ك
إصحاح
G124
G125. aígyptos
G126
المعنى المختصر للكلمة
aígyptos: Ægyptus, the land of the Nile
اللفظ الأصلي Αἴγυπτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق aígyptos (ah-ee-goop-tos)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain derivation;

المعنى والشرح المفصل

Ægyptus, the land of the Nile

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Egypt

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Αἰγύπτῳ (5×) Αἰγύπτου (5×) Αἴγυπτον (4×) Αἴγυπτον, (3×) Αἰγύπτου, (2×) ἐν ; Αἰγύπτῳ (1×) καὶ ; Αἴγυπτος, (1×) Αἴγυπτον· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْدَمَا انْصَرَفُوا، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لِيُوسُفَ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاهْرُبْ إِلَى مِصْرَ، وَكُنْ هُنَاكَ حَتَّى أَقُولَ لَكَ. لأَنَّ هِيرُودُسَ مُزْمِعٌ أَنْ يَطْلُبَ الصَّبِيَّ لِيُهْلِكَهُ.
δὲ Ἀναχωρησάντων ; αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται τῷ ; Ἰωσὴφ κατ᾽ ὄναρ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; φεῦγε εἰς Αἴγυπτον ἴσθι ἐκεῖ ἕως εἴπω σοι· γὰρ Ἡρῴδης μέλλει ζητεῖν τὸ ; παιδίον ἀπολέσαι ; αὐτό.
فَقَامَ وَأَخَذَ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ لَيْلاً وَانْصَرَفَ إِلَى مِصْرَ.
δὲ ; ἐγερθεὶς παρέλαβεν τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ; ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,
وَكَانَ هُنَاكَ إِلَى وَفَاةِ هِيرُودُسَ. لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ مِنَ الرَّبِّ بِالنَّبِيِّ الْقَائِل: مِنْ مِصْرَ دَعَوْتُ ابْني.
καὶ ; ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς ; τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ; ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ; κυρίου διὰ ; τοῦ ; προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν ; υἱόν ; μου.¶
فَلَمَّا مَاتَ هِيرُودُسُ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ فِي حُلْمٍ لِيُوسُفَ فِي مِصْرَ
δὲ Τελευτήσαντος τοῦ ; Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται κατ᾽ ὄναρ τῷ ; Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
وَفَرِيجِيَّةَ وَبَمْفِيلِيَّةَ وَمِصْرَ، وَنَوَاحِيَ لِيبِيَّةَ الَّتِي نَحْوَ الْقَيْرَوَانِ، وَالرُّومَانِيُّونَ الْمُسْتَوْطِنُونَ يَهُودٌ وَدُخَلاَءُ،
Φρυγίαν τε ; καὶ ; Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ ; τὰ ; μέρη τῆς ; Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην καὶ ; οἱ ; Ῥωμαῖοι, ἐπιδημοῦντες Ἰουδαῖοί τε ; καὶ ; προσήλυτοι,
وَرُؤَسَاءُ الآبَاءِ حَسَدُوا يُوسُفَ وَبَاعُوهُ إِلَى مِصْرَ، وَكَانَ اللهُ مَعَهُ،
καὶ ; οἱ ; πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν ; Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ; ἦν ὁ ; θεὸς αὐτοῦ ; μετ᾽
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
ثُمَّ أَتَى جُوعٌ عَلَى كُلِّ أَرْضِ مِصْرَ وَكَنْعَانَ، وَضِيقٌ عَظِيمٌ، فَكَانَ آبَاؤُنَا لاَ يَجِدُونَ قُوتًا.
δὲ ἦλθεν λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; γῆν Αἰγύπτου καὶ ; Χανάαν καὶ ; θλῖψις μεγάλη καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν.¶ οὐχ ηὕρισκον χορτάσματα
وَلَمَّا سَمِعَ يَعْقُوبُ أَنَّ فِي مِصْرَ قَمْحًا، أَرْسَلَ آبَاءَنَا أَوَّلَ مَرَّةٍ.
δὲ Ἀκούσας Ἰακὼβ ὄντα ἐν Αἰγύπτῳ σῖτα ἐξαπέστειλεν τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν πρῶτον,
فَنَزَلَ يَعْقُوبُ إِلَى مِصْرَ وَمَاتَ هُوَ وَآبَاؤُنَا،
κατέβη ; δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ; ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ ; οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
إِنِّي لَقَدْ رَأَيْتُ مَشَقَّةَ شَعْبِي الَّذِينَ فِي مِصْرَ، وَسَمِعْتُ أَنِينَهُمْ وَنَزَلْتُ لأُنْقِذَهُمْ. فَهَلُمَّ الآنَ أُرْسِلُكَ إِلَى مِصْرَ.
ἰδὼν ; εἶδον τὴν ; κάκωσιν τοῦ ; λαοῦ ; μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἤκουσα· ; καὶ τοῦ ; στεναγμοῦ ; αὐτῶν καὶ ; κατέβην ἐξελέσθαι ; αὐτούς· καὶ ; δεῦρο νῦν ἀποστελῶ; σε εἰς Αἴγυπτον.¶
إِنِّي لَقَدْ رَأَيْتُ مَشَقَّةَ شَعْبِي الَّذِينَ فِي مِصْرَ، وَسَمِعْتُ أَنِينَهُمْ وَنَزَلْتُ لأُنْقِذَهُمْ. فَهَلُمَّ الآنَ أُرْسِلُكَ إِلَى مِصْرَ.
ἰδὼν ; εἶδον τὴν ; κάκωσιν τοῦ ; λαοῦ ; μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἤκουσα· ; καὶ τοῦ ; στεναγμοῦ ; αὐτῶν καὶ ; κατέβην ἐξελέσθαι ; αὐτούς· καὶ ; δεῦρο νῦν ἀποστελῶ; σε εἰς Αἴγυπτον.¶
هذَا أَخْرَجَهُمْ صَانِعًا عَجَائِبَ وَآيَاتٍ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَفِي الْبَحْرِ الأَحْمَرِ، وَفِي الْبَرِّيَّةِ أَرْبَعِينَ سَنَةً.
οὗτος ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ ; σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτοῦ καὶ ; ἐν θαλάσσῃ ἐρυθρᾷ καὶ ; ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τεσσεράκοντα. ἔτη
الَّذِي لَمْ يَشَأْ آبَاؤُنَا أَنْ يَكُونُوا طَائِعِينَ بَلْ دَفَعُوهُ وَرَجَعُوا بِقُلُوبِهِمْ إِلَى مِصْرَ
ᾧ οὐκ ἠθέλησαν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν, γενέσθαι ὑπήκοοι ἀλλ᾽ ἀπώσαντο καὶ ; ἐστράφησαν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον,
قَائِلِينَ لِهَارُونَ: اعْمَلْ لَنَا آلِهَةً تَتَقَدَّمُ أَمَامَنَا، لأَنَّ هذَا مُوسَى الَّذِي أَخْرَجَنَا مِنْ أَرْضِ مِصْرَ لاَ نَعْلَمُ مَاذَا أَصَابَهُ.
εἰπόντες τῷ ; Ἀαρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς ἡμῶν· ; προπορεύσονται ; οἳ γὰρ οὗτος Μωϋσῆς ; ὁ ὃς ἐξήγαγεν ; ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν; αὐτῷ.
إِلهُ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ هذَا اخْتَارَ آبَاءَنَا، وَرَفَعَ الشَّعْبَ فِي الْغُرْبَةِ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَبِذِرَاعٍ مُرْتَفِعَةٍ أَخْرَجَهُمْ مِنْهَا.
ὁ ; θεὸς τοῦ ; λαοῦ Ἰσραὴλ τούτου ἐξελέξατο τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν καὶ ; ὕψωσεν τὸν ; λαὸν ἐν τῇ ; παροικίᾳ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ; μετὰ ; βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ἐξ ; αὐτῆς·
فَمَنْ هُمُ الَّذِينَ إِذْ سَمِعُوا أَسْخَطُوا. أَلَيْسَ جَمِيعُ الَّذِينَ خَرَجُوا مِنْ مِصْرَ بِوَاسِطَةِ مُوسَى.
τίνες ; γὰρ ἀκούσαντες παρεπίκραναν; ἀλλ᾽ ; οὐ πάντες οἱ ἐξελθόντες ἐξ Αἰγύπτου διὰ Μωϋσέως;
لاَ كَالْعَهْدِ الَّذِي عَمِلْتُهُ مَعَ آبَائِهِمْ يَوْمَ أَمْسَكْتُ بِيَدِهِمْ لأُخْرِجَهُمْ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، لأَنَّهُمْ لَمْ يَثْبُتُوا فِي عَهْدِي، وَأَنَا أَهْمَلْتُهُمْ، يَقُولُ الرَّبُّ.
οὐ κατὰ ; τὴν ; διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς ; πατράσιν ; αὐτῶν ἐν ; ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου ; μου τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν ἐξαγαγεῖν ; αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι ; αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ ; διαθήκῃ ; μου, κἀγὼ ἠμέλησα ; αὐτῶν, λέγει κύριος.
حَاسِبًا عَارَ الْمَسِيحِ غِنًى أَعْظَمَ مِنْ خَزَائِنِ مِصْرَ، لأَنَّهُ كَانَ يَنْظُرُ إِلَى الْمُجَازَاةِ.
ἡγησάμενος τὸν ; ὀνειδισμὸν τοῦ ; Χριστοῦ· πλοῦτον μείζονα τῶν θησαυρῶν ἐν ; Αἰγύπτῳ γὰρ ἀπέβλεπεν εἰς μισθαποδοσίαν.¶
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
فَأُرِيدُ أَنْ أُذَكِّرَكُمْ، عَلِمْتُمْ هذَا مَرَّةً، أَنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا خَلَّصَ الشَّعْبَ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، أَهْلَكَ الَّذِينَ لَمْ يُؤْمِنُوا.
βούλομαι, Ὑπομνῆσαι ; ὑμᾶς εἰδότας ἅπαξ ὅτι κύριος δεύτερον σώσας λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἀπώλεσεν. τοὺς μὴ πιστεύσαντας
وَتَكُونُ جُثَّتَاهُمَا عَلَى شَارِعِ الْمَدِينَةِ الْعَظِيمَةِ الَّتِي تُدْعَى رُوحِيًّا سَدُومَ وَمِصْرَ، حَيْثُ صُلِبَ رَبُّنَا أَيْضًا.
καὶ τὰ; πτῶματα; αὐτῶν ἐπὶ τῆς ; πλατείας τῆς ; πόλεως τῆς ; μεγάλης, ἥτις καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καὶ ; Αἴγυπτος, ὅπου ἐσταυρώθη. ὁ ; κύριος ; αὐτῶν καὶ