ك
إصحاح
G3465
G3466. mystḗrion
G3467
المعنى المختصر للكلمة
mystḗrion: a secret or "mystery" (through the idea of silence imposed by initiation into religious rites)
اللفظ الأصلي μυστήριον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mystḗrion (moos-tay-ree-on)
تكرار الورود في الكتاب 27 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a derivative of (to shut the mouth);

المعنى والشرح المفصل

a secret or "mystery" (through the idea of silence imposed by initiation into religious rites)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
mystery

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; μυστήριον (11×) τὰ ; μυστήρια (3×) τοῦ ; μυστηρίου (3×) μυστήριον (3×) ἐν ; τῷ ; μυστηρίῳ (1×) τὸ ; μυστήριον, (1×) μυστήριον, (1×) μυστήρια· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (27 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 11 Mat.13.11
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: لأَنَّهُ قَدْ أُعْطِيَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا أَسْرَارَ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ، وَأَمَّا لأُولَئِكَ فَلَمْ يُعْطَ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὅτι δέδοται ὑμῖν γνῶναι τὰ ; μυστήρια τῆς ; βασιλείας τῶν ; οὐρανῶν, δὲ ἐκείνοις οὐ δέδοται.
فَقَالَ لَهُمْ: قَدْ أُعْطِيَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا سِرَّ مَلَكُوتِ اللهِ. وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ خَارِجٍ فَبِالأَمْثَالِ يَكُونُ لَهُمْ كُلُّ شَيْءٍ،
καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· δέδοται ὑμῖν γνῶναι τὸ ; μυστήριον τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ, δὲ ἐκείνοις τοῖς ἔξω ἐν ; παραβολαῖς γίνεται τὰ ; πάντα
فَقَالَ: لَكُمْ قَدْ أُعْطِيَ أَنْ تَعْرِفُوا أَسْرَارَ مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَمَّا لِلْبَاقِينَ فَبِأَمْثَال، حَتَّى إِنَّهُمْ مُبْصِرِينَ لاَ يُبْصِرُونَ، وَسَامِعِينَ لاَ يَفْهَمُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ ; μυστήρια τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ, δὲ τοῖς ; λοιποῖς ἐν ; παραβολαῖς ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσιν καὶ ; ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.
فَإِنِّي لَسْتُ أُرِيدُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَجْهَلُوا هذَا السِّرَّ، لِئَلاَّ تَكُونُوا عِنْدَ أَنْفُسِكُمْ حُكَمَاءَ: أَنَّ الْقَسَاوَةَ قَدْ حَصَلَتْ جُزْئِيًّا لإِسْرَائِيلَ إِلَى أَنْ يَدْخُلَ مِلْؤُ الأُمَمِ،
γὰρ Οὐ θέλω ἀδελφοί, ὑμᾶς ; ἀγνοεῖν, τὸ ; τοῦτο, μυστήριον ἵνα ; μὴ ἦτε παρ᾽ ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις γέγονεν ἀπὸ ; μέρους τῷ ; Ἰσραὴλ ἄχρι οὗ εἰσέλθῃ, τὸ ; πλήρωμα τῶν ; ἐθνῶν
وَلِلْقَادِرِ أَنْ يُثَبِّتَكُمْ، حَسَبَ إِنْجِيلِي وَالْكِرَازَةِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، حَسَبَ إِعْلاَنِ السِّرِّ الَّذِي كَانَ مَكْتُومًا فِي الأَزْمِنَةِ الأَزَلِيَّةِ،
Τῷ ; δὲ ; δυναμένῳ ὑμᾶς ; στηρίξαι κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου καὶ ; τὸ ; κήρυγμα Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ ἀποκάλυψιν μυστηρίου σεσιγημένου, χρόνοις αἰωνίοις
بَلْ نَتَكَلَّمُ بِحِكْمَةِ اللهِ فِي سِرّ: الْمَكْتُومَةِ، الَّتِي سَبَقَ اللهُ فَعَيَّنَهَا قَبْلَ الدُّهُورِ لِمَجْدِنَا،
ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν θεοῦ ἐν μυστηρίῳ τὴν ; ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ; ὁ ; θεὸς πρὸ τῶν ; αἰώνων εἰς ; δόξαν ; ἡμῶν,
هكَذَا فَلْيَحْسِبْنَا الإِنْسَانُ كَخُدَّامِ الْمَسِيحِ، وَوُكَلاَءِ سَرَائِرِ اللهِ،
Οὕτως ἡμᾶς ; λογιζέσθω ἄνθρωπος ὡς ; ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ ; οἰκονόμους μυστηρίων θεοῦ.¶
وَإِنْ كَانَتْ لِي نُبُوَّةٌ، وَأَعْلَمُ جَمِيعَ الأَسْرَارِ وَكُلَّ عِلْمٍ، وَإِنْ كَانَ لِي كُلُّ الإِيمَانِ حَتَّى أَنْقُلَ الْجِبَالَ، وَلكِنْ لَيْسَ لِي مَحَبَّةٌ، فَلَسْتُ شَيْئًا.
καὶ ; ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ ; εἰδῶ πάντα τὰ ; μυστήρια καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γνῶσιν, καὶ ; ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν ; πίστιν ὥστε μεθιστάναι, ὄρη δὲ μὴ ἔχω, ἀγάπην οὐθέν ; εἰμι.
لأَنَّ مَنْ يَتَكَلَّمُ بِلِسَانٍ لاَ يُكَلِّمُ النَّاسَ بَلِ اللهَ، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَسْمَعُ، وَلكِنَّهُ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ بِأَسْرَارٍ.
γὰρ ὁ λαλῶν γλώσσῃ οὐκ λαλεῖ ἀνθρώποις ἀλλὰ τῷ ; θεῷ· γὰρ οὐδεὶς ἀκούει, δὲ πνεύματι λαλεῖ μυστήρια·
هُوَذَا سِرٌّ أَقُولُهُ لَكُمْ: لاَ نَرْقُدُ كُلُّنَا، وَلكِنَّنَا كُلَّنَا نَتَغَيَّرُ،
ἰδοὺ μυστήριον λέγω· ὑμῖν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ πάντες ἀλλαγησόμεθα
إِذْ عَرَّفَنَا بِسِرِّ مَشِيئَتِهِ، حَسَبَ مَسَرَّتِهِ الَّتِي قَصَدَهَا فِي نَفْسِهِ،
γνωρίσας ; ἡμῖν τὸ ; μυστήριον τοῦ ; θελήματος ; αὐτοῦ κατὰ τὴν ; εὐδοκίαν ; αὐτοῦ, ἣν προέθετο ἐν αὐτῷ
أَنَّهُ بِإِعْلاَنٍ عَرَّفَنِي بِالسِّرِّ. كَمَا سَبَقْتُ فَكَتَبْتُ بِالإِيجَازِ.
ὅτι κατὰ ; ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέν; μοι τὸ ; μυστήριον καθὼς προέγραψα ἐν ; ὀλίγῳ,
الَّذِي بِحَسَبِهِ حِينَمَا تَقْرَأُونَهُ، تَقْدِرُونَ أَنْ تَفْهَمُوا دِرَايَتِي بِسِرِّ الْمَسِيحِ.
ὃ πρὸς ἀναγινώσκοντες δύνασθε νοῆσαι τὴν ; σύνεσίν ; μου ἐν ; τῷ ; μυστηρίῳ τοῦ ; Χριστοῦ,
وَأُنِيرَ الْجَمِيعَ فِي مَا هُوَ شَرِكَةُ السِّرِّ الْمَكْتُومِ مُنْذُ الدُّهُورِ فِي اللهِ خَالِقِ الْجَمِيعِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
καὶ ; φωτίσαι πάντας τίς ἡ ; κοινωνία τοῦ ; μυστηρίου τοῦ ; ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν ; αἰώνων ἐν τῷ ; θεῷ τῷ ; κτίσαντι τὰ ; πάντα διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ,
هذَا السِّرُّ عَظِيمٌ، وَلكِنَّنِي أَنَا أَقُولُ مِنْ نَحْوِ الْمَسِيحِ وَالْكَنِيسَةِ.
τοῦτο τὸ ; μυστήριον μέγα ; ἐστίν, δὲ ἐγὼ λέγω εἰς ; Χριστὸν καὶ ; εἰς ; τὴν ; ἐκκλησίαν.
وَلأَجْلِي، لِكَيْ يُعْطَى لِي كَلاَمٌ عِنْدَ افْتِتَاحِ فَمِي، لأُعْلِمَ جِهَارًا بِسِرِّ الإِنْجِيلِ،
καὶ ; ὑπὲρ ; ἐμοῦ, ἵνα δοθείη μοι λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ ; στόματός ; μου γνωρίσαι ἐν ; παρρησίᾳ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; εὐαγγελίου,
السِّرِّ الْمَكْتُومِ مُنْذُ الدُّهُورِ وَمُنْذُ الأَجْيَالِ، لكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ لِقِدِّيسِيهِ،
τὸ ; μυστήριον τὸ ; ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν ; αἰώνων καὶ ; ἀπὸ τῶν ; γενεῶν, δὲ νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ·
الَّذِينَ أَرَادَ اللهُ أَنْ يُعَرِّفَهُمْ مَا هُوَ غِنَى مَجْدِ هذَا السِّرِّ فِي الأُمَمِ، الَّذِي هُوَ الْمَسِيحُ فِيكُمْ رَجَاءُ الْمَجْدِ.
οἷς ἠθέλησεν ὁ ; θεὸς γνωρίσαι, τις ὅ; πλοῦτος τῆς ; δόξης τούτου τοῦ ; μυστηρίου ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν, ὅς ἐστιν Χριστὸς ἐν ; ὑμῖν, ἡ ; ἐλπὶς τῆς ; δόξης·
لِكَيْ تَتَعَزَّى قُلُوبُهُمْ مُقْتَرِنَةً فِي الْمَحَبَّةِ لِكُلِّ غِنَى يَقِينِ الْفَهْمِ، لِمَعْرِفَةِ سِرِّ اللهِ الآبِ وَالْمَسِيحِ،
ἵνα παρακληθῶσιν αἱ ; καρδίαι ; αὐτῶν συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ εἰς ; πάντα τὸ ; πλοῦτον τῆς ; πληροφορίας τῆς ; συνέσεως εἰς ; ἐπίγνωσιν τοῦ ; μυστηρίου τοῦ ; θεοῦ πατρὸς καὶ ; τοῦ ; Χριστοῦ,
مُصَلِّينَ فِي ذلِكَ لأَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، لِيَفْتَحَ الرَّبُّ لَنَا بَابًا لِلْكَلاَمِ، لِنَتَكَلَّمَ بِسِرِّ الْمَسِيحِ، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ أَنَا مُوثَقٌ أَيْضًا،
προσευχόμενοι ἅμα περὶ ἡμῶν καὶ ἀνοίξῃ ὁ ; θεὸς ἡμῖν θύραν τοῦ ; λόγου λαλῆσαι τὸ ; μυστήριον τοῦ ; Χριστοῦ, ὃ δι᾽ δέδεμαι, καὶ
لأَنَّ سِرَّ الإِثْمِ الآنَ يَعْمَلُ فَقَطْ، إِلَى أَنْ يُرْفَعَ مِنَ الْوَسَطِ الَّذِي يَحْجِزُ الآنَ،
γὰρ τὸ ; μυστήριον τῆς ; ἀνομίας, ἤδη ἐνεργεῖται μόνον ἕως γένηται· ἐκ μέσου ὁ ; κατέχων ἄρτι
وَلَهُمْ سِرُّ الإِيمَانِ بِضَمِيرٍ طَاهِرٍ.
ἔχοντας μυστήριον τῆς ; πίστεως ἐν ; συνειδήσει. καθαρᾷ
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
سِرَّ السَّبْعَةِ الْكَوَاكِبِ الَّتِي رَأَيْتَ عَلَى يَمِينِي، وَالسَّبْعِ الْمَنَايِرِ الذَّهَبِيَّةِ: السَّبْعَةُ الْكَوَاكِبُ هِيَ مَلاَئِكَةُ السَّبْعِ الْكَنَائِسِ، وَالْمَنَايِرُ السَّبْعُ الَّتِي رَأَيْتَهَا هِيَ السَّبْعُ الْكَنَائِسِ.
τὸ ; μυστήριον τῶν ; ἑπτὰ ἀστέρων ὧν εἶδες ἐπὶ τῆς ; δεξιᾶς ; μου καὶ ; τὰς ; ἑπτὰ λυχνίας τὰς ; χρυσᾶς· οἱ ; ἑπτὰ ἀστέρες εἰσιν ἄγγελοι τῶν ; ἑπτὰ ἐκκλησιῶν καὶ ; αἱ ; λυχνίαι ἑπτὰ ἅς εἶδες εἰσίν.¶ ἑπτὰ ἐκκλησίαι
بَلْ فِي أَيَّامِ صَوْتِ الْمَلاَكِ السَّابعِ مَتَى أَزْمَعَ أَنْ يُبَوِّقَ، يَتِمُّ أَيْضًا سِرُّ اللهِ، كَمَا بَشَّرَ عَبِيدَهُ الأَنْبِيَاءَ.
ἀλλ᾽ ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; φωνῆς τοῦ ; ἀγγέλου, ἑβδόμου ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, τελεσθῇ καὶ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισεν τοῖς; ἑαυτοῦ ; δούλοις τοῖς; προφήταις
وَعَلَى جَبْهَتِهَا اسْمٌ مَكْتُوبٌ: سِرٌّ. بَابِلُ الْعَظِيمَةُ أُمُّ الزَّوَانِي وَرَجَاسَاتِ الأَرْضِ.
καὶ ; ἐπὶ τὸ ; μέτωπον ; αὐτῆς ὄνομα γεγραμμένον, μυστήριον, Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη, ἡ ; μήτηρ τῶν ; πορνῶν καὶ ; τῶν ; βδελυγμάτων τῆς ; γῆς.
ثُمَّ قَالَ لِي الْمَلاَكُ: لِمَاذَا تَعَجَّبْتَ. أَنَا أَقُولُ لَكَ سِرَّ الْمَرْأَةِ وَالْوَحْشِ الْحَامِلِ لَهَا، الَّذِي لَهُ السَّبْعَةُ الرُّؤُوسِ وَالْعَشَرَةُ الْقُرُونِ:
καὶ εἶπέν μοι ὁ ; ἄγγελος· διὰ ; τί ἐθαύμασας; ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ ; μυστήριον τῆς ; γυναικὸς καὶ ; τοῦ ; θηρίου τοῦ ; βαστάζοντος αὐτὴν τοῦ ἔχοντος τὰς ; ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα.¶