمُ أَنَّ النَّامُوسَ رُوحِيٌّ، وَأَمَّا أَنَا فَجَسَدِيٌّ مَبِيعٌ تَحْتَ الْخَطِيَّةِ.
γὰρ Οἴδαμεν ὅτι ὁ ; νόμος πνευματικός ; ἐστιν, δὲ ἐγὼ σαρκικός; εἰμι πεπραμένος ὑπὸ τὴν ; ἁμαρτίαν.
فَإِنْ كُنْتُ أَفْعَلُ مَا لَسْتُ أُرِيدُهُ، فَإِنِّي أُصَادِقُ النَّامُوسَ أَنَّهُ حَسَنٌ.
εἰ ; δὲ τοῦτο ; ποιῶ, ὃ οὐ θέλω σύμφημι τῷ ; νόμῳ ὅτι καλός·
إِذًا أَجِدُ النَّامُوسَ لِي حِينَمَا أُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ الْحُسْنَى أَنَّ الشَّرَّ حَاضِرٌ عِنْدِي.
ἄρα εὑρίσκω τὸν ; νόμον ἐμοὶ τῷ θέλοντι ποιεῖν τὸ ; καλὸν ὅτι τὸ ; κακὸν παράκειται. ἐμοὶ
فَإِنِّي أُسَرُّ بِنَامُوسِ اللهِ بِحَسَبِ الإِنْسَانِ الْبَاطِنِ.
γὰρ συνήδομαι τῷ ; νόμῳ τοῦ ; θεοῦ κατὰ ἄνθρωπον, τὸν ; ἔσω
وَلكِنِّي أَرَى نَامُوسًا آخَرَ فِي أَعْضَائِي يُحَارِبُ نَامُوسَ ذِهْنِي، وَيَسْبِينِي إِلَى نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ الْكَائِنِ فِي أَعْضَائِي.
δὲ βλέπω νόμον ἕτερον ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου ἀντιστρατευόμενον τῷ ; νόμῳ τοῦ ; νοός ; μου καὶ ; αἰχμαλωτίζοντά ἐν τῷ ; νόμῳ τῆς ; ἁμαρτίας τῷ ; ὄντι ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου.
وَلكِنِّي أَرَى نَامُوسًا آخَرَ فِي أَعْضَائِي يُحَارِبُ نَامُوسَ ذِهْنِي، وَيَسْبِينِي إِلَى نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ الْكَائِنِ فِي أَعْضَائِي.
δὲ βλέπω νόμον ἕτερον ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου ἀντιστρατευόμενον τῷ ; νόμῳ τοῦ ; νοός ; μου καὶ ; αἰχμαλωτίζοντά ἐν τῷ ; νόμῳ τῆς ; ἁμαρτίας τῷ ; ὄντι ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου.
وَلكِنِّي أَرَى نَامُوسًا آخَرَ فِي أَعْضَائِي يُحَارِبُ نَامُوسَ ذِهْنِي، وَيَسْبِينِي إِلَى نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ الْكَائِنِ فِي أَعْضَائِي.
δὲ βλέπω νόμον ἕτερον ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου ἀντιστρατευόμενον τῷ ; νόμῳ τοῦ ; νοός ; μου καὶ ; αἰχμαλωτίζοντά ἐν τῷ ; νόμῳ τῆς ; ἁμαρτίας τῷ ; ὄντι ἐν τοῖς ; μέλεσίν ; μου.
أَشْكُرُ اللهَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا. إِذًا أَنَا نَفْسِي بِذِهْنِي أَخْدِمُ نَامُوسَ اللهِ، وَلكِنْ بِالْجَسَدِ نَامُوسَ الْخَطِيَّةِ.
εὐχαριστῶ τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν. ἄρα ; οὖν ἐγὼ αὐτὸς τῷ ; νοῒ δουλεύω νόμῳ θεοῦ δὲ τῇ ; σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.¶
أَشْكُرُ اللهَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا. إِذًا أَنَا نَفْسِي بِذِهْنِي أَخْدِمُ نَامُوسَ اللهِ، وَلكِنْ بِالْجَسَدِ نَامُوسَ الْخَطِيَّةِ.
εὐχαριστῶ τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν. ἄρα ; οὖν ἐγὼ αὐτὸς τῷ ; νοῒ δουλεύω νόμῳ θεοῦ δὲ τῇ ; σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.¶
لأَنَّ نَامُوسَ رُوحِ الْحَيَاةِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ قَدْ أَعْتَقَنِي مِنْ نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ وَالْمَوْتِ.
γὰρ ὁ ; νόμος τοῦ ; πνεύματος τῆς ; ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέν ; με ἀπὸ τοῦ ; νόμου τῆς ; ἁμαρτίας καὶ ; τοῦ ; θανάτου.
لأَنَّ نَامُوسَ رُوحِ الْحَيَاةِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ قَدْ أَعْتَقَنِي مِنْ نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ وَالْمَوْتِ.
γὰρ ὁ ; νόμος τοῦ ; πνεύματος τῆς ; ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέν ; με ἀπὸ τοῦ ; νόμου τῆς ; ἁμαρτίας καὶ ; τοῦ ; θανάτου.
لأَنَّهُ النَّامُوسُ عَاجِزًا عَنْهُ، فِي مَا كَانَ ضَعِيفًا بِالْجَسَدِ، فَاللهُ إِذْ أَرْسَلَ ابْنَهُ فِي شِبْهِ جَسَدِ الْخَطِيَّةِ، وَلأَجْلِ الْخَطِيَّةِ، دَانَ الْخَطِيَّةَ فِي الْجَسَدِ،
γὰρ τοῦ ; νόμου, τὸ ; ἀδύνατον ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ ; τῆς ; σαρκός, ὁ ; θεὸς πέμψας τὸν ; ἑαυτοῦ ; υἱὸν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ ; περὶ ἁμαρτίας κατέκρινεν τὴν ; ἁμαρτίαν ἐν τῇ ; σαρκί,
لِكَيْ يَتِمَّ حُكْمُ النَّامُوسِ فِينَا، نَحْنُ السَّالِكِينَ لَيْسَ حَسَبَ الْجَسَدِ بَلْ حَسَبَ الرُّوحِ.
ἵνα πληρωθῇ τὸ ; δικαίωμα τοῦ ; νόμου ἐν ; ἡμῖν τοῖς ; περιπατοῦσιν μὴ κατὰ σάρκα ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.
لأَنَّ اهْتِمَامَ الْجَسَدِ هُوَ عَدَاوَةٌ ِللهِ، إِذْ لَيْسَ هُوَ خَاضِعًا لِنَامُوسِ اللهِ، لأَنَّهُ أَيْضًا لاَ يَسْتَطِيعُ.
διότι τὸ ; φρόνημα τῆς ; σαρκὸς ἔχθρα εἰς ; θεόν· γὰρ οὐχ ὑποτάσσεται, τῷ ; νόμῳ τοῦ ; θεοῦ γὰρ οὐδὲ δύναται·
وَلكِنَّ إِسْرَائِيلَ، وَهُوَ يَسْعَى فِي أَثَرِ نَامُوسِ الْبِرِّ، لَمْ يُدْرِكْ نَامُوسَ الْبِرِّ.
δὲ Ἰσραὴλ διώκων νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασεν. εἰς ; νόμον δικαιοσύνης
وَلكِنَّ إِسْرَائِيلَ، وَهُوَ يَسْعَى فِي أَثَرِ نَامُوسِ الْبِرِّ، لَمْ يُدْرِكْ نَامُوسَ الْبِرِّ.
δὲ Ἰσραὴλ διώκων νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασεν. εἰς ; νόμον δικαιοσύνης
لِمَاذَا. لأَنَّهُ لَيْسَ بِالإِيمَانِ، بَلْ كَأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. فَإِنَّهُمُ اصْطَدَمُوا بِحَجَرِ الصَّدْمَةِ،
τί; ὅτι οὐκ ἐκ ; πίστεως ἀλλ᾽ ὡς ἐξ ; ἔργων νόμου· γὰρ προσέκοψαν τῷ ; λίθῳ τοῦ ; προσκόμματος
لأَنَّ غَايَةَ النَّامُوسِ هِيَ الْمَسِيحُ لِلْبِرِّ لِكُلِّ مَنْ يُؤْمِنُ.
γὰρ Τέλος νόμου Χριστὸς εἰς ; δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
لأَنَّ مُوسَى يَكْتُبُ فِي الْبِرِّ الَّذِي بِالنَّامُوسِ: إِنَّ الإِنْسَانَ الَّذِي يَفْعَلُهَا سَيَحْيَا بِهَا.
γὰρ Μωϋσῆς γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ ; τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; ἄνθρωπος αὐτὰ ; ποιήσας ζήσεται ἐν ; αὐτοῖς.¶
لاَ تَكُونُوا مَدْيُونِينَ لأَحَدٍ إِلاَّ بِأَنْ يُحِبَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا، لأَنَّ مَنْ أَحَبَّ غَيْرَهُ فَقَدْ أَكْمَلَ النَّامُوسَ.
μηδὲν ; ὀφείλετε μηδενὶ εἰ ; μὴ τὸ ; ἀγαπᾶν· ἀλλήλους γὰρ ὁ ἀγαπῶν τὸν ; ἕτερον πεπλήρωκεν· νόμον
اَلْمَحَبَّةُ لاَ تَصْنَعُ شَرًّا لِلْقَرِيبِ، فَالْمَحَبَّةُ هِيَ تَكْمِيلُ النَّامُوسِ.
ἡ ; ἀγάπη οὐκ ἐργάζεται· κακὸν τῷ ; πλησίον οὖν ; ἡ ; ἀγάπη.¶ πλήρωμα νόμου
الْمَرْأَةُ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ مَا دَامَ رَجُلُهَا حَيًّا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ رَجُلُهَا، فَهِيَ حُرَّةٌ لِكَيْ تَتَزَوَّجَ بِمَنْ تُرِيدُ، فِي الرَّبِّ فَقَطْ.
Γυνὴ δέδεται νόμῳ ὅσον ἐφ᾽ ; χρόνον ὁ ; ἀνὴρ ; αὐτῆς· ζῇ δὲ ἐὰν κοιμηθῇ ὁ ; ἀνήρ ; αὐτῆς, ἐστὶν ἐλευθέρα γαμηθῆναι, ᾧ θέλει ἐν κυρίῳ. μόνον
أَلَعَلِّي أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَإِنْسَانٍ. أَمْ لَيْسَ النَّامُوسُ أَيْضًا يَقُولُ هذَا.
λαλῶ; ταῦτα κατὰ ; ἄνθρωπον ἢ οὐχὶ ὁ ; νόμος καὶ λέγει; ταῦτα
فَإِنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي نَامُوسِ مُوسَى: لاَ تَكُمَّ ثَوْرًا دَارِسًا. أَلَعَلَّ اللهَ تُهِمُّهُ الثِّيرَانُ.
γὰρ γέγραπται· ἐν τῷ ; νόμῳ Μωϋσέως οὐ κημώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῷ ; θεῷ; μέλει τῶν ; βοῶν