ك
إصحاح
G769
G770. asthenéō
G771
المعنى المختصر للكلمة
asthenéō: to be feeble (in any sense)
اللفظ الأصلي ἀσθενέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق asthenéō (as-then-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 36 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to be feeble (in any sense)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be diseased impotent folk (man) (be) sick (be, be made) weak

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀσθενεῖ (3×) τοὺς ; ἀσθενοῦντας (3×) ὁ ; ἀσθενῶν (2×) ἠσθένει (2×) ἀσθενοῦντας (2×) ἀσθενοῦντα (2×) ἀσθενεῖ, (2×) ὁ ; ἀσθενῶν· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (36 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اِشْفُوا مَرْضَى. طَهِّرُوا بُرْصًا. أَقِيمُوا مَوْتَى. أَخْرِجُوا شَيَاطِينَ. مَجَّانًا أَخَذْتُمْ، مَجَّانًا أَعْطُوا.
θεραπεύετε, ἀσθενοῦντας καθαρίζετε, λεπροὺς ἐγείρετε, νεκροὺς ἐκβάλλετε· δαιμόνια δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.¶
متى 25: 36 Mat.25.36
عُرْيَانًا فَكَسَوْتُمُونِي. مَرِيضًا فَزُرْتُمُونِي. مَحْبُوسًا فَأَتَيْتُمْ إِلَيَّ.
γυμνὸς καὶ ; περιεβάλετέ ; με, ἠσθένησα καὶ ; ἐπεσκέψασθέ ; με, ἐν ; φυλακῇ ; ἤμην καὶ ; ἤλθατε πρός ; με.¶
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
وَعِنْدَ غُرُوبِ الشَّمْسِ، جَمِيعُ الَّذِينَ كَانَ عِنْدَهُمْ سُقَمَاءُ بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ قَدَّمُوهُمْ إِلَيْهِ، فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ وَشَفَاهُمْ.
Δύνοντος ; δὲ τοῦ ; ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον ; αὐτοὺς πρὸς ; αὐτόν· ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἑνὶ ; ἑκάστῳ αὐτῶν ὁ ; ἐθεράπευσεν; αὐτούς.
وَرَجَعَ الْمُرْسَلُونَ إِلَى الْبَيْتِ، فَوَجَدُوا الْعَبْدَ الْمَرِيضَ قَدْ صَحَّ.
καὶ ; ὑποστρέψαντες οἱ ; πεμφθέντες εἰς τὸν ; οἶκον εὗρον τὸν ; δοῦλον ἀσθενοῦντα ὑγιαίνοντα.¶
وَأَرْسَلَهُمْ لِيَكْرِزُوا بِمَلَكُوتِ اللهِ وَيَشْفُوا الْمَرْضَى.
καὶ ; ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἰᾶσθαι τοὺς ; ἀσθενοῦντας
فَجَاءَ يَسُوعُ أَيْضًا إِلَى قَانَا الْجَلِيلِ، حَيْثُ صَنَعَ الْمَاءَ خَمْرًا. وَكَانَ خَادِمٌ لِلْمَلِكِ ابْنُهُ مَرِيضٌ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
Ἦλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν εἰς τὴν ; Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησεν τὸ ; ὕδωρ οἶνον. καὶ ; ἦν τις ; βασιλικὸς οὗ ; ὁ ; υἱὸς ἠσθένει ἐν Καφαρναούμ.
فِي هذِهِ كَانَ مُضْطَجِعًا جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنْ مَرْضَى وَعُمْيٍ وَعُرْجٍ وَعُسْمٍ، يَتَوَقَّعُونَ تَحْرِيكَ الْمَاءِ.
ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν ἐκδεχομένων τὴν ; κίνησιν. τοῦ ; ὕδατος
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
وَتَبِعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ لأَنَّهُمْ أَبْصَرُوا آيَاتِهِ الَّتِي كَانَ يَصْنَعُهَا فِي الْمَرْضَى.
καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ; ἀσθενούντων.
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
وَكَانَتْ مَرْيَمُ، الَّتِي كَانَ لِعَازَرُ أَخُوهَا مَرِيضًا، هِيَ الَّتِي دَهَنَتِ الرَّبَّ بِطِيبٍ، وَمَسَحَتْ رِجْلَيْهِ بِشَعْرِهَا.
ἦν ; δὲ Μαριὰμ ἧς Λάζαρος ὁ ; ἀδελφὸς ἠσθένει. ἡ ἀλείψασα τὸν ; κύριον μύρῳ καὶ ; ἐκμάξασα τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς,
فَأَرْسَلَتِ الأُخْتَانِ إِلَيْهِ قَائِلَتَيْنِ: يَا سَيِّدُ، هُوَذَا الَّذِي تُحِبُّهُ مَرِيضٌ.
ἀπέστειλαν ; οὖν αἱ ; ἀδελφαὶ πρὸς ; αὐτὸν λέγουσαι· κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.¶
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ مَرِيضٌ مَكَثَ حِينَئِذٍ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي كَانَ فِيهِ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν τότε ἐν τόπῳ ᾧ ἦν δύο ; ἡμέρας.
وَحَدَثَ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ أَنَّهَا مَرِضَتْ وَمَاتَتْ، فَغَسَّلُوهَا وَوَضَعُوهَا فِي عِلِّيَّةٍ.
ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις αὐτὴν ἀσθενήσασαν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ ; ἔθηκαν ; αὐτὴν ἐν ὑπερῴῳ.
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
فِي كُلِّ شَيْءٍ أَرَيْتُكُمْ أَنَّهُ هكَذَا يَنْبَغِي أَنَّكُمْ تَتْعَبُونَ وَتَعْضُدُونَ الضُّعَفَاءَ، مُتَذَكِّرِينَ كَلِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ أَنَّهُ قَالَ: مَغْبُوطٌ هُوَ الْعَطَاءُ أَكْثَرُ مِنَ الأَخْذِ.
πάντα ὑπέδειξα ; ὑμῖν ὅτι οὕτως δεῖ κοπιῶντας ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ; ἀσθενούντων, μνημονεύειν τῶν ; λόγων τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι ; αὐτὸς εἶπεν· μακάριόν ἐστιν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν.
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ ضَعِيفًا فِي الإِيمَانِ لَمْ يَعْتَبِرْ جَسَدَهُ وَهُوَ قَدْ صَارَ مُمَاتًا، إِذْ كَانَ ابْنَ نَحْوِ مِئَةِ سَنَةٍ وَلاَ مُمَاتِيَّةَ مُسْتَوْدَعِ سَارَةَ.
καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει οὐ κατενόησεν τὸ ; ἑαυτοῦ ; σῶμα ἤδη νενεκρωμένον, ὑπάρχων, που ἑκατονταετής καὶ τὴν ; νέκρωσιν μήτρας Σάρρας,
لأَنَّهُ النَّامُوسُ عَاجِزًا عَنْهُ، فِي مَا كَانَ ضَعِيفًا بِالْجَسَدِ، فَاللهُ إِذْ أَرْسَلَ ابْنَهُ فِي شِبْهِ جَسَدِ الْخَطِيَّةِ، وَلأَجْلِ الْخَطِيَّةِ، دَانَ الْخَطِيَّةَ فِي الْجَسَدِ،
γὰρ τοῦ ; νόμου, τὸ ; ἀδύνατον ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ ; τῆς ; σαρκός, ὁ ; θεὸς πέμψας τὸν ; ἑαυτοῦ ; υἱὸν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ ; περὶ ἁμαρτίας κατέκρινεν τὴν ; ἁμαρτίαν ἐν τῇ ; σαρκί,
وَمَنْ هُوَ ضَعِيفٌ فِي الإِيمَانِ فَاقْبَلُوهُ، لاَ لِمُحَاكَمَةِ الأَفْكَارِ.
Τὸν ; δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε μὴ εἰς ; διακρίσεις διαλογισμῶν.
وَاحِدٌ يُؤْمِنُ أَنْ يَأْكُلَ كُلَّ شَيْءٍ، وَأَمَّا الضَّعِيفُ فَيَأْكُلُ بُقُولاً.
μὲν ; ὃς πιστεύει φαγεῖν πάντα, δὲ ὁ ; ἀσθενῶν ἐσθίει. λάχανα
حَسَنٌ أَنْ لاَ تَأْكُلَ لَحْمًا وَلاَ تَشْرَبَ خَمْرًا وَلاَ شَيْئًا يَصْطَدِمُ بِهِ أَخُوكَ أَوْ يَعْثُرُ أَوْ يَضْعُفُ.
καλὸν μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ προσκόπτει ἐν ; ᾧ ὁ ; ἀδελφός ; σου ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ
وَلكِنِ انْظُرُوا لِئَلاَّ يَصِيرَ سُلْطَانُكُمْ هذَا مَعْثَرَةً لِلضُّعَفَاءِ.
δὲ βλέπετε μή γένηται ἡ ; ἐξουσία ; ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα τοῖς ; ἀσθενοῦσιν
فَيَهْلِكَ بِسَبَبِ عِلْمِكَ الأَخُ الضَّعِيفُ الَّذِي مَاتَ الْمَسِيحُ مِنْ أَجْلِهِ.
ἀπολεῖται ἐπὶ τῇ ; σῇ ; γνώσει, ἀδελφὸς ὁ ; ἀσθενῶν ἀπέθανεν. Χριστὸς δι᾽ ; ὃν
وَهكَذَا إِذْ تُخْطِئُونَ إِلَى الإِخْوَةِ وَتَجْرَحُونَ ضَمِيرَهُمُ الضَّعِيفَ، تُخْطِئُونَ إِلَى الْمَسِيحِ.
οὕτως δὲ ; ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ ; τύπτοντες αὐτῶν ; τὴν ; συνείδησιν ἀσθενοῦσαν, ἁμαρτάνετε. εἰς Χριστὸν
عَلَى سَبِيلِ الْهَوَانِ أَقُولُ: كَيْفَ أَنَّنَا كُنَّا ضُعَفَاءَ. وَلكِنَّ الَّذِي يَجْتَرِئُ فِيهِ أَحَدٌ، أَقُولُ فِي غَبَاوَةٍ: أَنَا أَيْضًا أَجْتَرِئُ فِيهِ.
κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ; ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν δ᾽ ; ἄν ἐν ; ᾧ τολμᾷ, τις λέγω, ἐν ἀφροσύνῃ κἀγώ. τολμῶ
مَنْ يَضْعُفُ وَأَنَا لاَ أَضْعُفُ. مَنْ يَعْثُرُ وَأَنَا لاَ أَلْتَهِبُ.
τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ ; πυροῦμαι;
مَنْ يَضْعُفُ وَأَنَا لاَ أَضْعُفُ. مَنْ يَعْثُرُ وَأَنَا لاَ أَلْتَهِبُ.
τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ ; πυροῦμαι;
لِذلِكَ أُسَرُّ بِالضَّعَفَاتِ وَالشَّتَائِمِ وَالضَّرُورَاتِ وَالاضْطِهَادَاتِ وَالضِّيقَاتِ لأَجْلِ الْمَسِيحِ. لأَنِّي حِينَمَا أَنَا ضَعِيفٌ فَحِينَئِذٍ أَنَا قَوِيٌّ.
διὸ εὐδοκῶ ἐν ; ἀσθενείαις, ἐν ; ὕβρεσιν, ἐν ; ἀνάγκαις, ἐν ; διωγμοῖς ἐν; στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· γὰρ ὅταν ἀσθενῶ τότε εἰμι.¶ δυνατός
إِذْ أَنْتُمْ تَطْلُبُونَ بُرْهَانَ الْمَسِيحِ الْمُتَكَلِّمِ فِيَّ، الَّذِي لَيْسَ ضَعِيفًا لَكُمْ بَلْ قَوِيٌّ فِيكُمْ.
ἐπεὶ ζητεῖτε δοκιμὴν Χριστοῦ τοῦ ; λαλοῦντος ἐν ; ἐμοὶ ὃς οὐκ ἀσθενεῖ εἰς ; ὑμᾶς ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ; ὑμῖν.