ك
إصحاح
G3407
G3408. misthós
G3409
المعنى المختصر للكلمة
misthós: pay for service (literally or figuratively), good or bad
اللفظ الأصلي μισθός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق misthós (mis-thos)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

pay for service (literally or figuratively), good or bad

الإنجليزية — KJV Translation Tags
hire reward wages

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μισθὸν (10×) ὁ ; μισθὸς (2×) τὸν ; μισθὸν (2×) ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς (1×) τὸν ; ἴδιον ; μισθὸν (1×) τοῦ ; μισθοῦ (1×) μου ; ὁ ; μισθός; (1×) μισθοῦ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ إِنْ أَحْبَبْتُمُ الَّذِينَ يُحِبُّونَكُمْ، فَأَيُّ أَجْرٍ لَكُمْ. أَلَيْسَ الْعَشَّارُونَ أَيْضًا يَفْعَلُونَ ذلِكَ.
γὰρ ἐὰν ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ; ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ οἱ ; τελῶναι καὶ ποιοῦσιν; τὸ ; αὐτὸ
اِحْتَرِزُوا مِنْ أَنْ تَصْنَعُوا صَدَقَتَكُمْ قُدَّامَ النَّاسِ لِكَيْ يَنْظُرُوكُمْ، وَإِلاَّ فَلَيْسَ لَكُمْ أَجْرٌ عِنْدَ أَبِيكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Προσέχετε μὴ ; ποιεῖν τὴν ; ἐλεημοσύνην; ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων πρὸς τὸ ; αὐτοῖς· ; θεαθῆναι εἰ ; δὲ ; μή γε, ; οὐκ ἔχετε μισθὸν παρὰ τῷ ; πατρὶ ; ὑμῶν τῷ ἐν οὐρανοῖς.¶ ; τοῖς
متى 10: 41 Mat.10.41
مَنْ يَقْبَلُ نَبِيًّا بِاسْمِ نَبِيٍّ فَأَجْرَ نَبِيٍّ يَأْخُذُ، وَمَنْ يَقْبَلُ بَارًّا بِاسْمِ بَارّ فَأَجْرَ بَارّ يَأْخُذُ،
ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ; ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήμψεται, καὶ ; ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ; ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήμψεται.
متى 10: 41 Mat.10.41
مَنْ يَقْبَلُ نَبِيًّا بِاسْمِ نَبِيٍّ فَأَجْرَ نَبِيٍّ يَأْخُذُ، وَمَنْ يَقْبَلُ بَارًّا بِاسْمِ بَارّ فَأَجْرَ بَارّ يَأْخُذُ،
ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ; ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήμψεται, καὶ ; ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ; ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήμψεται.
فَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ قَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ لِوَكِيلِهِ: ادْعُ الْفَعَلَةَ وَأَعْطِهِمُ الأُجْرَةَ مُبْتَدِئًا مِنَ الآخِرِينَ إِلَى الأَوَّلِينَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας λέγει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος τῷ ; ἐπιτρόπῳ ; αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ; ἐργάτας καὶ ; ἀπόδος ; αὐτοῖς τὸν ; μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ; ἐσχάτων ἕως πρώτων.
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
فَإِنَّ هذَا اقْتَنَى حَقْلاً مِنْ أُجْرَةِ الظُّلْمِ، وَإِذْ سَقَطَ عَلَى وَجْهِهِ انْشَقَّ مِنَ الْوَسْطِ، فَانْسَكَبَتْ أَحْشَاؤُهُ كُلُّهَا.
μὲν ; οὖν οὗτος ἐκτήσατο χωρίον ἐκ τοῦ ; μισθοῦ τῆς ; ἀδικίας, καὶ γενόμενος πρηνὴς ἐλάκησεν μέσος καὶ ; ἐξεχύθη τὰ ; σπλάγχνα ; αὐτοῦ, πάντα
أَمَّا الَّذِي يَعْمَلُ فَلاَ تُحْسَبُ لَهُ الأُجْرَةُ عَلَى سَبِيلِ نِعْمَةٍ، بَلْ عَلَى سَبِيلِ دَيْنٍ.
δὲ τῷ ; ἐργαζομένῳ οὐ λογίζεται ὁ ; μισθὸς κατὰ χάριν ἀλλὰ κατὰ τό ; ὀφείλημα·
وَالْغَارِسُ وَالسَّاقِي هُمَا وَاحِدٌ، وَلكِنَّ كُلَّ وَاحِدٍ سَيَأْخُذُ أُجْرَتَهُ بِحَسَبِ تَعَبِهِ.
ὁ ; φυτεύων καὶ ; ὁ ; ποτίζων εἰσιν, ἕν δὲ ἕκαστος λήμψεται τὸν ; ἴδιον ; μισθὸν κατὰ τὸν ; ἴδιον ; κόπον.
إِنْ بَقِيَ عَمَلُ أَحَدٍ قَدْ بَنَاهُ عَلَيْهِ فَسَيَأْخُذُ أُجْرَةً.
εἴ μενεῖ τὸ ; ἔργον τινος ὃ ; ἐποικοδόμησεν, λήμψεται· μισθὸν
فَإِنَّهُ إِنْ كُنْتُ أَفْعَلُ هذَا طَوْعًا فَلِي أَجْرٌ، وَلكِنْ إِنْ كَانَ كَرْهًا فَقَدِ اسْتُؤْمِنْتُ عَلَى وَكَالَةٍ.
γὰρ εἰ πράσσω, τοῦτο ἑκὼν ἔχω· μισθὸν δὲ εἰ ἄκων, πεπίστευμαι. οἰκονομίαν
فَمَا هُوَ أَجْرِي. إِذْ وَأَنَا أُبَشِّرُ أَجْعَلُ إِنْجِيلَ الْمَسِيحِ بِلاَ نَفَقَةٍ، حَتَّى لَمْ أَسْتَعْمِلْ سُلْطَانِي فِي الإِنْجِيلِ.
τίς ; οὖν ἐστιν μου ; ὁ ; μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος θήσω τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ ἀδάπανον εἰς μὴ τὸ ; καταχρήσασθαι τῇ ; ἐξουσίᾳ ; μου ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ.¶
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ
آخِذِينَ أُجْرَةَ الإِثْمِ. الَّذِينَ يَحْسِبُونَ تَنَعُّمَ يَوْمٍ لَذَّةً. أَدْنَاسٌ وَعُيُوبٌ، يَتَنَعَّمُونَ فِي غُرُورِهِمْ صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعَكُمْ.
κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας. ἡγούμενοι τρυφήν, ἡμέρᾳ ἡδονὴν σπίλοι καὶ ; μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ; ἀπάταις ; αὐτῶν συνευωχούμενοι ; ὑμῖν,
قَدْ تَرَكُوا الطَّرِيقَ الْمُسْتَقِيمَ، فَضَلُّوا، تَابِعِينَ طَرِيقَ بَلْعَامَ بْنِ بَصُورَ الَّذِي أَحَبَّ أُجْرَةَ الإِثْمِ.
καταλιπόντες ὁδὸν τὴν ; εὐθεῖαν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ; ὁδῷ Βαλαὰμ ; τοῦ τοῦ ; Βοσόρ, ὃς ἠγάπησεν, μισθὸν ἀδικίας
انْظُرُوا إِلَى أَنْفُسِكُمْ لِئَلاَّ نُضَيِّعَ مَا عَمِلْنَاهُ، بَلْ نَنَالَ أَجْرًا تَامًّا.
βλέπετε ἑαυτοὺς ἵνα ἀπολέσωμεν ἃ εἰργασάμεθα, ἀλλὰ ἀπολάβωμεν μισθὸν πλήρη
وَيْلٌ لَهُمْ. لأَنَّهُمْ سَلَكُوا طَرِيقَ قَايِينَ، وَانْصَبُّوا إِلَى ضَلاَلَةِ بَلْعَامَ لأَجْلِ أُجْرَةٍ، وَهَلَكُوا فِي مُشَاجَرَةِ قُورَحَ.
οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἐπορεύθησαν ὁδῷ Κάϊν ἐξεχύθησαν πλάνῃ Βαλαὰμ μισθοῦ ἀπώλοντο.¶ τῇ ἀντιλογίᾳ Κόρε
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶