المعنى المختصر للكلمة
kataleípō:
to leave down, i.e. behind
اللفظ الأصلي
καταλείπω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
kataleípō
(kat-al-i-po)
تكرار الورود في الكتاب
20
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G2596
κατά
•
kat-ah
•
«حَسَبَ»
المعنى والشرح المفصل
1
to leave down, i.e. behind
2
by implication, to
abandon, have remaining
الإنجليزية — KJV Translation Tags
forsake
leave
reserve
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
καταλείψει (3×)
καὶ ; καταλιπὼν (2×)
κατέλιπον (2×)
κατέλιπεν (2×)
ὁ ; δὲ ; καταλιπὼν (1×)
με ; κατέλιπεν (1×)
κἀκείνους ; κατέλιπεν (1×)
καὶ ; κατελείφθη (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (20 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 4: 13
Mat.4.13
وَتَرَكَ النَّاصِرَةَ وَأَتَى فَسَكَنَ فِي كَفْرَنَاحُومَ الَّتِي عِنْدَ الْبَحْرِ فِي تُخُومِ زَبُولُونَ وَنَفْتَالِيمَ،
καὶ ; καταλιπὼν τὴν ; Ναζαρά, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καφαρναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ ; Νεφθαλίμ,
متى 19: 5
Mat.19.5
وَقَالَ: مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
καὶ ; εἶπεν· ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται τῇ ; γυναικὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο σάρκα μίαν
مرقس 10: 7
Mrk.10.7
مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ،
ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ,
مرقس 12: 19
Mrk.12.19
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
مرقس 14: 52
Mrk.14.52
فَتَرَكَ الإِزَارَ وَهَرَبَ مِنْهُمْ عُرْيَانًا.
ὁ ; δὲ ; καταλιπὼν τὴν ; σινδόνα ἔφυγεν ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶ γυμνὸς
لوقا 5: 28
Luk.5.28
فَتَرَكَ كُلَّ شَيْءٍ وَقَامَ وَتَبِعَهُ.
καὶ ; καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν; αὐτῷ.
لوقا 10: 40
Luk.10.40
وَأَمَّا مَرْثَا فَكَانَتْ مُرْتَبِكَةً فِي خِدْمَةٍ كَثِيرَةٍ. فَوَقَفَتْ وَقَالَتْ: يَا رَبُّ، أَمَا تُبَالِي بِأَنَّ أُخْتِي قَدْ تَرَكَتْنِي أَخْدُمُ وَحْدِي. فَقُلْ لَهَا أَنْ تُعِينَنِي.
δὲ ἡ ; Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ διακονίαν. πολλὴν ἐπιστᾶσα ; δὲ εἶπεν· κύριε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἡ ; ἀδελφή ; μου με ; κατέλιπεν διακονεῖν; μόνην εἰπὲ ; οὖν αὐτῇ ἵνα ; μοι ; συναντιλάβηται.¶
لوقا 15: 4
Luk.15.4
أَيُّ إِنْسَانٍ مِنْكُمْ لَهُ مِئَةُ خَرُوفٍ، وَأَضَاعَ وَاحِدًا مِنْهَا، أَلاَ يَتْرُكُ التِّسْعَةَ وَالتِّسْعِينَ فِي الْبَرِّيَّةِ، وَيَذْهَبَ لأَجْلِ الضَّالِّ حَتَّى يَجِدَهُ.
τίς ἄνθρωπος ἐξ ; ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα καὶ ; ἀπολέσας ἓν ἐξ ; αὐτῶν οὐ καταλείπει τὰ ; ἐννέα ἐνενήκοντα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; πορεύεται ἐπὶ τὸ ; ἀπολωλὸς ἕως εὕρῃ ; αὐτό;
لوقا 20: 31
Luk.20.31
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
يوحنا 8: 9
Jhn.8.9
وَأَمَّا هُمْ فَلَمَّا سَمِعُوا وَكَانَتْ ضَمَائِرُهُمْ تُبَكِّتُهُمْ، خَرَجُوا وَاحِدًا فَوَاحِدًا، مُبْتَدِئِينَ مِنَ الشُّيُوخِ إِلَى الآخِرِينَ. وَبَقِيَ يَسُوعُ وَحْدَهُ وَالْمَرْأَةُ وَاقِفَةٌ فِي الْوَسْطِ.
δὲ οἱ ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ ; τῆς ; συνειδήσεως ἐλεγχόμενοι ἐξήρχοντο εἷς καθ ; εἷς ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων ἕως τῶν ; ἐσχάτων, καὶ ; κατελείφθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἑστῶσα. ἐν μέσῳ
أعمال الرسل 2: 31
Act.2.31
سَبَقَ فَرَأَى وَتَكَلَّمَ عَنْ قِيَامَةِ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ لَمْ تُتْرَكْ نَفْسُهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ رَأَى جَسَدُهُ فَسَادًا.
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τοῦ ; Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ εἰς ᾍδου οὐδὲ εἶδεν ἡ ; σὰρξ ; αὐτοῦ διαφθοράν.
أعمال الرسل 6: 2
Act.6.2
فَدَعَا الاثْنَا عَشَرَ جُمْهُورَ التَّلاَمِيذِ وَقَالُوا: لاَ يُرْضِي أَنْ نَتْرُكَ نَحْنُ كَلِمَةَ اللهِ وَنَخْدِمَ مَوَائِدَ.
προσκαλεσάμενοι ; δὲ οἱ ; δώδεκα τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν εἶπαν· οὐκ ἀρεστόν καταλείψαντας ἐστιν ; ἡμᾶς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις.
أعمال الرسل 18: 19
Act.18.19
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
أعمال الرسل 24: 27
Act.24.27
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
رومية 11: 4
Rom.11.4
لكِنْ مَاذَا يَقُولُ لَهُ الْوَحْيُ. أَبْقَيْتُ لِنَفْسِي سَبْعَةَ آلاَفِ رَجُل لَمْ يُحْنُوا رُكْبَةً لِبَعْل.
ἀλλὰ τί λέγει αὐτῷ ὁ ; χρηματισμός; κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας οἵτινες ; οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῇ ; Βάαλ.
أفسس 5: 31
Eph.5.31
مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο εἰς ; σάρκα μίαν.
تسالونيكي الأولى 3: 1
1Th.3.1
لِذلِكَ إِذْ لَمْ نَحْتَمِلْ أَيْضًا اسْتَحْسَنَّا أَنْ نُتْرَكَ فِي أَثِينَا وَحْدَنَا.
Διὸ μηκέτι στέγοντες εὐδοκήσαμεν καταλειφθῆναι ἐν Ἀθήναις μόνοι
العبرانيين 4: 1
Heb.4.1
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
العبرانيين 11: 27
Heb.11.27
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
بطرس الثانية 2: 15
2Pe.2.15
قَدْ تَرَكُوا الطَّرِيقَ الْمُسْتَقِيمَ، فَضَلُّوا، تَابِعِينَ طَرِيقَ بَلْعَامَ بْنِ بَصُورَ الَّذِي أَحَبَّ أُجْرَةَ الإِثْمِ.
καταλιπόντες ὁδὸν τὴν ; εὐθεῖαν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ; ὁδῷ Βαλαὰμ ; τοῦ τοῦ ; Βοσόρ, ὃς ἠγάπησεν, μισθὸν ἀδικίας