ك
إصحاح
G1185
G1186. déndron
G1187
المعنى المختصر للكلمة
déndron: a tree
اللفظ الأصلي δένδρον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق déndron (den-dron)
تكرار الورود في الكتاب 26 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

probably from (an oak);

المعنى والشرح المفصل

a tree

الإنجليزية — KJV Translation Tags
tree

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δένδρον (10×) τῶν ; δένδρων (5×) τὸ ; δένδρον (4×) ὅτι ; ὡς ; δένδρα (1×) τὰ ; δένδρα. (1×) τὰ ; δένδρα (1×) πᾶν ; δένδρον.¶ (1×) εἰς ; δένδρον (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (26 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
هكَذَا كُلُّ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تَصْنَعُ أَثْمَارًا جَيِّدَةً، وَأَمَّا الشَّجَرَةُ الرَّدِيَّةُ فَتَصْنَعُ أَثْمَارًا رَدِيَّةً،
οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖ, καρποὺς καλοὺς δὲ τὸ ; δένδρον σαπρὸν ποιεῖ. καρποὺς πονηροὺς
هكَذَا كُلُّ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تَصْنَعُ أَثْمَارًا جَيِّدَةً، وَأَمَّا الشَّجَرَةُ الرَّدِيَّةُ فَتَصْنَعُ أَثْمَارًا رَدِيَّةً،
οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖ, καρποὺς καλοὺς δὲ τὸ ; δένδρον σαπρὸν ποιεῖ. καρποὺς πονηροὺς
لاَ تَقْدِرُ شَجَرَةٌ جَيِّدَةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا رَدِيَّةً، وَلاَ شَجَرَةٌ رَدِيَّةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا جَيِّدَةً.
οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖν καρποὺς πονηροὺς οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιεῖν. καρποὺς καλοὺς
لاَ تَقْدِرُ شَجَرَةٌ جَيِّدَةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا رَدِيَّةً، وَلاَ شَجَرَةٌ رَدِيَّةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا جَيِّدَةً.
οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖν καρποὺς πονηροὺς οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιεῖν. καρποὺς καλοὺς
كُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
متى 12: 33 Mat.12.33
اِجْعَلُوا الشَّجَرَةَ جَيِّدَةً وَثَمَرَهَا جَيِّدًا، أَوِ اجْعَلُوا الشَّجَرَةَ رَدِيَّةً وَثَمَرَهَا رَدِيًّا، لأَنْ مِنَ الثَّمَرِ تُعْرَفُ الشَّجَرَةُ.
Ἢ ; ποιήσατε τὸ ; δένδρον καλὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ ; δένδρον σαπρὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ σαπρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; καρποῦ γινώσκεται. τὸ ; δένδρον
متى 12: 33 Mat.12.33
اِجْعَلُوا الشَّجَرَةَ جَيِّدَةً وَثَمَرَهَا جَيِّدًا، أَوِ اجْعَلُوا الشَّجَرَةَ رَدِيَّةً وَثَمَرَهَا رَدِيًّا، لأَنْ مِنَ الثَّمَرِ تُعْرَفُ الشَّجَرَةُ.
Ἢ ; ποιήσατε τὸ ; δένδρον καλὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ ; δένδρον σαπρὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ σαπρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; καρποῦ γινώσκεται. τὸ ; δένδρον
متى 12: 33 Mat.12.33
اِجْعَلُوا الشَّجَرَةَ جَيِّدَةً وَثَمَرَهَا جَيِّدًا، أَوِ اجْعَلُوا الشَّجَرَةَ رَدِيَّةً وَثَمَرَهَا رَدِيًّا، لأَنْ مِنَ الثَّمَرِ تُعْرَفُ الشَّجَرَةُ.
Ἢ ; ποιήσατε τὸ ; δένδρον καλὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ ; δένδρον σαπρὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ σαπρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; καρποῦ γινώσκεται. τὸ ; δένδρον
متى 13: 32 Mat.13.32
وَهِيَ أَصْغَرُ جَمِيعِ الْبُزُورِ. وَلكِنْ مَتَى نَمَتْ فَهِيَ أَكْبَرُ الْبُقُولِ، وَتَصِيرُ شَجَرَةً، حَتَّى إِنَّ طُيُورَ السَّمَاءِ تَأْتِي وَتَتَآوَى فِي أَغْصَانِهَا.
ὃ ; ἐστιν μικρότερον πάντων τῶν ; σπερμάτων, δὲ ὅταν αὐξηθῇ, μεῖζον ; ἐστὶν τῶν ; λαχάνων καὶ ; γίνεται δένδρον ὥστε τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐλθεῖν καὶ ; κατασκηνοῦν ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
وَالْجَمْعُ الأَكْثَرُ فَرَشُوا ثِيَابَهُمْ فِي الطَّرِيقِ. وَآخَرُونَ قَطَعُوا أَغْصَانًا مِنَ الشَّجَرِ وَفَرَشُوهَا فِي الطَّرِيقِ.
ὁ ; δὲ ; ὄχλος πλεῖστος ἔστρωσαν ἑαυτῶν ; τὰ ; ἱμάτια ἐν τῇ ; ὁδῷ, ἄλλοι ; δὲ ἔκοπτον κλάδους ἀπὸ τῶν ; δένδρων καὶ ; ἐστρώννυον ἐν τῇ ; ὁδῷ.
فَتَطَلَّعَ وَقَالَ: أُبْصِرُ النَّاسَ كَأَشْجَارٍ يَمْشُونَ.
ἀναβλέψας ; καὶ ἔλεγεν· βλέπω τοὺς ; ἀνθρώπους ὅτι ; ὡς ; δένδρα ὁρῶ ; περιπατοῦντας.
وَكَثِيرُونَ فَرَشُوا ثِيَابَهُمْ فِي الطَّرِيقِ. وَآخَرُونَ قَطَعُوا أَغْصَانًا مِنَ الشَّجَرِ وَفَرَشُوهَا فِي الطَّرِيقِ.
πολλοὶ ; δὲ ἔστρωσαν τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν εἰς τὴν ; ὁδόν, ἄλλοι δὲ ; ἔκοπτον στιβάδας ἐκ τῶν ; δένδρων καὶ ; ἐστρώννυον εἰς τὴν ; ὁδόν.
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
لأَنَّهُ مَا مِنْ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا رَدِيًّا، وَلاَ شَجَرَةٍ رَدِيَّةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا جَيِّدًا.
γάρ οὐ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·
لأَنَّهُ مَا مِنْ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا رَدِيًّا، وَلاَ شَجَرَةٍ رَدِيَّةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا جَيِّدًا.
γάρ οὐ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·
لأَنَّ كُلَّ شَجَرَةٍ تُعْرَفُ مِنْ ثَمَرِهَا. فَإِنَّهُمْ لاَ يَجْتَنُونَ مِنَ الشَّوْكِ تِينًا، وَلاَ يَقْطِفُونَ مِنَ الْعُلَّيْقِ عِنَبًا.
γὰρ ἕκαστον δένδρον γινώσκεται. ἐκ τοῦ ; ἰδίου ; καρποῦ γὰρ οὐ συλλέγουσιν ἐξ ἀκανθῶν σῦκα οὐδὲ τρυγῶσιν.¶ ἐκ βάτου σταφυλὴν
يُشْبِهُ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَأَلْقَاهَا فِي بُسْتَانِهِ، فَنَمَتْ وَصَارَتْ شَجَرَةً كَبِيرَةً، وَتَآوَتْ طُيُورُ السَّمَاءِ فِي أَغْصَانِهَا.
ὁμοία ; ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ; ἑαυτοῦ, καὶ ; ηὔξησεν καὶ ; ἐγένετο εἰς ; δένδρον μέγα, καὶ ; κατεσκήνωσεν τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
وَقَالَ لَهُمْ مَثَلاً: اُنْظُرُوا إِلَى شَجَرَةِ التِّينِ وَكُلِّ الأَشْجَارِ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· παραβολὴν ἴδετε τὴν ; συκῆν καὶ ; πάντα τὰ ; δένδρα.
هؤُلاَءِ صُخُورٌ فِي وَلاَئِمِكُمُ الْمَحَبِّيَّةِ، صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعًا بِلاَ خَوْفٍ، رَاعِينَ أَنْفُسَهُمْ. غُيُومٌ بِلاَ مَاءٍ تَحْمِلُهَا الرِّيَاحُ. أَشْجَارٌ خَرِيفِيَّةٌ بِلاَ ثَمَرٍ مَيِّتَةٌ مُضَاعَفًا، مُقْتَلَعَةٌ.
Οὗτοί σπιλάδες, ἐν ἀγάπαις συνευωχούμενοι, ἀφόβως ποιμαίνοντες· ἑαυτοὺς νεφέλαι ἄνυδροι, περιφερόμεναι ἀνέμων δένδρα φθινοπωρινὰ ἄκαρπα, ἀποθανόντα, δὶς ἐκριζωθέντα·
وَبَعْدَ هذَا رَأَيْتُ أَرْبَعَةَ مَلاَئِكَةٍ وَاقِفِينَ عَلَى أَرْبَعِ زَوَايَا الأَرْضِ، مُمْسِكِينَ أَرْبَعَ رِيَاحِ الأَرْضِ لِكَيْ لاَ تَهُبَّ رِيحٌ عَلَى الأَرْضِ، وَلاَ عَلَى الْبَحْرِ، وَلاَ عَلَى شَجَرَةٍ مَا.
Καὶ ; μετὰ ταῦτα εἶδον τέσσαρας ἀγγέλους ἑστῶτας ἐπὶ τὰς ; τέσσαρας γωνίας τῆς ; γῆς κρατοῦντας τέσσαρας τοὺς ; ἀνέμους τῆς ; γῆς ἵνα μὴ πνέῃ ἄνεμος ἐπὶ τῆς ; γῆς μήτε ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης μήτε ἐπὶ πᾶν ; δένδρον.¶
قَائِلاً: لاَ تَضُرُّوا الأَرْضَ وَلاَ الْبَحْرَ وَلاَ الأَشْجَارَ، حَتَّى نَخْتِمَ عَبِيدَ إِلهِنَا عَلَى جِبَاهِهِمْ.
λέγων· μὴ ἀδικήσητε τὴν ; γῆν μήτε τὴν ; θάλασσαν μήτε τὰ ; δένδρα ἄχρι ; οὗ σφραγίζωμεν τοὺς ; δούλους τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἐπὶ τῶν ; μετώπων ; αὐτῶν.¶
فَبَوَّقَ الْمَلاَكُ الأَوَّلُ، فَحَدَثَ بَرَدٌ وَنَارٌ مَخْلُوطَانِ بِدَمٍ، وَأُلْقِيَا إِلَى الأَرْضِ، فَاحْتَرَقَ ثُلْثُ الأَشْجَارِ، وَاحْتَرَقَ كُلُّ عُشْبٍ أَخْضَرَ.
Καὶ ; ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος πρῶτος καὶ ; ἐγένετο χάλαζα καὶ ; πῦρ μεμιγμένα ; ἐν αἵματι, καὶ ; ἐβλήθη εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; κατεκάη, τὸ ; τρίτον τῶν ; δένδρων καὶ ; κατεκάη.¶ πᾶς χόρτος χλωρὸς
وَقِيلَ لَهُ أَنْ لاَ يَضُرَّ عُشْبَ الأَرْضِ، وَلاَ شَيْئًا أَخْضَرَ وَلاَ شَجَرَةً مَا، إِلاَّ النَّاسَ فَقَطِ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ خَتْمُ اللهِ عَلَى جِبَاهِهِمْ.
καὶ ; ἐρρέθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀδικήσωσιν τὸν ; χόρτον τῆς ; γῆς οὐδὲ πᾶν χλωρὸν οὐδὲ δένδρον, πᾶν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἀνθρώπους μόνους οἵτινες οὐκ ἔχουσιν τὴν ; σφραγῖδα τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ τῶν ; μετώπων ; αὐτῶν.