ك
إصحاح
G768
G769. asthéneia
G770
المعنى المختصر للكلمة
asthéneia: feebleness (of mind or body)
اللفظ الأصلي ἀσθένεια
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق asthéneia (as-then-i-ah)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 feebleness (of mind or body)
2 by implication, malady
3 morally, frailty
الإنجليزية — KJV Translation Tags
disease infirmity sickness weakness

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀσθενείας (3×) ἀσθενείᾳ (2×) ἡ ; ἀσθένεια (1×) ἐν ; ἀσθενείαις, (1×) ἐν ; τῇ ; ἀσθενείᾳ (1×) ἀσθένειαν· (1×) ἀσθένειαν, (1×) ἀσθενείᾳ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَانَ بِهَا رُوحُ ضَعْفٍ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ مُنْحَنِيَةً وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تَنْتَصِبَ الْبَتَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἦν ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ ἔτη καὶ ; ἦν συγκύπτουσα καὶ ; μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς ; τὸ ; παντελές.
وَكَانَ هُنَاكَ إِنْسَانٌ بِهِ مَرَضٌ مُنْذُ ثَمَانٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً.
Ἦν ; δέ ἐκεῖ τις ; ἄνθρωπος αὐτοῦ. ἐν ; τῇ ; ἀσθενείᾳ ἔχων ὀκτὼ τριάκοντα ἔτη
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
فَلَمَّا صَارَ هذَا، كَانَ الْبَاقُونَ الَّذِينَ بِهِمْ أَمْرَاضٌ فِي الْجَزِيرَةِ يَأْتُونَ وَيُشْفَوْنَ.
οὖν γενομένου Τούτου καὶ ; οἱ ; λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενείας ἐν τῇ ; νήσῳ προσήρχοντο καὶ ; ἐθεραπεύοντο·
أَتَكَلَّمُ إِنْسَانِيًّا مِنْ أَجْلِ ضَعْفِ جَسَدِكُمْ. لأَنَّهُ كَمَا قَدَّمْتُمْ أَعْضَاءَكُمْ عَبِيدًا لِلنَّجَاسَةِ وَالإِثْمِ لِلإِثْمِ، هكَذَا الآنَ قَدِّمُوا أَعْضَاءَكُمْ عَبِيدًا لِلْبِرِّ لِلْقَدَاسَةِ.
λέγω Ἀνθρώπινον διὰ τὴν ; ἀσθένειαν τῆς ; σαρκὸς ; ὑμῶν. γὰρ ὥσπερ παρεστήσατε τὰ ; μέλη ; ὑμῶν δοῦλα τῇ ; ἀκαθαρσίᾳ καὶ ; τῇ ; ἀνομίᾳ εἰς ; τὴν ; ἀνομίαν, οὕτως νῦν παραστήσατε τὰ ; μέλη ; ὑμῶν δοῦλα δικαιοσύνῃ εἰς ; ἁγιασμόν.
وَأَنَا كُنْتُ عِنْدَكُمْ فِي ضَعْفٍ، وَخَوْفٍ، وَرِعْدَةٍ كَثِيرَةٍ.
κἀγὼ ἐγενόμην πρὸς ; ὑμᾶς· ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ; ἐν ; φόβῳ καὶ ; ἐν ; τρόμῳ πολλῷ
يُزْرَعُ فِي هَوَانٍ وَيُقَامُ فِي مَجْدٍ. يُزْرَعُ فِي ضَعْفٍ وَيُقَامُ فِي قُوَّةٍ.
σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει·
فَقَالَ لِي: تَكْفِيكَ نِعْمَتِي، لأَنَّ قُوَّتِي فِي الضَّعْفِ تُكْمَلُ. فَبِكُلِّ سُرُورٍ أَفْتَخِرُ بِالْحَرِيِّ فِي ضَعَفَاتِي، لِكَيْ تَحِلَّ عَلَيَّ قُوَّةُ الْمَسِيحِ.
καὶ ; εἴρηκέν μοι· ἀρκεῖ ; σοι ἡ ; χάρις ; μου· γὰρ ἡ ; δύναμις ; μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται ἥδιστα ; οὖν καυχήσομαι μᾶλλον ἐν ταῖς ; ἀσθενείαις ; μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ἡ ; δύναμις τοῦ ; Χριστοῦ.
لِذلِكَ أُسَرُّ بِالضَّعَفَاتِ وَالشَّتَائِمِ وَالضَّرُورَاتِ وَالاضْطِهَادَاتِ وَالضِّيقَاتِ لأَجْلِ الْمَسِيحِ. لأَنِّي حِينَمَا أَنَا ضَعِيفٌ فَحِينَئِذٍ أَنَا قَوِيٌّ.
διὸ εὐδοκῶ ἐν ; ἀσθενείαις, ἐν ; ὕβρεσιν, ἐν ; ἀνάγκαις, ἐν ; διωγμοῖς ἐν; στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· γὰρ ὅταν ἀσθενῶ τότε εἰμι.¶ δυνατός
لأَنَّهُ وَإِنْ كَانَ قَدْ صُلِبَ مِنْ ضَعْفٍ، لكِنَّهُ حَيٌّ بِقُوَّةِ اللهِ. فَنَحْنُ أَيْضًا ضُعَفَاءُ فِيهِ، لكِنَّنَا سَنَحْيَا مَعَهُ بِقُوَّةِ اللهِ مِنْ جِهَتِكُمْ.
καὶ ; γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας ἀλλὰ ζῇ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ· γὰρ ; ἡμεῖς καὶ ἀσθενοῦμεν ἐν ; αὐτῷ ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν ; αὐτῷ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ εἰς ὑμᾶς.¶
وَلكِنَّكُمْ تَعْلَمُونَ أَنِّي بِضَعْفِ الْجَسَدِ بَشَّرْتُكُمْ فِي الأَوَّلِ.
δὲ οἴδατε ὅτι δι᾽ ; ἀσθένειαν τῆς ; σαρκὸς εὐηγγελισάμην ; ὑμῖν τὸ πρότερον,
لاَ تَكُنْ فِي مَا بَعْدُ شَرَّابَ مَاءٍ، بَلِ اسْتَعْمِلْ خَمْرًا قَلِيلاً مِنْ أَجْلِ مَعِدَتِكَ وَأَسْقَامِكَ الْكَثِيرَةِ.
μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ᾽ χρῶ οἴνῳ ὀλίγῳ διὰ τὸν ; στόμαχον ; σου καὶ ; τὰς ; σου ; ἀσθενείας. πυκνάς
قَادِرًا أَنْ يَتَرَفَّقَ بِالْجُهَّالِ وَالضَّالِّينَ، إِذْ هُوَ أَيْضًا مُحَاطٌ بِالضَّعْفِ.
δυνάμενος μετριοπαθεῖν τοῖς ; ἀγνοοῦσιν καὶ ; πλανωμένοις, ἐπεὶ αὐτὸς καὶ περίκειται ἀσθένειαν·
فَإِنَّ النَّامُوسَ يُقِيمُ أُنَاسًا بِهِمْ ضَعْفٌ رُؤَسَاءَ كَهَنَةٍ. وَأَمَّا كَلِمَةُ الْقَسَمِ الَّتِي بَعْدَ النَّامُوسِ فَتُقِيمُ ابْنًا مُكَمَّلاً إِلَى الأَبَدِ.
γὰρ ὁ ; νόμος καθίστησιν ἀνθρώπους ἔχοντας ἀσθένειαν, ἀρχιερεῖς δὲ ὁ ; λόγος τῆς ; ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν ; νόμον υἱὸν τετελειωμένον.¶ εἰς τὸν ; αἰῶνα
أَطْفَأُوا قُوَّةَ النَّارِ، نَجَوْا مِنْ حَدِّ السَّيْفِ، تَقَوَّوْا مِنْ ضُعْفٍ، صَارُوا أَشِدَّاءَ فِي الْحَرْبِ، هَزَمُوا جُيُوشَ غُرَبَاءَ،
ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρης, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, ἔκλιναν παρεμβολὰς ἀλλοτρίων.