ك
إصحاح
G3537
G3538. níptō
G3539
المعنى المختصر للكلمة
níptō: to cleanse (especially the hands or the feet or the face)
اللفظ الأصلي νίπτω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق níptō (nip-to)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to cleanse (especially the hands or the feet or the face)
2 ceremonially, to perform ablution
الإنجليزية — KJV Translation Tags
wash

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

νίπτειν (2×) ἔνιψεν, (1×) ἔνιψεν (1×) ἔνιψα (1×) νίψῃς (1×) νίψωνται (1×) νίψασθαι, (1×) νίψαι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَنْتَ فَمَتَى صُمْتَ فَادْهُنْ رَأْسَكَ وَاغْسِلْ وَجْهَكَ،
δὲ σὺ νηστεύων ἄλειψαί σου ; τὴν ; κεφαλὴν καὶ ; νίψαι τὸ ; πρόσωπόν ; σου
لِمَاذَا يَتَعَدَّى تَلاَمِيذُكَ تَقْلِيدَ الشُّيُوخِ، فَإِنَّهُمْ لاَ يَغْسِلُونَ أَيْدِيَهُمْ حِينَمَا يَأْكُلُونَ خُبْزًا.
διὰ ; τί παραβαίνουσιν οἱ ; μαθηταί ; σου τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων; οὐ ; γὰρ νίπτονται τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ὅταν ἐσθίωσιν.¶ ἄρτον
لأَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ وَكُلَّ الْيَهُودِ إِنْ لَمْ يَغْسِلُوا أَيْدِيَهُمْ بِاعْتِنَاءٍ، لاَ يَأْكُلُونَ، مُتَمَسِّكِينَ بِتَقْلِيدِ الشُّيُوخِ.
γὰρ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; πάντες οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐὰν ; μὴ νίψωνται τὰς ; χεῖρας, πυγμῇ οὐκ ἐσθίουσιν κρατοῦντες τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων·
وَقَالَ لَهُ: اذْهَبِ اغْتَسِلْ فِي بِرْكَةِ سِلْوَامَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ: مُرْسَلٌ، فَمَضَى وَاغْتَسَلَ وَأَتَى بَصِيرًا.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν ; κολυμβήθραν τοῦ ; Σιλωάμ ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν ; οὖν καὶ ; ἐνίψατο καὶ ; ἦλθεν βλέπων.¶
وَقَالَ لَهُ: اذْهَبِ اغْتَسِلْ فِي بِرْكَةِ سِلْوَامَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ: مُرْسَلٌ، فَمَضَى وَاغْتَسَلَ وَأَتَى بَصِيرًا.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν ; κολυμβήθραν τοῦ ; Σιλωάμ ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν ; οὖν καὶ ; ἐνίψατο καὶ ; ἦλθεν βλέπων.¶
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
فَسَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا كَيْفَ أَبْصَرَ، فَقَالَ لَهُمْ: وَضَعَ طِينًا عَلَى عَيْنَيَّ وَاغْتَسَلْتُ، فَأَنَا أُبْصِرُ.
πάλιν ; ἠρώτων ; αὐτὸν ; οὖν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐπέθηκέν πηλὸν ἐπὶ μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; ἐνιψάμην καὶ ; βλέπω.
ثُمَّ صَبَّ مَاءً فِي مِغْسَل، وَابْتَدَأَ يَغْسِلُ أَرْجُلَ التَّلاَمِيذِ وَيَمْسَحُهَا بِالْمِنْشَفَةِ الَّتِي كَانَ مُتَّزِرًا بِهَا.
εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν ; νιπτῆρα καὶ ; ἤρξατο νίπτειν τοὺς ; πόδας τῶν ; μαθητῶν καὶ ; ἐκμάσσειν τῷ ; λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος.¶
فَجَاءَ إِلَى سِمْعَانَ بُطْرُسَ. فَقَالَ لَهُ ذَاكَ: يَا سَيِّدُ، أَنْتَ تَغْسِلُ رِجْلَيَّ.
Ἔρχεται ; οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον· καὶ ; λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· κύριε, σύ νίπτεις μου ; τοὺς ; πόδας;
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: لَنْ تَغْسِلَ رِجْلَيَّ أَبَدًا. أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ لاَ أَغْسِلُكَ فَلَيْسَ لَكَ مَعِي نَصِيبٌ.
λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ ; μὴ νίψῃς μου ; τοὺς ; πόδας εἰς ; τὸν ; αἰῶνα.¶ Ἀπεκρίθη ; αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἐὰν μὴ νίψω ; σε, οὐκ ἔχεις μετ᾽ ; ἐμοῦ. μέρος
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: الَّذِي قَدِ اغْتَسَلَ لَيْسَ لَهُ حَاجَةٌ إِلاَّ إِلَى غَسْلِ رِجْلَيْهِ، بَلْ هُوَ طَاهِرٌ كُلُّهُ. وَأَنْتُمْ طَاهِرُونَ وَلكِنْ لَيْسَ كُلُّكُمْ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν εἰ νίψασθαι, τοὺς ; πόδας ἀλλ᾽ ἔστιν καθαρὸς ὅλος· καὶ ; ὑμεῖς ; ἐστε καθαροί ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες.
فَلَمَّا كَانَ قَدْ غَسَلَ أَرْجُلَهُمْ وَأَخَذَ ثِيَابَهُ وَاتَّكَأَ أَيْضًا، قَالَ لَهُمْ: أَتَفْهَمُونَ مَا قَدْ صَنَعْتُ بِكُمْ.
Ὅτε ; οὖν ἔνιψεν τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν καὶ ; ἔλαβεν τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναπεσὼν πάλιν, εἶπεν αὐτοῖς· γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν;
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·
مَشْهُودًا لَهَا فِي أَعْمَال صَالِحَةٍ، إِنْ تَكُنْ قَدْ رَبَّتِ الأَوْلاَدَ، أَضَافَتِ الْغُرَبَاءَ، غَسَّلَتْ أَرْجُلَ الْقِدِّيسِينَ، سَاعَدَتِ الْمُتَضَايِقِينَ، اتَّبَعَتْ كُلَّ عَمَل صَالِحٍ.
μαρτυρουμένη, ἐν ἔργοις καλοῖς εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, ἐξενοδόχησεν, ἔνιψεν, πόδας ἁγίων ἐπήρκεσεν, θλιβομένοις ἐπηκολούθησεν. παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ