ك
إصحاح
G1397
G1398. douleúō
G1399
المعنى المختصر للكلمة
douleúō: to be a slave to (literal or figurative, involuntary or voluntary)
اللفظ الأصلي δουλεύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق douleúō (dool-yoo-o)
تكرار الورود في الكتاب 22 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to be a slave to (literal or figurative, involuntary or voluntary)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be in bondage (do) serve(-ice)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δουλεύειν (4×) δουλεύων (2×) δουλεύοντες (2×) δουλεύειν· (2×) ἐδούλευσεν (1×) ἐδουλεύσατε (1×) δουλεύω (1×) δουλεύσωσιν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (22 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς ; δύναται δουλεύειν· δυσὶ ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καὶ ; καταφρονήσει. ἑτέρου ; τοῦ οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς ; δύναται δουλεύειν· δυσὶ ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καὶ ; καταφρονήσει. ἑτέρου ; τοῦ οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
أَجَابُوهُ: إِنَّنَا ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ، وَلَمْ نُسْتَعْبَدْ لأَحَدٍ قَطُّ. كَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: إِنَّكُمْ تَصِيرُونَ أَحْرَارًا.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ ἐσμεν σπέρμα Ἀβραάμ καὶ δεδουλεύκαμεν οὐδενὶ πώποτε· πῶς λέγεις σὺ ὅτι γενήσεσθε; ἐλεύθεροι
وَالأُمَّةُ الَّتِي يُسْتَعْبَدُونَ لَهَا سَأَدِينُهَا أَنَا، يَقُولُ اللهُ. وَبَعْدَ ذلِكَ يَخْرُجُونَ وَيَعْبُدُونَنِي فِي هذَا الْمَكَانِ.
καὶ ; τὸ ; ἔθνος ᾧ ; ἐὰν δουλεύσωσιν κρινῶ ἐγώ, εἶπεν, ὁ ; θεὸς καὶ ; μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ ; λατρεύσουσίν ; μοι ἐν τούτῳ. τῷ ; τόπῳ
أَخْدِمُ الرَّبَّ بِكُلِّ تَوَاضُعٍ وَدُمُوعٍ كَثِيرَةٍ، وَبِتَجَارِبَ أَصَابَتْنِي بِمَكَايِدِ الْيَهُودِ.
δουλεύων τῷ ; κυρίῳ μετὰ ; πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ; δακρύων πολλῶν καὶ ; πειρασμῶν τῶν ; συμβάντων ; μοι ἐν ; ταῖς ; ἐπιβουλαῖς τῶν ; Ἰουδαίων·
أَشْكُرُ اللهَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا. إِذًا أَنَا نَفْسِي بِذِهْنِي أَخْدِمُ نَامُوسَ اللهِ، وَلكِنْ بِالْجَسَدِ نَامُوسَ الْخَطِيَّةِ.
εὐχαριστῶ τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν. ἄρα ; οὖν ἐγὼ αὐτὸς τῷ ; νοῒ δουλεύω νόμῳ θεοῦ δὲ τῇ ; σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.¶
قِيلَ لَهَا: إِنَّ الْكَبِيرَ يُسْتَعْبَدُ لِلصَّغِيرِ.
ἐρρέθη αὐτῇ ὅτι ὁ ; μείζων δουλεύσει τῷ ; ἐλάσσονι·
غَيْرَ مُتَكَاسِلِينَ فِي الاجْتِهَادِ، حَارِّينَ فِي الرُّوحِ، عَابِدِينَ الرَّبَّ،
μὴ ὀκνηροί, τῇ ; σπουδῇ ζέοντες, τῷ ; πνεύματι δουλεύοντες, τῷ ; κυρίῳ
لأَنَّ مَنْ خَدَمَ الْمَسِيحَ فِي هذِهِ فَهُوَ مَرْضِيٌّ عِنْدَ اللهِ، وَمُزَكُى عِنْدَ النَّاسِ.
γὰρ ὁ δουλεύων τῷ ; Χριστῷ ἐν τούτοις εὐάρεστος τῷ ; θεῷ καὶ ; δόκιμος τοῖς ; ἀνθρώποις.¶
لأَنَّ مِثْلَ هؤُلاَءِ لاَ يَخْدِمُونَ رَبَّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحَ بَلْ بُطُونَهُمْ. وَبِالْكَلاَمِ الطَّيِّبِ وَالأَقْوَالِ الْحَسَنَةِ يَخْدَعُونَ قُلُوبَ السُّلَمَاءِ.
γὰρ οἱ ; τοιοῦτοι οὐ δουλεύουσιν τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ ἀλλὰ ἑαυτῶν ; κοιλίᾳ, καὶ ; διὰ ; τῆς ; χρηστολογίας καὶ ; εὐλογίας ἐξαπατῶσιν τὰς ; καρδίας τῶν ; ἀκάκων.
لكِنْ حِينَئِذٍ إِذْ كُنْتُمْ لاَ تَعْرِفُونَ اللهَ، اسْتُعْبِدْتُمْ لِلَّذِينَ لَيْسُوا بِالطَّبِيعَةِ آلِهَةً.
Ἀλλὰ τότε ; μὲν οὐκ εἰδότες θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ ; οὖσιν φύσει θεοῖς·
وَأَمَّا الآنَ إِذْ عَرَفْتُمُ اللهَ، بَلْ بِالْحَرِيِّ عُرِفْتُمْ مِنَ اللهِ، فَكَيْفَ تَرْجِعُونَ أَيْضًا إِلَى الأَرْكَانِ الضَّعِيفَةِ الْفَقِيرَةِ الَّتِي تُرِيدُونَ أَنْ تُسْتَعْبَدُوا لَهَا مِنْ جَدِيدٍ.
δὲ νῦν γνόντες θεόν, δὲ μᾶλλον γνωσθέντες ὑπὸ θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ; στοιχεῖα ἀσθενῆ καὶ ; πτωχὰ οἷς θέλετε; δουλεύειν πάλιν ; ἄνωθεν
لأَنَّ هَاجَرَ جَبَلُ سِينَاءَ فِي الْعَرَبِيَّةِ. يُقَابِلُ أُورُشَلِيمَ الْحَاضِرَةَ، فَإِنَّهَا مُسْتَعْبَدَةٌ مَعَ بَنِيهَا.
γὰρ τὸ ; Ἁγὰρ ὄρος Σινᾶ ἐστὶν ; ἐν τῇ ; Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ τῇ ; Ἰερουσαλήμ, νῦν δὲ δουλεύει μετὰ τῶν ; τέκνων ; αὐτῆς.
فَإِنَّكُمْ إِنَّمَا دُعِيتُمْ لِلْحُرِّيَّةِ أَيُّهَا الإِخْوَةُ. غَيْرَ أَنَّهُ لاَ تُصَيِّرُوا الْحُرِّيَّةَ فُرْصَةً لِلْجَسَدِ، بَلْ بِالْمَحَبَّةِ اخْدِمُوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
ὑμεῖς ; γὰρ ἐκλήθητε, ἐπ᾽ ; ἐλευθερίᾳ ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ; ἐλευθερίαν εἰς ; ἀφορμὴν τῇ ; σαρκί, ἀλλὰ διὰ ; τῆς ; ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις.
خَادِمِينَ بِنِيَّةٍ صَالِحَةٍ كَمَا لِلرَّبِّ، لَيْسَ لِلنَّاسِ.
δουλεύοντες μετ᾽ ; εὐνοίας ὡς τῷ ; κυρίῳ καὶ ; οὐκ ἀνθρώποις,
وَأَمَّا اخْتِبَارُهُ فَأَنْتُمْ تَعْرِفُونَ أَنَّهُ كَوَلَدٍ مَعَ أَبٍ خَدَمَ مَعِي لأَجْلِ الإِنْجِيلِ.
τὴν ; δὲ δοκιμὴν ; αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς ; τέκνον πατρὶ ἐδούλευσεν σὺν ; ἐμοὶ εἰς ; τὸ ; εὐαγγέλιον.
عَالِمِينَ أَنَّكُمْ مِنَ الرَّبِّ سَتَأْخُذُونَ جَزَاءَ الْمِيرَاثِ، لأَنَّكُمْ تَخْدِمُونَ الرَّبَّ الْمَسِيحَ.
εἰδότες ὅτι ἀπὸ κυρίου ἀπολήμψεσθε τὴν ; ἀνταπόδοσιν τῆς ; κληρονομίας· γὰρ δουλεύετε. κυρίῳ Χριστῷ
لأَنَّهُمْ هُمْ يُخْبِرُونَ عَنَّا، أَيُّ دُخُول كَانَ لَنَا إِلَيْكُمْ، وَكَيْفَ رَجَعْتُمْ إِلَى اللهِ مِنَ الأَوْثَانِ، لِتَعْبُدُوا اللهَ الْحَيَّ الْحَقِيقِيَّ،
γὰρ αὐτοὶ ἀπαγγέλλουσιν περὶ ; ἡμῶν ὁποίαν εἴσοδον ἔχομεν πρὸς ; ὑμᾶς, καὶ ; πῶς ἐπεστρέψατε πρὸς τὸν ; θεὸν ἀπὸ τῶν ; εἰδώλων δουλεύειν θεῷ ζῶντι καὶ ; ἀληθινῷ
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
لأَنَّنَا كُنَّا نَحْنُ أَيْضًا قَبْلاً أَغْبِيَاءَ، غَيْرَ طَائِعِينَ، ضَالِّينَ، مُسْتَعْبَدِينَ لِشَهَوَاتٍ وَلَذَّاتٍ مُخْتَلِفَةٍ، عَائِشِينَ فِي الْخُبْثِ وَالْحَسَدِ، مَمْقُوتِينَ، مُبْغِضِينَ بَعْضُنَا بَعْضًا.
γάρ ἦμεν ἡμεῖς καὶ ποτε ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ; ἡδοναῖς ποικίλαις, διάγοντες, ἐν κακίᾳ καὶ ; φθόνῳ στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους.¶