ك
إصحاح
G2640
G2641. kataleípō
G2642
المعنى المختصر للكلمة
kataleípō: to leave down, i.e. behind
اللفظ الأصلي καταλείπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kataleípō (kat-al-i-po)
تكرار الورود في الكتاب 20 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to leave down, i.e. behind
2 by implication, to abandon, have remaining
الإنجليزية — KJV Translation Tags
forsake leave reserve

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καταλείψει (3×) καὶ ; καταλιπὼν (2×) κατέλιπον (2×) κατέλιπεν (2×) ὁ ; δὲ ; καταλιπὼν (1×) με ; κατέλιπεν (1×) κἀκείνους ; κατέλιπεν (1×) καὶ ; κατελείφθη (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (20 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَتَرَكَ النَّاصِرَةَ وَأَتَى فَسَكَنَ فِي كَفْرَنَاحُومَ الَّتِي عِنْدَ الْبَحْرِ فِي تُخُومِ زَبُولُونَ وَنَفْتَالِيمَ،
καὶ ; καταλιπὼν τὴν ; Ναζαρά, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καφαρναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ ; Νεφθαλίμ,
وَقَالَ: مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
καὶ ; εἶπεν· ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται τῇ ; γυναικὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο σάρκα μίαν
مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ،
ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ,
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَتَرَكَ الإِزَارَ وَهَرَبَ مِنْهُمْ عُرْيَانًا.
ὁ ; δὲ ; καταλιπὼν τὴν ; σινδόνα ἔφυγεν ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶ γυμνὸς
فَتَرَكَ كُلَّ شَيْءٍ وَقَامَ وَتَبِعَهُ.
καὶ ; καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν; αὐτῷ.
وَأَمَّا مَرْثَا فَكَانَتْ مُرْتَبِكَةً فِي خِدْمَةٍ كَثِيرَةٍ. فَوَقَفَتْ وَقَالَتْ: يَا رَبُّ، أَمَا تُبَالِي بِأَنَّ أُخْتِي قَدْ تَرَكَتْنِي أَخْدُمُ وَحْدِي. فَقُلْ لَهَا أَنْ تُعِينَنِي.
δὲ ἡ ; Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ διακονίαν. πολλὴν ἐπιστᾶσα ; δὲ εἶπεν· κύριε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἡ ; ἀδελφή ; μου με ; κατέλιπεν διακονεῖν; μόνην εἰπὲ ; οὖν αὐτῇ ἵνα ; μοι ; συναντιλάβηται.¶
أَيُّ إِنْسَانٍ مِنْكُمْ لَهُ مِئَةُ خَرُوفٍ، وَأَضَاعَ وَاحِدًا مِنْهَا، أَلاَ يَتْرُكُ التِّسْعَةَ وَالتِّسْعِينَ فِي الْبَرِّيَّةِ، وَيَذْهَبَ لأَجْلِ الضَّالِّ حَتَّى يَجِدَهُ.
τίς ἄνθρωπος ἐξ ; ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα καὶ ; ἀπολέσας ἓν ἐξ ; αὐτῶν οὐ καταλείπει τὰ ; ἐννέα ἐνενήκοντα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; πορεύεται ἐπὶ τὸ ; ἀπολωλὸς ἕως εὕρῃ ; αὐτό;
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
وَأَمَّا هُمْ فَلَمَّا سَمِعُوا وَكَانَتْ ضَمَائِرُهُمْ تُبَكِّتُهُمْ، خَرَجُوا وَاحِدًا فَوَاحِدًا، مُبْتَدِئِينَ مِنَ الشُّيُوخِ إِلَى الآخِرِينَ. وَبَقِيَ يَسُوعُ وَحْدَهُ وَالْمَرْأَةُ وَاقِفَةٌ فِي الْوَسْطِ.
δὲ οἱ ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ ; τῆς ; συνειδήσεως ἐλεγχόμενοι ἐξήρχοντο εἷς καθ ; εἷς ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων ἕως τῶν ; ἐσχάτων, καὶ ; κατελείφθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἑστῶσα. ἐν μέσῳ
سَبَقَ فَرَأَى وَتَكَلَّمَ عَنْ قِيَامَةِ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ لَمْ تُتْرَكْ نَفْسُهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ رَأَى جَسَدُهُ فَسَادًا.
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τοῦ ; Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ εἰς ᾍδου οὐδὲ εἶδεν ἡ ; σὰρξ ; αὐτοῦ διαφθοράν.
فَدَعَا الاثْنَا عَشَرَ جُمْهُورَ التَّلاَمِيذِ وَقَالُوا: لاَ يُرْضِي أَنْ نَتْرُكَ نَحْنُ كَلِمَةَ اللهِ وَنَخْدِمَ مَوَائِدَ.
προσκαλεσάμενοι ; δὲ οἱ ; δώδεκα τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν εἶπαν· οὐκ ἀρεστόν καταλείψαντας ἐστιν ; ἡμᾶς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις.
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
لكِنْ مَاذَا يَقُولُ لَهُ الْوَحْيُ. أَبْقَيْتُ لِنَفْسِي سَبْعَةَ آلاَفِ رَجُل لَمْ يُحْنُوا رُكْبَةً لِبَعْل.
ἀλλὰ τί λέγει αὐτῷ ὁ ; χρηματισμός; κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας οἵτινες ; οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῇ ; Βάαλ.
مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο εἰς ; σάρκα μίαν.
لِذلِكَ إِذْ لَمْ نَحْتَمِلْ أَيْضًا اسْتَحْسَنَّا أَنْ نُتْرَكَ فِي أَثِينَا وَحْدَنَا.
Διὸ μηκέτι στέγοντες εὐδοκήσαμεν καταλειφθῆναι ἐν Ἀθήναις μόνοι
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
قَدْ تَرَكُوا الطَّرِيقَ الْمُسْتَقِيمَ، فَضَلُّوا، تَابِعِينَ طَرِيقَ بَلْعَامَ بْنِ بَصُورَ الَّذِي أَحَبَّ أُجْرَةَ الإِثْمِ.
καταλιπόντες ὁδὸν τὴν ; εὐθεῖαν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ; ὁδῷ Βαλαὰμ ; τοῦ τοῦ ; Βοσόρ, ὃς ἠγάπησεν, μισθὸν ἀδικίας