ك
إصحاح
G3075
G3076. lypéō
G3077
المعنى المختصر للكلمة
lypéō: to distress
اللفظ الأصلي λυπέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق lypéō (loo-peh-o)
تكرار الورود في الكتاب 20 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to distress
2 reflexively or passively, to be sad
الإنجليزية — KJV Translation Tags
cause grief grieve be in heaviness (be) sorrow(-ful) be (make) sorry

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλυπήθητε (2×) λυπούμενος· (2×) λυπεῖσθαι (2×) ὡς ; λυπούμενοι (1×) ἐμὲ ; λελύπηκεν (1×) ἐλυπήθητε, (1×) ἐλυπήθησαν (1×) ἐλυπήθη (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (20 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَاغْتَمَّ الْمَلِكُ. وَلكِنْ مِنْ أَجْلِ الأَقْسَامِ وَالْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ أَمَرَ أَنْ يُعْطَى.
καὶ ; ἐλυπήθη ὁ ; βασιλεὺς δὲ διὰ τοὺς ; ὅρκους καὶ ; τοὺς ; συνανακειμένους ἐκέλευσεν δοθῆναι.
متى 17: 23 Mat.17.23
فَيَقْتُلُونَهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ. فَحَزِنُوا جِدًّا.
καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ; αὐτόν, καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθήσεται. καὶ ; ἐλυπήθησαν σφόδρα.¶
متى 18: 31 Mat.18.31
فَلَمَّا رَأَى الْعَبِيدُ رُفَقَاؤُهُ مَا كَانَ، حَزِنُوا جِدًّا. وَأَتَوْا وَقَصُّوا عَلَى سَيِّدِهِمْ كُلَّ مَا جَرَى.
Ἰδόντες ; δὲ οἱ ; σύνδουλοι ; αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ; ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ; ἀυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.¶
متى 19: 22 Mat.19.22
فَلَمَّا سَمِعَ الشَّابُّ الْكَلِمَةَ مَضَى حَزِينًا، لأَنَّهُ كَانَ ذَا أَمْوَال كَثِيرَةٍ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; νεανίσκος τὸν ; τοῦτον ; λόγον ἀπῆλθεν λυπούμενος· γὰρ ἦν ἔχων κτήματα πολλά.¶
متى 26: 37 Mat.26.37
ثُمَّ أَخَذَ مَعَهُ بُطْرُسَ وَابْنَيْ زَبْدِي، وَابْتَدَأَ يَحْزَنُ وَيَكْتَئِبُ.
Καὶ παραλαβὼν τὸν ; Πέτρον καὶ ; τοὺς ; δύο ; υἱοὺς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ; ἀδημονεῖν.¶
فَاغْتَمَّ عَلَى الْقَوْلِ وَمَضَى حَزِينًا، لأَنَّهُ كَانَ ذَا أَمْوَال كَثِيرَةٍ.
δὲ ; στυγνάσας ; ὁ ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ἀπῆλθεν λυπούμενος· ἦν ; γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.
فَابْتَدَأُوا يَحْزَنُونَ، وَيَقُولُونَ لَهُ وَاحِدًا فَوَاحِدًا: هَلْ أَنَا. وَآخَرُ: هَلْ أَنَا.
οἱ ; δὲ ; ἤρξαντο λυπεῖσθαι καὶ ; λέγειν αὐτῷ εἷς κατὰ ; εἷς· μήτι ; ἐγώ καὶ ; ἄλλος, μήτι ; ἐγώ;
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ سَتَبْكُونَ وَتَنُوحُونَ وَالْعَالَمُ يَفْرَحُ. أَنْتُمْ سَتَحْزَنُونَ، وَلكِنَّ حُزْنَكُمْ يَتَحَوَّلُ إِلَى فَرَحٍ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ ; θρηνήσετε ; ὑμεῖς, ὁ ; δὲ ; κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾽ ἡ ; λύπη ; ὑμῶν γενήσεται. εἰς χαρὰν
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
فَإِنْ كَانَ أَخُوكَ بِسَبَبِ طَعَامِكَ يُحْزَنُ، فَلَسْتَ تَسْلُكُ حَسَبَ الْمَحَبَّةِ. لاَ تُهْلِكْ بِطَعَامِكَ ذلِكَ الَّذِي مَاتَ الْمَسِيحُ لأَجْلِهِ.
εἰ ; δὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου διὰ βρῶμα λυπεῖται, οὐκέτι περιπατεῖς. κατὰ ἀγάπην μὴ ἀπόλλυε τῷ ; βρώματί ; σου ἐκεῖνον ἀπέθανεν. Χριστὸς ὑπὲρ ; οὗ
لأَنِّي مِنْ حُزْنٍ كَثِيرٍ وَكَآبَةِ قَلْبٍ كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ بِدُمُوعٍ كَثِيرَةٍ، لاَ لِكَيْ تَحْزَنُوا، بَلْ لِكَيْ تَعْرِفُوا الْمَحَبَّةَ الَّتِي عِنْدِي وَلاَ سِيَّمَا مِنْ نَحْوِكُمْ.
γὰρ ἐκ θλίψεως πολλῆς καὶ ; συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ ; δακρύων, πολλῶν οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ ἵνα γνῶτε τὴν ; ἀγάπην ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ; ὑμᾶς.¶
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ قَدْ أَحْزَنَ، فَإِنَّهُ لَمْ يُحْزِنِّي، بَلْ جَمِيعَكُمْ بَعْضَ الْحُزْنِ لِكَيْ لاَ أُثَقِّلَ.
δέ Εἰ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ ; λελύπηκεν ἀλλ᾽ πάντας ; ὑμᾶς. ἀπὸ ; μέρους, ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ,
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ قَدْ أَحْزَنَ، فَإِنَّهُ لَمْ يُحْزِنِّي، بَلْ جَمِيعَكُمْ بَعْضَ الْحُزْنِ لِكَيْ لاَ أُثَقِّلَ.
δέ Εἰ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ ; λελύπηκεν ἀλλ᾽ πάντας ; ὑμᾶς. ἀπὸ ; μέρους, ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ,
كَحَزَانَى وَنَحْنُ دَائِمًا فَرِحُونَ، كَفُقَرَاءَ وَنَحْنُ نُغْنِي كَثِيرِينَ، كَأَنْ لاَ شَيْءَ لَنَا وَنَحْنُ نَمْلِكُ كُلَّ شَيْءٍ.
ὡς ; λυπούμενοι δὲ ἀεὶ χαίροντες, ὡς ; πτωχοὶ δὲ πλουτίζοντες, πολλοὺς ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ κατέχοντες.¶ πάντα
اَلآنَ أَنَا أَفْرَحُ، لاَ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ، بَلْ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ لِلتَّوْبَةِ. لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ لِكَيْ تَتَخَسَّرُوا مِنَّا فِي شَيْءٍ.
νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾽ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς ; μετάνοιαν· γὰρ ἐλυπήθητε κατὰ θεόν, ἵνα ζημιωθῆτε ἐξ ; ἡμῶν. ἐν μηδενὶ
اَلآنَ أَنَا أَفْرَحُ، لاَ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ، بَلْ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ لِلتَّوْبَةِ. لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ لِكَيْ تَتَخَسَّرُوا مِنَّا فِي شَيْءٍ.
νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾽ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς ; μετάνοιαν· γὰρ ἐλυπήθητε κατὰ θεόν, ἵνα ζημιωθῆτε ἐξ ; ἡμῶν. ἐν μηδενὶ
اَلآنَ أَنَا أَفْرَحُ، لاَ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ، بَلْ لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ لِلتَّوْبَةِ. لأَنَّكُمْ حَزِنْتُمْ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ لِكَيْ تَتَخَسَّرُوا مِنَّا فِي شَيْءٍ.
νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾽ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς ; μετάνοιαν· γὰρ ἐλυπήθητε κατὰ θεόν, ἵνα ζημιωθῆτε ἐξ ; ἡμῶν. ἐν μηδενὶ
وَلاَ تُحْزِنُوا رُوحَ اللهِ الْقُدُّوسَ الَّذِي بِهِ خُتِمْتُمْ لِيَوْمِ الْفِدَاءِ.
καὶ ; μὴ λυπεῖτε τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; θεοῦ τὸ ; ἅγιον ᾧ ἐν ἐσφραγίσθητε εἰς ; ἡμέραν ἀπολυτρώσεως.¶
ثُمَّ لاَ أُرِيدُ أَنْ تَجْهَلُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ مِنْ جِهَةِ الرَّاقِدِينَ، لِكَيْ لاَ تَحْزَنُوا كَالْبَاقِينَ الَّذِينَ لاَ رَجَاءَ لَهُمْ.
δὲ Οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν ; κεκοιμημένων ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς ; καὶ ; οἱ ; λοιποὶ οἱ μὴ ἐλπίδα. ἔχοντες
الَّذِي بِهِ تَبْتَهِجُونَ، الآنَ إِنْ كَانَ يَجِبُ تُحْزَنُونَ يَسِيرًا بِتَجَارِبَ مُتَنَوِّعَةٍ،
ᾧ ἐν ἀγαλλιᾶσθε ἄρτι, εἰ δέον λυπηθέντες ὀλίγον πειρασμοῖς ποικίλοις