ك
إصحاح
G168
G169. akáthartos
G170
المعنى المختصر للكلمة
akáthartos: impure (ceremonially, morally (lewd) or specially, (demonic))
اللفظ الأصلي ἀκάθαρτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق akáthartos (ak-ath-ar-tos)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

impure (ceremonially, morally (lewd) or specially, (demonic))

الإنجليزية — KJV Translation Tags
foul unclean

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀκάθαρτον (5×) ἀκαθάρτῳ (3×) ἀκαθάρτου (3×) ἀκάθαρτα (2×) ἀκαθάρτων (2×) τῷ ; ἀκαθάρτῳ (2×) τὸ ; ἀκάθαρτον (2×) ἀκάθαρτος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ دَعَا تَلاَمِيذَهُ الاثْنَيْ عَشَرَ وَأَعْطَاهُمْ سُلْطَانًا عَلَى أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ حَتَّى يُخْرِجُوهَا، وَيَشْفُوا كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ.
Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ δώδεκα ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν ; αὐτὰ καὶ ; θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν.¶
متى 12: 43 Mat.12.43
إِذَا خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ، يَطْلُبُ رَاحَةً وَلاَ يَجِدُ.
Ὅταν ; δὲ ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν καὶ ; οὐχ εὑρίσκει.
وَكَانَ فِي مَجْمَعِهِمْ رَجُلٌ بِهِ رُوحٌ نَجِسٌ، فَصَرَخَ
Καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; αὐτῶν ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ καὶ ; ἀνέκραξεν
فَصَرَعَهُ الرُّوحُ النَّجِسُ وَصَاحَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَخَرَجَ مِنْهُ.
καὶ ; σπαράξαν ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον καὶ ; κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ ; αὐτοῦ.
فَتَحَيَّرُوا كُلُّهُمْ، حَتَّى سَأَلَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: مَا هذَا. مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ. لأَنَّهُ بِسُلْطَانٍ يَأْمُرُ حَتَّى الأَرْوَاحَ النَّجِسَةَ فَتُطِيعُهُ.
καὶ ; ἐθαμβήθησαν πάντες ὥστε συζητεῖν πρὸς αὐτοὺς λέγοντας· τί τοῦτο; ; ἐστιν τίς αὕτη ἡ ; διδαχὴ ἡ ; καινὴ ὅτι κατ᾽ ; ἐξουσίαν· ἐπιτάσσει, καὶ τοῖς ; πνεύμασιν τοῖς ; ἀκαθάρτοις καὶ ; ὑπακούουσιν ; αὐτῷ.¶
وَالأَرْوَاحُ النَّجِسَةُ حِينَمَا نَظَرَتْهُ خَرَّتْ لَهُ وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: إِنَّكَ أَنْتَ ابْنُ اللهِ..
καὶ ; τὰ ; πνεύματα τὰ ; ἀκάθαρτα, ὅταν αὐτὸν ; ἐθεώρει προσέπιπτεν αὐτῷ καὶ ; ἔκραζεν λέγοντα ὅτι σὺ ; εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ.
لأَنَّهُمْ قَالُوا: إِنَّ مَعَهُ رُوحًا نَجِسًا.
ὅτι ἔλεγον· ἔχει.¶ πνεῦμα ἀκάθαρτον
وَلَمَّا خَرَجَ مِنَ السَّفِينَةِ لِلْوَقْتِ اسْتَقْبَلَهُ مِنَ الْقُبُورِ إِنْسَانٌ بِهِ رُوحٌ نَجِسٌ،
Καὶ ἐξελθόντι; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; πλοίου εὐθὺς ἀπήντησεν; αὐτῷ ἐκ τῶν ; μνημείων ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ
لأَنَّهُ قَالَ لَهُ: اخْرُجْ مِنَ الإِنْسَانِ يَا أَيُّهَا الرُّوحُ النَّجِسُ.
γὰρ ἔλεγεν αὐτῷ· ἔξελθε ἐκ τοῦ ; ἀνθρώπου.¶ τὸ πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον
فَأَذِنَ لَهُمْ يَسُوعُ لِلْوَقْتِ. فَخَرَجَتِ الأَرْوَاحُ النَّجِسَةُ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرْفِ إِلَى الْبَحْرِ. وَكَانَ نَحْوَ أَلْفَيْنِ، فَاخْتَنَقَ فِي الْبَحْرِ.
καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς. εὐθέως ἐξελθόντα ; καὶ τὰ ; πνεύματα τὰ ; ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ κρημνοῦ ; τοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν ἦσαν ; δὲ ὡς δισχίλιοι καὶ ; ἐπνίγοντο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ.
وَدَعَا الاثْنَيْ عَشَرَ وَابْتَدَأَ يُرْسِلُهُمُ اثْنَيْنِ اثْنَيْنِ، وَأَعْطَاهُمْ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْوَاحِ النَّجِسَةِ،
Καὶ ; προσκαλεῖται τοὺς ; δώδεκα καὶ ; ἤρξατο αὐτοὺς ; ἀποστέλλειν δύο δύο καὶ ; αὐτοῖς ; ἐδίδου ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ; ἀκαθάρτων
لأَنَّ امْرَأَةً كَانَ بِابْنَتِهَا رُوحٌ نَجِسٌ سَمِعَتْ بِهِ، فَأَتَتْ وَخَرَّتْ عِنْدَ قَدَمَيْهِ.
γὰρ γυνὴ αὐτοῦ ; ἧς τὸ ; θυγάτριον ; αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἀκούσασα περὶ ; αὐτοῦ ἐλθοῦσα προσέπεσεν πρὸς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ·
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
فَوَقَعَتْ دَهْشَةٌ عَلَى الْجَمِيعِ، وَكَانُوا يُخَاطِبُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: مَا هذِهِ الْكَلِمَةُ. لأَنَّهُ بِسُلْطَانٍ وَقُوَّةٍ يَأْمُرُ الأَرْوَاحَ النَّجِسَةَ فَتَخْرُجُ..
καὶ ; ἐγένετο θάμβος ἐπὶ πάντας, καὶ συνελάλουν πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· τίς οὗτος ὁ ; λόγος ὅτι ἐν ; ἐξουσίᾳ καὶ ; δυνάμει ἐπιτάσσει τοῖς ; πνεύμασιν, ἀκαθάρτοις καὶ ; ἐξέρχονται;¶
وَالْمُعَذَّبُونَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ. وَكَانُوا يَبْرَأُونَ.
καὶ ; οἱ ; ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων καὶ ; ἐθεραπεύοντο.
لأَنَّهُ أَمَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ أَنْ يَخْرُجَ مِنَ الإِنْسَانِ. لأَنَّهُ مُنْذُ زَمَانٍ كَثِيرٍ كَانَ يَخْطَفُهُ، وَقَدْ رُبِطَ بِسَلاَسِل وَقُيُودٍ مَحْرُوسًا، وَكَانَ يَقْطَعُ الرُّبُطَ وَيُسَاقُ مِنَ الشَّيْطَانِ إِلَى الْبَرَارِي.
γὰρ παρήγγειλεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ χρόνοις πολλοῖς συνηρπάκει ; αὐτόν, καὶ ; ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσιν καὶ ; πέδαις φυλασσόμενος, καὶ ; διαρρήσσων τὰ ; δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ ; δαίμονος εἰς τὰς ; ἐρήμους.
وَبَيْنَمَا آتٍ مَزَّقَهُ الشَّيْطَانُ وَصَرَعَهُ، فَانْتَهَرَ يَسُوعُ الرُّوحَ النَّجِسَ، وَشَفَى الصَّبِيَّ وَسَلَّمَهُ إِلَى أَبِيهِ.
ἔτι ; δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ; ἔρρηξεν ; αὐτὸν τὸ ; δαιμόνιον καὶ ; συνεσπάραξεν. ἐπετίμησεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ἀκαθάρτῳ καὶ ; ἰάσατο τὸν ; παῖδα καὶ ; ἀπέδωκεν ; αὐτὸν τῷ πατρὶ ; αὐτοῦ.
مَتَى خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ، يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ يَطْلُبُ رَاحَةً، وَإِذْ لاَ يَجِدُ يَقُولُ: أَرْجِعُ إِلَى بَيْتِي الَّذِي خَرَجْتُ مِنْهُ.
Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν. καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου ὅθεν ; ἐξῆλθον.
وَاجْتَمَعَ جُمْهُورُ الْمُدُنِ الْمُحِيطَةِ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَامِلِينَ مَرْضَى وَمُعَذَّبِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ، وَكَانُوا يُبْرَأُونَ جَمِيعُهُمْ.
συνήρχετο ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῶν ; πόλεων πέριξ εἰς Ἰερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ; ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ; ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.¶
لأَنَّ كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ بِهِمْ أَرْوَاحٌ نَجِسَةٌ كَانَتْ تَخْرُجُ صَارِخَةً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ. وَكَثِيرُونَ مِنَ الْمَفْلُوجِينَ وَالْعُرْجِ شُفُوا.
γὰρ Πολλῶν τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα ἐξήρχετο βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ πολλοὶ ; δὲ παραλελυμένοι καὶ ; χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν·
فَقَالَ بُطْرُسُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنِّي لَمْ آكُلْ قَطُّ شَيْئًا دَنِسًا أَوْ نَجِسًا.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Πέτρος μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε ; ἔφαγον πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον.
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ كَيْفَ هُوَ مُحَرَّمٌ عَلَى رَجُل يَهُودِيٍّ أَنْ يَلْتَصِقَ بِأَحَدٍ أَجْنَبِيٍّ أَوْ يَأْتِيَ إِلَيْهِ. وَأَمَّا أَنَا فَقَدْ أَرَانِي اللهُ أَنْ لاَ أَقُولَ عَنْ إِنْسَانٍ مَا إِنَّهُ دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
ἔφη ; τε πρὸς ; αὐτούς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ὡς ἐστιν ἀθέμιτόν ἀνδρὶ Ἰουδαίῳ κολλᾶσθαι ἀλλοφύλῳ· ἢ προσέρχεσθαι κἀμοὶ ἔδειξεν ὁ ; θεὸς μηδένα λέγειν ἄνθρωπον, κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
فَقُلْتُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ فَمِي دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
εἶπον ; δέ· μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε εἰσῆλθεν τὸ ; στόμα ; μου. κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
لِذلِكَ اخْرُجُوا مِنْ وَسْطِهِمْ وَاعْتَزِلُوا، يَقُولُ الرَّبُّ. وَلاَ تَمَسُّوا نَجِسًا فَأَقْبَلَكُمْ،
Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ; μὴ ἅπτεσθε· ἀκαθάρτου κἀγὼ ; εἰσδέξομαι ; ὑμᾶς,
فَإِنَّكُمْ تَعْلَمُونَ هذَا أَنَّ كُلَّ زَانٍ أَوْ نَجِسٍ أَوْ طَمَّاعٍ الَّذِي هُوَ عَابِدٌ لِلأَوْثَانِ لَيْسَ لَهُ مِيرَاثٌ فِي مَلَكُوتِ الْمَسِيحِ وَاللهِ.
γὰρ ; ἔστε γινώσκοντες τοῦτο ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; Χριστοῦ καὶ ; θεοῦ.¶
وَرَأَيْتُ مِنْ فَمِ التِّنِّينِ، وَمِنْ فَمِ الْوَحْشِ، وَمِنْ فَمِ النَّبِيِّ الْكَذَّابِ، ثَلاَثَةَ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ شِبْهَ ضَفَادِعَ،
Καὶ ; εἶδον ἐκ τοῦ ; στόματος τοῦ ; δράκοντος καὶ ; ἐκ τοῦ ; στόματος τοῦ ; θηρίου καὶ ; ἐκ τοῦ ; στόματος τοῦ ; ψευδοπροφήτου τρία πνεύματα ἀκάθαρτα ὁμοία βατράχοις
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,