ك
إصحاح
G2378
G2379. thysiastḗrion
G2380
المعنى المختصر للكلمة
thysiastḗrion: a place of sacrifice, i.e. an altar (special or genitive case, literal or figurative)
اللفظ الأصلي θυσιαστήριον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thysiastḗrion (thoo-see-as-tay-ree-on)
تكرار الورود في الكتاب 22 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a place of sacrifice, i.e. an altar (special or genitive case, literal or figurative)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
altar

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; θυσιαστηρίου (9×) τὸ ; θυσιαστήριον (3×) τῷ ; θυσιαστηρίῳ (2×) ἐν ; τῷ ; θυσιαστηρίῳ, (1×) ἐν ; τῷ ; θυσιαστηρίῳ (1×) τῷ ; θυσιαστηρίῳ. (1×) τὸ; θυσιαστήριον (1×) τὸ ; θυσιαστήριον; (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (22 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنْ قَدَّمْتَ قُرْبَانَكَ إِلَى الْمَذْبَحِ، وَهُنَاكَ تَذَكَّرْتَ أَنَّ لأَخِيكَ شَيْئًا عَلَيْكَ،
Ἐὰν ; οὖν προσφέρῃς τὸ ; δῶρόν ; σου ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ; ἀδελφός ; σου ; ἔχει τι κατὰ ; σοῦ,
فَاتْرُكْ هُنَاكَ قُرْبَانَكَ قُدَّامَ الْمَذْبَحِ، وَاذْهَبْ أَوَّلاً اصْطَلِحْ مَعَ أَخِيكَ، وَحِينَئِذٍ تَعَالَ وَقَدِّمْ قُرْبَانَكَ.
ἄφες ἐκεῖ τὸ ; δῶρόν ; σου ἔμπροσθεν τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; ὕπαγε, πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ ; σου, καὶ ; τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ ; δῶρόν ; σου.¶
متى 23: 18 Mat.23.18
وَمَنْ حَلَفَ بِالْمَذْبَحِ فَلَيْسَ بِشَيْءٍ، وَلكِنْ مَنْ حَلَفَ بِالْقُرْبَانِ الَّذِي عَلَيْهِ يَلْتَزِمُ.
καὶ ; ὃς ἐὰν; ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; θυσιαστηρίῳ, οὐδέν ; ἐστιν· δ᾽ ὃς ; ἂν ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; δώρῳ τῷ ἐπάνω ; αὐτοῦ, ὀφείλει.
متى 23: 19 Mat.23.19
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلْقُرْبَانُ أَمِ الْمَذْبَحُ الَّذِي يُقَدِّسُ الْقُرْبَانَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τί ; γὰρ μεῖζον, τὸ ; δῶρον ἢ τὸ ; θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ ; δῶρον;
متى 23: 20 Mat.23.20
فَإِنَّ مَنْ حَلَفَ بِالْمَذْبَحِ فَقَدْ حَلَفَ بِهِ وَبِكُلِّ مَا عَلَيْهِ.
οὖν ὁ ὀμόσας ἐν ; τῷ ; θυσιαστηρίῳ ὀμνύει ἐν ; αὐτῷ καὶ ; ἐν ; πᾶσιν τοῖς ; ἐπάνω ; αὐτοῦ,
متى 23: 35 Mat.23.35
لِكَيْ يَأْتِيَ عَلَيْكُمْ كُلُّ دَمٍ زكِيٍّ سُفِكَ عَلَى الأَرْضِ، مِنْ دَمِ هَابِيلَ الصِّدِّيقِ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا بْنِ بَرَخِيَّا الَّذِي قَتَلْتُمُوهُ بَيْنَ الْهَيْكَلِ وَالْمَذْبَحِ.
ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾽ ; ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ τοῦ ; δικαίου ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ; ναοῦ καὶ ; τοῦ ; θυσιαστηρίου.
فَظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ وَاقِفًا عَنْ يَمِينِ مَذْبَحِ الْبَخُورِ.
Ὤφθη ; δὲ αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θυσιαστηρίου τοῦ ; θυμιάματος·
مِنْ دَمِ هَابِيلَ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا الَّذِي أُهْلِكَ بَيْنَ الْمَذْبَحِ وَالْبَيْتِ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يُطْلَبُ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; τοῦ ; οἴκου. ναὶ λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
أَلَسْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ الَّذِينَ يَعْمَلُونَ فِي الأَشْيَاءِ الْمُقَدَّسَةِ، مِنَ الْهَيْكَلِ يَأْكُلُونَ. الَّذِينَ يُلاَزِمُونَ الْمَذْبَحَ يُشَارِكُونَ الْمَذْبَحَ.
Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι τὰ ἱερὰ ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ ἐσθίουσιν; οἱ παρεδρεύοντες τῷ ; θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται; τῷ ; θυσιαστηρίῳ
أَلَسْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ الَّذِينَ يَعْمَلُونَ فِي الأَشْيَاءِ الْمُقَدَّسَةِ، مِنَ الْهَيْكَلِ يَأْكُلُونَ. الَّذِينَ يُلاَزِمُونَ الْمَذْبَحَ يُشَارِكُونَ الْمَذْبَحَ.
Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι τὰ ἱερὰ ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ ἐσθίουσιν; οἱ παρεδρεύοντες τῷ ; θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται; τῷ ; θυσιαστηρίῳ
انْظُرُوا إِسْرَائِيلَ حَسَبَ الْجَسَدِ. أَلَيْسَ الَّذِينَ يَأْكُلُونَ الذَّبَائِحَ هُمْ شُرَكَاءَ الْمَذْبَحِ.
βλέπετε τὸν ; Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς ; θυσίας εἰσίν;¶ κοινωνοὶ τοῦ ; θυσιαστηρίου
لأَنَّ الَّذِي يُقَالُ عَنْهُ هذَا كَانَ شَرِيكًا فِي سِبْطٍ آخَرَ لَمْ يُلاَزِمْ أَحَدٌ مِنْهُ الْمَذْبَحَ.
γὰρ ἐφ᾽ ; ὃν λέγεται ταῦτα, μετέσχηκεν, φυλῆς ἑτέρας οὐδεὶς ; προσέσχηκεν ἀφ᾽ ; ἧς τῷ ; θυσιαστηρίῳ.
لَنَا مَذْبَحٌ لاَ سُلْطَانَ لِلَّذِينَ يَخْدِمُونَ الْمَسْكَنَ أَنْ يَأْكُلُوا مِنْهُ.
ἔχομεν θυσιαστήριον οὐκ ἔχουσιν ; ἐξουσίαν οἱ λατρεύοντες. τῇ ; σκηνῇ φαγεῖν ἐξ ; οὗ
أَلَمْ يَتَبَرَّرْ إِبْرَاهِيمُ أَبُونَا بِالأَعْمَالِ، إِذْ قَدَّمَ إِسْحَاقَ ابْنَهُ عَلَى الْمَذْبَحِ.
οὐκ ἐδικαιώθη Ἀβραὰμ ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐξ ; ἔργων ἀνενέγκας Ἰσαὰκ τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον;
وَلَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ الْخَامِسَ، رَأَيْتُ تَحْتَ الْمَذْبَحِ نُفُوسَ الَّذِينَ قُتِلُوا مِنْ أَجْلِ كَلِمَةِ اللهِ، وَمِنْ أَجْلِ الشَّهَادَةِ الَّتِي كَانَتْ عِنْدَهُمْ،
Καὶ ; ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα, πέμπτην εἶδον ὑποκάτω τοῦ ; θυσιαστηρίου τὰς ; ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διὰ τὴν ; μαρτυρίαν ἣν εἶχον.
وَجَاءَ مَلاَكٌ آخَرُ وَوَقَفَ عِنْدَ الْمَذْبَحِ، وَمَعَهُ مِبْخَرَةٌ مِنْ ذَهَبٍ، وَأُعْطِيَ بَخُورًا كَثِيرًا لِكَيْ يُقَدِّمَهُ مَعَ صَلَوَاتِ الْقِدِّيسِينَ جَمِيعِهِمْ عَلَى مَذْبَحِ الذَّهَبِ الَّذِي أَمَامَ الْعَرْشِ.
Καὶ ; ἦλθεν ἄγγελος ἄλλος καὶ ; ἐστάθη ἐπὶ τὸ; θυσιαστήριον ἔχων λιβανωτὸν χρυσοῦν. καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ θυμιάματα πολλὰ ἵνα δώσῃ ταῖς προσευχαῖς τῶν ; ἁγίων πάντων ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον τὸ ; χρυσοῦν τὸ ἐνώπιον τοῦ ; θρόνου.
وَجَاءَ مَلاَكٌ آخَرُ وَوَقَفَ عِنْدَ الْمَذْبَحِ، وَمَعَهُ مِبْخَرَةٌ مِنْ ذَهَبٍ، وَأُعْطِيَ بَخُورًا كَثِيرًا لِكَيْ يُقَدِّمَهُ مَعَ صَلَوَاتِ الْقِدِّيسِينَ جَمِيعِهِمْ عَلَى مَذْبَحِ الذَّهَبِ الَّذِي أَمَامَ الْعَرْشِ.
Καὶ ; ἦλθεν ἄγγελος ἄλλος καὶ ; ἐστάθη ἐπὶ τὸ; θυσιαστήριον ἔχων λιβανωτὸν χρυσοῦν. καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ θυμιάματα πολλὰ ἵνα δώσῃ ταῖς προσευχαῖς τῶν ; ἁγίων πάντων ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον τὸ ; χρυσοῦν τὸ ἐνώπιον τοῦ ; θρόνου.
ثُمَّ أَخَذَ الْمَلاَكُ الْمِبْخَرَةَ وَمَلأَهَا مِنْ نَارِ الْمَذْبَحِ وَأَلْقَاهَا إِلَى الأَرْضِ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ وَزَلْزَلَةٌ.
καὶ εἴληφεν ὁ ; ἄγγελος τὸν ; λιβανωτὸν καὶ ; ἐγέμισεν ; αὐτὸν ἐκ τοῦ ; πυρὸς τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; ἔβαλεν εἰς τὴν ; γῆν. καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ βρονταὶ καὶ ; ἀστραπαὶ καὶ ; σεισμός.
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّادِسُ، فَسَمِعْتُ صَوْتًا وَاحِدًا مِنْ أَرْبَعَةِ قُرُونِ مَذْبَحِ الذَّهَبِ الَّذِي أَمَامَ اللهِ،
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕκτος καὶ ; ἤκουσα φωνὴν μίαν ἐκ τῶν ; τεσσάρων κεράτων τοῦ ; θυσιαστηρίου τοῦ ; χρυσοῦ τοῦ ; ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
ثُمَّ أُعْطِيتُ قَصَبَةً شِبْهَ عَصًا، قَائِلاً لِي: قُمْ وَقِسْ هَيْكَلَ اللهِ وَالْمَذْبَحَ وَالسَّاجِدِينَ فِيهِ.
Καὶ ἐδόθη ; μοι κάλαμος ὅμοιος ῥάβδῳ λέγων· Ἔγειραι μέτρησον τὸν ; ναὸν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τὸ ; θυσιαστήριον, καὶ ; τοὺς ; προσκυνοῦντας ἐν ; αὐτῷ.
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْمَذْبَحِ لَهُ سُلْطَانٌ عَلَى النَّارِ، وَصَرَخَ صُرَاخًا عَظِيمًا إِلَى الَّذِي مَعَهُ الْمِنْجَلُ الْحَادُّ، قَائِلاً: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ الْحَادَّ وَاقْطِفْ عَنَاقِيدَ كَرْمِ الأَرْضِ، لأَنَّ عِنَبَهَا قَدْ نَضِجَ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; θυσιαστηρίου ὁ ; ἔχων ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ; πυρὸς καὶ ; ἐφώνησεν κραυγῇ μεγάλῃ τῷ ἔχοντι τὸ ; δρέπανον τὸ ; ὀξὺ λέγων· πέμψον σου ; τὸ ; δρέπανον τὸ ; ὀξὺ καὶ ; τρύγησον τοὺς ; βότρυας τῆς ; ἀμπέλου τῆς ; γῆς, ὅτι αἱ ; σταφυλαὶ ; αὐτῆς. ἤκμασαν
وَسَمِعْتُ آخَرَ مِنَ الْمَذْبَحِ قَائِلاً: نَعَمْ أَيُّهَا الرَّبُّ الإِلهُ الْقَادِرُ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ. حَقٌّ وَعَادِلَةٌ هِيَ أَحْكَامُكَ.
Καὶ ; ἤκουσα ἄλλου ἐκ τοῦ ; θυσιαστηρίου λέγοντος· ναὶ κύριε ὁ ; θεὸς ὁ ; παντοκράτωρ, ἀληθιναὶ καὶ ; δίκαιαι αἱ ; κρίσεις ; σου.¶