ك
إصحاح
G1324
G1325. dídōmi
G1326
المعنى المختصر للكلمة
dídōmi: to give (used in a very wide application, properly, or by implication, literally or figuratively
اللفظ الأصلي δίδωμι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dídōmi (did-o-mee)
تكرار الورود في الكتاب 232 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolonged form of a primary verb (which is used as an alternative in most of the tenses);

المعنى والشرح المفصل
1 to give (used in a very wide application, properly, or by implication, literally or figuratively
2 greatly modified by the connection)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
adventure bestow bring forth commit deliver (up) give grant hinder make minister number offer have power put receive set shew smite (+ with the hand) strike (+ with the palm of the hand) suffer take utter yield

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔδωκεν (17×) δοῦναι (11×) καὶ ; ἔδωκεν (7×) δώσει (7×) ἐδόθη (6×) καὶ ; ἐδίδου (6×) διδόναι (6×) δοθήσεται (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (232 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَلْقَوْا قُرْعَتَهُمْ، فَوَقَعَتِ الْقُرْعَةُ عَلَى مَتِّيَاسَ، فَحُسِبَ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ رَسُولاً.
καὶ ἔδωκαν κλήρους ; αὐτῶν καὶ ; ἔπεσεν ὁ ; κλῆρος ἐπὶ Μαθθίαν καὶ ; συγκατεψηφίσθη μετὰ τῶν ; ἕνδεκα ἀποστόλων.¶
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
وَأُعْطِي عَجَائِبَ فِي السَّمَاءِ مِنْ فَوْقُ وَآيَاتٍ عَلَى الأَرْضِ مِنْ أَسْفَلُ: دَمًا وَنَارًا وَبُخَارَ دُخَانٍ.
καὶ ; δώσω τέρατα ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄνω καὶ ; σημεῖα ἐπὶ τῆς ; γῆς κάτω, αἷμα καὶ ; πῦρ καὶ ; ἀτμίδα καπνοῦ.
لأَنَّكَ لَنْ تَتْرُكَ نَفْسِي فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ تَدَعَ قُدُّوسَكَ يَرَى فَسَادًا.
ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ; ψυχήν ; μου εἰς ᾍδου οὐδὲ δώσεις τὸν ; ὅσιόν ; σου ἰδεῖν διαφθοράν.
فَقَالَ بُطْرُسُ: لَيْسَ لِي فِضَّةٌ وَلاَ ذَهَبٌ، وَلكِنِ الَّذِي لِي فَإِيَّاهُ أُعْطِيكَ: بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ قُمْ وَامْشِ..
Εἶπεν ; δὲ Πέτρος· οὐχ ; ὑπάρχει ; μοι· ἀργύριον καὶ χρυσίον δὲ ὃ ἔχω, τοῦτό σοι ; δίδωμι. ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ἔγειραι καὶ ; περιπάτει.
وَلَيْسَ بِأَحَدٍ غَيْرِهِ الْخَلاَصُ. لأَنْ لَيْسَ اسْمٌ آخَرُ تَحْتَ السَّمَاءِ، قَدْ أُعْطِيَ بَيْنَ النَّاسِ، بِهِ يَنْبَغِي أَنْ نَخْلُصَ.
καὶ ; οὐκ ἔστιν ἐν ; ἄλλῳ ; οὐδενὶ ἡ ; σωτηρία· γὰρ οὔτε; ἐστιν ὄνομά ἕτερον ὑπὸ τὸν ; οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ; ᾧ δεῖ σωθῆναι ; ἡμᾶς.¶
وَالآنَ يَا رَبُّ، انْظُرْ إِلَى تَهْدِيدَاتِهِمْ، وَامْنَحْ عَبِيدَكَ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِكَلاَمِكَ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ،
καὶ ; νῦν, τὰ ; κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ; ἀπειλὰς ; αὐτῶν καὶ ; δὸς τοῖς ; δούλοις ; σου λαλεῖν τὸν ; λόγον ; σου μετὰ ; πάσης παρρησίας
هذَا رَفَّعَهُ اللهُ بِيَمِينِهِ رَئِيسًا وَمُخَلِّصًا، لِيُعْطِيَ إِسْرَائِيلَ التَّوْبَةَ وَغُفْرَانَ الْخَطَايَا.
τοῦτον ὕψωσεν ὁ ; θεὸς δεξιᾷ ; τῇ ; αὐτοῦ ἀρχηγὸν καὶ ; σωτῆρα δοῦναι τῷ ; Ἰσραὴλ μετάνοιαν καὶ ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
وَنَحْنُ شُهُودٌ لَهُ بِهذِهِ الأُمُورِ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ أَيْضًا، الَّذِي أَعْطَاهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُطِيعُونَهُ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες αὐτοῦ τῶν ; τούτων ῥημάτων τὸ ; πνεῦμα ἅγιον ; τὸ καὶ ὃ ἔδωκεν ὁ ; θεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν ; αὐτῷ.
وَلَمْ يُعْطِهِ فِيهَا مِيرَاثًا وَلاَ وَطْأَةَ قَدَمٍ، وَلكِنْ وَعَدَ أَنْ يُعْطِيَهَا مُلْكًا لَهُ وَلِنَسْلِهِ مِنْ بَعْدِهِ، وَلَمْ يَكُنْ لَهُ وَلَدٌ.
καὶ ; οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ ἐν ; αὐτῇ κληρονομίαν οὐδὲ βῆμα ποδὸς καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι εἰς ; κατάσχεσιν αὐτῷ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.
وَلَمَّا رَأَى سِيمُونُ أَنَّهُ بِوَضْعِ أَيْدِي الرُّسُلِ يُعْطَى الرُّوحُ الْقُدُسُ قَدَّمَ لَهُمَا دَرَاهِمَ
δὲ Θεασάμενος ὁ ; Σίμων ὅτι διὰ ; τῆς ; ἐπιθέσεως τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων δίδοται τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα
قَائِلاً: أَعْطِيَانِي أَنَا أَيْضًا هذَا السُّلْطَانَ، حَتَّى أَيُّ مَنْ وَضَعْتُ عَلَيْهِ يَدَيَّ يَقْبَلُ الرُّوحَ الْقُدُسَ.
λέγων· δότε κἀμοὶ ταύτην, ἐξουσίαν ἵνα ἂν ἐπιθῶ ᾧ τὰς ; χεῖρας λαμβάνῃ πνεῦμα ἅγιον.
هذَا أَقَامَهُ اللهُ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ، وَأَعْطَى أَنْ يَصِيرَ ظَاهِرًا،
τοῦτον ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ καὶ ; ἔδωκεν αὐτὸν ; γενέσθαι ἐμφανῆ
فَلَمَّا سَمِعُوا ذلِكَ سَكَتُوا، وَكَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ قَائِلِينَ: إِذًا أَعْطَى اللهُ الأُمَمَ أَيْضًا التَّوْبَةَ لِلْحَيَاةِ..
δὲ Ἀκούσαντες ταῦτα ἡσύχασαν καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες· ἄρα ; γε ἔδωκεν.¶ ὁ ; θεὸς τοῖς ; ἔθνεσιν καὶ τὴν ; μετάνοιαν εἰς ; ζωὴν
فَفِي الْحَالِ ضَرَبَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ لأَنَّهُ لَمْ يُعْطِ الْمَجْدَ للهِ، فَصَارَ يَأْكُلُهُ الدُّودُ وَمَاتَ.
παραχρῆμα ; δὲ ἐπάταξεν ; αὐτὸν ἄγγελος κυρίου ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔδωκεν τὴν ; δόξαν τῷ ; θεῷ, καὶ ; γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.¶
وَبَعْدَ ذلِكَ فِي نَحْوِ أَرْبَعَمِئَةٍ وَخَمْسِينَ سَنَةً أَعْطَاهُمْ قُضَاةً حَتَّى صَمُوئِيلَ النَّبِيِّ.
καὶ ; μετὰ ταῦτα ὡς τετρακοσίοις καὶ ; πεντήκοντα· ἔτεσιν ἔδωκεν κριτὰς ἕως Σαμουὴλ τοῦ ; προφήτου·
وَلِذلِكَ قَالَ أَيْضًا فِي مَزْمُورٍ آخَرَ: لَنْ تَدَعَ قُدُّوسَكَ يَرَى فَسَادًا.
Διὸ λέγει· καὶ ἐν ἑτέρῳ οὐ δώσεις τὸν ; ὅσιόν ; σου ἰδεῖν διαφθοράν.
فَأَقَامَا زَمَانًا طَوِيلاً يُجَاهِرَانِ بِالرَّبِّ الَّذِي كَانَ يَشْهَدُ لِكَلِمَةِ نِعْمَتِهِ، وَيُعْطِي أَنْ تُجْرَى آيَاتٌ وَعَجَائِبُ عَلَى أَيْدِيهِمَا.
οὖν ; διέτριψαν χρόνον Ἱκανὸν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ ; τῷ ; κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ ; λόγῳ τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, καὶ ; διδόντι γίνεσθαι σημεῖα καὶ ; τέρατα διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν.
مَعَ أَنَّهُ لَمْ يَتْرُكْ نَفْسَهُ بِلاَ شَاهِدٍ، وَهُوَ يَفْعَلُ خَيْرًا: يُعْطِينَا مِنَ السَّمَاءِ أَمْطَارًا وَأَزْمِنَةً مُثْمِرَةً، وَيَمْلأُ قُلُوبَنَا طَعَامًا وَسُرُورًا.
καὶ τοι γε οὐκ ἀφῆκεν ἑαυτὸν ἀμάρτυρον ἀγαθοποιῶν ἡμῖν; διδοὺς οὐρανόθεν ὑετοὺς καὶ ; καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τὰς ; καρδίας ; ἡμῶν τροφῆς καὶ ; εὐφροσύνης
وَاللهُ الْعَارِفُ الْقُلُوبَ، شَهِدَ لَهُمْ مُعْطِيًا لَهُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا لَنَا أَيْضًا.
καὶ ; ὁ ; θεὸς καρδιογνώστης ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμῖν· καὶ
وَلاَ يُخْدَمُ بِأَيَادِي النَّاسِ كَأَنَّهُ مُحْتَاجٌ إِلَى شَيْءٍ، إِذْ هُوَ يُعْطِي الْجَمِيعَ حَيَاةً وَنَفْسًا وَكُلَّ شَيْءٍ.
οὐδὲ θεραπεύεται ὑπὸ ; χειρῶν ἀνθρώπων προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσιν ζωὴν καὶ ; πνοὴν καὶ ; κατὰ; πάντα·
وَأُنَاسٌ مِنْ وُجُوهِ أَسِيَّا، كَانُوا أَصْدِقَاءَهُ، أَرْسَلُوا يَطْلُبُونَ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يُسَلِّمَ نَفْسَهُ إِلَى الْمَشْهَدِ.
τινὲς ; δὲ τῶν Ἀσιαρχῶν ὄντες αὐτῷ ; φίλοι, πέμψαντες παρεκάλουν πρὸς ; αὐτὸν μὴ ; δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ ; θέατρον.
فِي كُلِّ شَيْءٍ أَرَيْتُكُمْ أَنَّهُ هكَذَا يَنْبَغِي أَنَّكُمْ تَتْعَبُونَ وَتَعْضُدُونَ الضُّعَفَاءَ، مُتَذَكِّرِينَ كَلِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ أَنَّهُ قَالَ: مَغْبُوطٌ هُوَ الْعَطَاءُ أَكْثَرُ مِنَ الأَخْذِ.
πάντα ὑπέδειξα ; ὑμῖν ὅτι οὕτως δεῖ κοπιῶντας ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ; ἀσθενούντων, μνημονεύειν τῶν ; λόγων τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι ; αὐτὸς εἶπεν· μακάριόν ἐστιν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν.
وَلاَ بِعَدَمِ إِيمَانٍ ارْتَابَ فِي وَعْدِ اللهِ، بَلْ تَقَوَّى بِالإِيمَانِ مُعْطِيًا مَجْدًا ِللهِ.
οὐ τῇ ; ἀπιστίᾳ, διεκρίθη τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; θεοῦ ἀλλ᾽ ἐνεδυναμώθη τῇ ; πίστει, δοὺς δόξαν τῷ ; θεῷ
وَالرَّجَاءُ لاَ يُخْزِي، لأَنَّ مَحَبَّةَ اللهِ قَدِ انْسَكَبَتْ فِي قُلُوبِنَا بِالرُّوحِ الْقُدُسِ الْمُعْطَى لَنَا.
ἡ ; δὲ ; ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ; ἀγάπη τοῦ ; θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ἡμῶν διὰ ; πνεύματος ἁγίου τοῦ ; δοθέντος ἡμῖν.
فَإِنِّي أَقُولُ بِالنِّعْمَةِ الْمُعْطَاةِ لِي، لِكُلِّ مَنْ هُوَ بَيْنَكُمْ: أَنْ لاَ يَرْتَئِيَ فَوْقَ مَا يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَئِيَ، بَلْ يَرْتَئِيَ إِلَى التَّعَقُّلِ، كَمَا قَسَمَ اللهُ لِكُلِّ وَاحِدٍ مِقْدَارًا مِنَ الإِيمَانِ.
γὰρ λέγω διὰ ; τῆς ; χάριτος τῆς ; δοθείσης μοι παντὶ τῷ ὄντι ἐν ; ὑμῖν, μὴ ὑπερφρονεῖν παρ᾽ ὃ δεῖ φρονεῖν, ἀλλὰ φρονεῖν εἰς τὸ ; σωφρονεῖν, ὡς ἐμέρισεν ὁ ; θεὸς ἑκάστῳ μέτρον πίστεως.
وَلكِنْ لَنَا مَوَاهِبُ مُخْتَلِفَةٌ بِحَسَبِ النِّعْمَةِ الْمُعْطَاةِ لَنَا: أَنُبُوَّةٌ فَبِالنِّسْبَةِ إِلَى الإِيمَانِ،
δὲ Ἔχοντες χαρίσματα διάφορα, κατὰ τὴν ; χάριν τὴν ; δοθεῖσαν ἡμῖν εἴτε ; προφητείαν κατὰ ; τὴν ; ἀναλογίαν τῆς ; πίστεως,
لاَ تَنْتَقِمُوا لأَنْفُسِكُمْ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، بَلْ أَعْطُوا مَكَانًا لِلْغَضَبِ، مَكْتُوبٌ: لِيَ النَّقْمَةُ أَنَا أُجَازِي يَقُولُ الرَّبُّ.
μὴ ἐκδικοῦντες, ἑαυτοὺς ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ; ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ; ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει κύριος.
فَإِذًا كُلُّ وَاحِدٍ مِنَّا سَيُعْطِي عَنْ نَفْسِهِ حِسَابًا ِللهِ.
Ἄρα ; οὖν ἕκαστος ἡμῶν δώσει περὶ ἑαυτοῦ λόγον τῷ ; θεῷ.
وَلكِنْ بِأَكْثَرِ جَسَارَةٍ كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ جُزْئِيًّا أَيُّهَا الإِخْوَةُ، كَمُذَكِّرٍ لَكُمْ، بِسَبَبِ النِّعْمَةِ الَّتِي وُهِبَتْ لِي مِنَ اللهِ،
δὲ Τολμηρότερον ἔγραψα ὑμῖν ἀπὸ ; μέρους ἀδελφοί ὡς ; ἐπαναμιμνῄσκων ὑμᾶς διὰ τὴν ; χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ