ك
إصحاح
G2572
G2573. kalōs
G2574
المعنى المختصر للكلمة
kalōs: well (usually morally)
اللفظ الأصلي καλῶς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kalōs (kal-oce)
تكرار الورود في الكتاب 33 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

well (usually morally)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(in a) good (place) honestly + recover (full) well

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καλῶς (25×) καλῶς, (4×) καλῶς· (2×) ὅτι ; καλῶς (1×) καὶ ; καλῶς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (33 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 12 Mat.12.12
فَالإِنْسَانُ كَمْ هُوَ أَفْضَلُ مِنَ الْخَرُوفِ. إِذًا يَحِلُّ فِعْلُ الْخَيْرِ فِي السُّبُوتِ.
οὖν ; ἄνθρωπος πόσῳ διαφέρει προβάτου; ὥστε ἔξεστιν ποιεῖν.¶ καλῶς τοῖς σάββασιν
يَا مُرَاؤُونَ. حَسَنًا تَنَبَّأَ عَنْكُمْ إِشَعْيَاءُ قَائِلاً:
Ὑποκριταί, καλῶς ἐπροφήτευσεν περὶ ; ὑμῶν Ἠσαΐας λέγων·¶
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: حَسَنًا تَنَبَّأَ إِشَعْيَاءُ عَنْكُمْ أَنْتُمُ الْمُرَائِينَ. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هذَا الشَّعْبُ يُكْرِمُنِي بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا،
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς καλῶς ἐπροφήτευσεν Ἠσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ; ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται οὗτος ὁ ; λαὸς με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: حَسَنًا. رَفَضْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ لِتَحْفَظُوا تَقْلِيدَكُمْ.
καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· καλῶς ἀθετεῖτε τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; τηρήσητε τὴν ; παράδοσιν ; ὑμῶν
وَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ: إِنَّهُ عَمِلَ كُلَّ شَيْءٍ حَسَنًا. جَعَلَ الصُّمَّ يَسْمَعُونَ وَالْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ὑπερπερισσῶς λέγοντες· πεποίηκεν πάντα καλῶς ποιεῖ τοὺς ; κωφοὺς ἀκούειν καὶ ; τοὺς ; ἀλάλους λαλεῖν.¶
فَجَاءَ وَاحِدٌ مِنَ الْكَتَبَةِ وَسَمِعَهُمْ يَتَحَاوَرُونَ، فَلَمَّا رَأَى أَنَّهُ أَجَابَهُمْ حَسَنًا، سَأَلَهُ: أَيَّةُ وَصِيَّةٍ هِيَ أَوَّلُ الْكُلِّ.
Καὶ ; προσελθὼν εἷς τῶν γραμματέων, ἀκούσας αὐτῶν ; συζητούντων, εἰδὼς ὅτι ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς, καλῶς ἐπηρώτησεν ; αὐτόν· ποία ἐντολὴ ἐστὶν πρώτη πασῶν
فَقَالَ لَهُ الْكَاتِبُ: جَيِّدًا يَا مُعَلِّمُ. بِالْحَقِّ قُلْتَ، لأَنَّهُ اللهُ وَاحِدٌ وَلَيْسَ آخَرُ سِوَاهُ.
εἶπεν ; καὶ αὐτῷ ὁ ; γραμματεύς· καλῶς, διδάσκαλε, ἐπ᾽ ; ἀληθείας εἶπες ὅτι θεὸς εἷς ; ἐστιν καὶ ; οὐκ ; ἔστιν ἄλλος πλὴν ; αὐτοῦ.
وَيْلٌ لَكُمْ إِذَا قَالَ فِيكُمْ جَمِيعُ النَّاسِ حَسَنًا. لأَنَّهُ هكَذَا كَانَ آبَاؤُهُمْ يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ الْكَذَبَةِ.
Οὐαὶ ὑμῖν ὅταν εἴπωσιν ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἄνθρωποι· καλῶς γὰρ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν. ἐποίουν τοῖς ; ψευδοπροφήταις
فَأجَابَ قَوْمٌ مِنَ الْكَتَبَةِ وَقَالوا: يَا مُعَلِّمُ، حَسَنًا قُلْتَ..
Ἀποκριθέντες ; δέ τινες τῶν γραμματέων εἶπαν· διδάσκαλε, καλῶς εἶπας.
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
فَأَجَاب الْيَهُودُ وَقَالُوا لَهُ: أَلَسْنَا نَقُولُ حَسَنًا: إِنَّكَ سَامِرِيٌّ وَبِكَ شَيْطَانٌ.
Ἀπεκρίθησαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· οὐ λέγομεν ; ἡμεῖς καλῶς εἶ ; σὺ Σαμαρίτης καὶ ; ἔχεις;¶ δαιμόνιον
أَنْتُمْ تَدْعُونَنِي مُعَلِّمًا وَسَيِّدًا، وَحَسَنًا تَقُولُونَ، لأَنِّي أَنَا كَذلِكَ.
ὑμεῖς φωνεῖτέ ; με· ὁ ; διδάσκαλος καὶ ; ὁ ; κύριος, καὶ ; καλῶς λέγετε· γάρ. εἰμὶ
أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ قَدْ تَكَلَّمْتُ رَدِيًّا فَاشْهَدْ عَلَى الرَّدِيِّ، وَإِنْ حَسَنًا فَلِمَاذَا تَضْرِبُنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἐλάλησα, κακῶς μαρτύρησον περὶ τοῦ ; κακοῦ· εἰ ; δὲ καλῶς, τί με ; δέρεις;¶
فَأَرْسَلْتُ إِلَيْكَ حَالاً. وَأَنْتَ فَعَلْتَ حَسَنًا إِذْ جِئْتَ. وَالآنَ نَحْنُ جَمِيعًا حَاضِرُونَ أَمَامَ اللهِ لِنَسْمَعَ جَمِيعَ مَا أَمَرَكَ بِهِ اللهُ.
οὖν ; ἔπεμψα πρὸς ; σέ, ἐξαυτῆς σύ ; τε ἐποίησας καλῶς παραγενόμενος. νῦν ; οὖν ἡμεῖς πάντες πάρεσμεν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ ἀκοῦσαι πάντα προστεταγμένα ; σοι ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ
فَانْصَرَفُوا وَهُمْ غَيْرُ مُتَّفِقِينَ بَعْضُهُمْ مَعَ بَعْضٍ، لَمَّا قَالَ بُولُسُ كَلِمَةً وَاحِدَةً: إِنَّهُ حَسَنًا كَلَّمَ الرُّوحُ الْقُدُسُ آبَاءَنَا بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ
δὲ ; ἀπελύοντο ἀσύμφωνοι ; ὄντες πρὸς ; ἀλλήλους εἰπόντος τοῦ ; Παύλου ῥῆμα ἕν, ὅτι ; καλῶς ἐλάλησεν πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου
حَسَنًا. مِنْ أَجْلِ عَدَمِ الإِيمَانِ قُطِعَتْ، وَأَنْتَ بِالإِيمَانِ ثَبَتَّ. لاَ تَسْتَكْبِرْ بَلْ خَفْ.
καλῶς· τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν, σὺ ; δὲ τῇ ; πίστει ἕστηκας. μὴ ὑψηλὰ ; φρόνει ἀλλὰ φοβοῦ·
وَأَمَّا مَنْ أَقَامَ رَاسِخًا فِي قَلْبِهِ، وَلَيْسَ لَهُ اضْطِرَارٌ، بَلْ لَهُ سُلْطَانٌ عَلَى إِرَادَتِهِ، وَقَدْ عَزَمَ عَلَى هذَا فِي قَلْبِهِ أَنْ يَحْفَظَ عَذْرَاءَهُ، فَحَسَنًا يَفْعَلُ.
δὲ ὃς ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ ; καρδίᾳ μὴ ἔχων ἀνάγκην, δὲ ἔχει ἐξουσίαν περὶ τοῦ ; ἰδίου ; θελήματος, καὶ κέκρικεν τοῦτο ἐν τῇ ; αὐτοῦ ; καρδίᾳ τοῦ ; τηρεῖν τὴν ; ἑαυτοῦ ; παρθένον, καλῶς ποιεῖ
إِذًا، مَنْ زَوَّجَ فَحَسَنًا يَفْعَلُ، وَمَنْ لاَ يُزَوِّجُ يَفْعَلُ أَحْسَنَ.
ὥστε ; καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, δὲ ; ὁ μὴ ἑκγαμίζων ποιεῖ κρεῖσσον
فَإِنَّكَ أَنْتَ تَشْكُرُ حَسَنًا، وَلكِنَّ الآخَرَ لاَ يُبْنَى.
σὺ ; μὲν ; γὰρ εὐχαριστεῖς, καλῶς ἀλλ᾽ ὁ ; ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται.¶
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ الآتِي يَكْرِزُ بِيَسُوعَ آخَرَ لَمْ نَكْرِزْ بِهِ، أَوْ كُنْتُمْ تَأْخُذُونَ رُوحًا آخَرَ لَمْ تَأْخُذُوهُ، أَوْ إِنْجِيلاً آخَرَ لَمْ تَقْبَلُوهُ، فَحَسَنًا كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ.
μὲν ; γὰρ εἰ ὁ ; ἐρχόμενος κηρύσσει Ἰησοῦν ἄλλον οὐκ ἐκηρύξαμεν, ὃν ἢ λαμβάνετε πνεῦμα ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐδέξασθε, καλῶς ἠνείχεσθε
يَغَارُونَ لَكُمْ لَيْسَ حَسَنًا، بَلْ يُرِيدُونَ أَنْ يَصُدُّوكُمْ لِكَيْ تَغَارُوا لَهُمْ.
ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς, ἀλλ᾽ θέλουσιν, ἐκκλεῖσαι ; ὑμᾶς ἵνα ζηλοῦτε. αὐτοὺς
كُنْتُمْ تَسْعَوْنَ حَسَنًا. فَمَنْ صَدَّكُمْ حَتَّى لاَ تُطَاوِعُوا لِلْحَقِّ.
ἐτρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ; ἀνέκοψεν μὴ πείθεσθαι; τῇ ; ἀληθείᾳ
غَيْرَ أَنَّكُمْ فَعَلْتُمْ حَسَنًا إِذِ اشْتَرَكْتُمْ فِي ضِيقَتِي.
πλὴν ἐποιήσατε καλῶς συγκοινωνήσαντές μου ; τῇ ; θλίψει.
يُدَبِّرُ بَيْتَهُ حَسَنًا، لَهُ أَوْلاَدٌ فِي الْخُضُوعِ بِكُلِّ وَقَارٍ.
προϊστάμενον, τοῦ ; ἰδίου ; οἴκου καλῶς ἔχοντα τέκνα ἐν ὑποταγῇ μετὰ ; πάσης σεμνότητος.¶
لِيَكُنِ الشَّمَامِسَةُ بَعْلَ امْرَأَةٍ وَاحِدَةٍ، مُدَبِّرِينَ أَوْلاَدَهُمْ وَبُيُوتَهُمْ حَسَنًا،
ἔστωσαν διάκονοι ἄνδρες, γυναικὸς μιᾶς προϊστάμενοι τέκνων καὶ ; τῶν ; ἰδίων ; οἴκων. καλῶς
لأَنَّ الَّذِينَ تَشَمَّسُوا حَسَنًا، يَقْتَنُونَ لأَنْفُسِهِمْ دَرَجَةً حَسَنَةً وَثِقَةً كَثِيرَةً فِي الإِيمَانِ الَّذِي بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
γὰρ οἱ διακονήσαντες καλῶς περιποιοῦνται ἑαυτοῖς βαθμὸν καλὸν καὶ ; παρρησίαν πολλὴν ἐν πίστει τῇ ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ.¶
أَمَّا الشُّيُوخُ الْمُدَبِّرُونَ حَسَنًا فَلْيُحْسَبُوا أَهْلاً لِكَرَامَةٍ مُضَاعَفَةٍ، وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ يَتْعَبُونَ فِي الْكَلِمَةِ وَالتَّعْلِيمِ،
πρεσβύτεροι προεστῶτες καλῶς ἀξιούσθωσαν τιμῆς διπλῆς μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καὶ ; διδασκαλίᾳ·
صَلُّوا لأَجْلِنَا، لأَنَّنَا نَثِقُ أَنَّ لَنَا ضَمِيرًا صَالِحًا، رَاغِبِينَ أَنْ نَتَصَرَّفَ حَسَنًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
Προσεύχεσθε περὶ ; ἡμῶν· γὰρ πεποίθαμεν ὅτι ἔχομεν συνείδησιν καλὴν θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. καλῶς ἐν πᾶσιν
فَنَظَرْتُمْ إِلَى اللاَّبِسِ اللِّبَاسَ الْبَهِيَّ وَقُلْتُمْ لَهُ: اجْلِسْ أَنْتَ هُنَا حَسَنًا. وَقُلْتُمْ لِلْفَقِيرِ: قِفْ أَنْتَ هُنَاكَ أَوِ: اجْلِسْ هُنَا تَحْتَ مَوْطِئِ قَدَمَيَّ
καὶ ; ἐπιβλέψητε ἐπὶ τὸν ; φοροῦντα τὴν ; ἐσθῆτα τὴν ; λαμπρὰν καὶ ; εἴπητε αὐτῷ· κάθου σὺ ὧδε καλῶς, καὶ ; εἴπητε· τῷ ; πτωχῷ στῆθι σὺ ἐκεῖ ἢ κάθου ὧδε ὑπὸ τὸ ; ὑποπόδιόν ; μου,
فَإِنْ كُنْتُمْ تُكَمِّلُونَ النَّامُوسَ الْمُلُوكِيَّ حَسَبَ الْكِتَابِ: تُحِبُّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ. فَحَسَنًا تَفْعَلُونَ.
εἰ ; μέντοι τελεῖτε νόμον βασιλικὸν κατὰ τὴν ; γραφήν· ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε·