ك
إصحاح
G651
G652. apóstolos
G653
المعنى المختصر للكلمة
apóstolos: a delegate
اللفظ الأصلي ἀπόστολος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apóstolos (ap-os-tol-os)
تكرار الورود في الكتاب 79 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a delegate
2 specially, an ambassador of the Gospel
3 officially a commissioner of Christ ("apostle") (with miraculous powers)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
apostle messenger he that is sent

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπόστολος (11×) τῶν ; ἀποστόλων (10×) οἱ ; ἀπόστολοι (8×) τοὺς ; ἀποστόλους (6×) ἀπόστολος, (3×) ἀπόστολοι (3×) ἀποστόλων (3×) ἀποστόλους (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (79 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَسْمَاءُ الاثْنَيْ عَشَرَ رَسُولاً فَهِيَ هذِهِ: اَلأَوَّلُ سِمْعَانُ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسُ أَخُوهُ. يَعْقُوبُ بْنُ زَبْدِي، وَيُوحَنَّا أَخُوهُ.
δὲ τὰ ; ὀνόματά Τῶν ; δώδεκα ἀποστόλων ἐστιν ταῦτα·¶ Πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ ; Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννης ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ,
وَاجْتَمَعَ الرُّسُلُ إِلَى يَسُوعَ وَأَخْبَرُوهُ بِكُلِّ شَيْءٍ، كُلِّ مَا فَعَلُوا وَكُلِّ مَا عَلَّمُوا.
Καὶ ; συνάγονται οἱ ; ἀπόστολοι πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν αὐτῷ ; ἀπήγγειλαν πάντα καὶ ; ὅσα ἐποίησαν καὶ ; ὅσα ἐδίδαξαν.
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ دَعَا تَلاَمِيذَهُ، وَاخْتَارَ مِنْهُمُ اثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِينَ سَمَّاهُمْ أَيْضًا رُسُلاً:
καὶ ; ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐκλεξάμενος ἀπ᾽ ; αὐτῶν δώδεκα οὓς ὠνόμασεν· καὶ ἀποστόλους
وَلَمَّا رَجَعَ الرُّسُلُ أَخْبَرُوهُ بِجَمِيعِ مَا فَعَلُوا، فَأَخَذَهُمْ وَانْصَرَفَ مُنْفَرِدًا إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ لِمَدِينَةٍ تُسَمَّى بَيْتَ صَيْدَا.
Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ; ἀπόστολοι διηγήσαντο ; αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ ; παραλαβὼν ; αὐτοὺς ὑπεχώρησεν κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.
لِذلِكَ أَيْضًا قَالَتْ حِكْمَةُ اللهِ: إِنِّي أُرْسِلُ إِلَيْهِمْ أَنْبِيَاءَ وَرُسُلاً، فَيَقْتُلُونَ مِنْهُمْ وَيَطْرُدُونَ
διὰ ; τοῦτο καὶ εἶπεν· ἡ ; σοφία τοῦ ; θεοῦ ἀποστελῶ εἰς ; αὐτοὺς προφήτας καὶ ; ἀποστόλους. καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; ἐκδιώξουσιν
فَقَالَ الرُّسُلُ لِلرَّبِّ: زِدْ إِيمَانَنَا..
Καὶ ; εἶπαν οἱ ; ἀπόστολοι τῷ ; κυρίῳ· πρόσθες ; ἡμῖν ἡμῖν ; πίστιν.
وَلَمَّا كَانَتِ السَّاعَةُ اتَّكَأَ وَالاثْنَا عَشَرَ رَسُولاً مَعَهُ،
καὶ ; ὅτε ἐγένετο ἡ ; ὥρα, ἀνέπεσεν καὶ ; οἱ ; δώδεκα ἀπόστολοι σὺν ; αὐτῷ.
وَكَانَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَيُوَنَّا وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَالْبَاقِيَاتُ مَعَهُنَّ، اللَّوَاتِي قُلْنَ هذَا لِلرُّسُلِ.
ἦσαν ; δὲ ἡ ; Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ ; Ἰωάννα καὶ ; Μαρία ἡ Ἰακώβου καὶ ; αἱ ; λοιπαὶ σὺν ; αὐταῖς· αἳ ἔλεγον ταῦτα, πρὸς ; τοὺς ; ἀποστόλους
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ، وَلاَ رَسُولٌ أَعْظَمَ مِنْ مُرْسِلِهِ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἔστιν οὐκ δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ ; πέμψαντος ; αὐτόν.
إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ، بَعْدَ مَا أَوْصَى بِالرُّوحِ الْقُدُسِ الرُّسُلَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ.
ἄχρι ἧς ; ἡμέρας ἀνελήμφθη. ἐντειλάμενος διὰ ; πνεύματος ἁγίου τοῖς ; ἀποστόλοις οὓς ἐξελέξατο
ثُمَّ أَلْقَوْا قُرْعَتَهُمْ، فَوَقَعَتِ الْقُرْعَةُ عَلَى مَتِّيَاسَ، فَحُسِبَ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ رَسُولاً.
καὶ ἔδωκαν κλήρους ; αὐτῶν καὶ ; ἔπεσεν ὁ ; κλῆρος ἐπὶ Μαθθίαν καὶ ; συγκατεψηφίσθη μετὰ τῶν ; ἕνδεκα ἀποστόλων.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا نُخِسُوا فِي قُلُوبِهِمْ، وَقَالُوا لِبُطْرُسَ وَلِسَائِرَ الرُّسُلِ: مَاذَا نَصْنَعُ أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ.
δὲ Ἀκούσαντες κατενύγησαν τῇ; καρδίᾳ εἶπόν ; τε πρὸς ; τὸν ; Πέτρον καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν ἄνδρες ἀδελφοί;
وَكَانُوا يُواظِبُونَ عَلَى تَعْلِيمِ الرُّسُلِ، وَالشَّرِكَةِ، وَكَسْرِ الْخُبْزِ، وَالصَّلَوَاتِ.
Ἦσαν ; δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῇ ; κοινωνίᾳ, καὶ ; τῇ ; κλάσει τοῦ ; ἄρτου καὶ ; ταῖς ; προσευχαῖς.
وَصَارَ خَوْفٌ فِي كُلِّ نَفْسٍ. وَكَانَتْ عَجَائِبُ وَآيَاتٌ كَثِيرَةٌ تُجْرَى عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ.
Ἐγένετο; δὲ φόβος, πάσῃ ψυχῇ τε τέρατα καὶ ; σημεῖα πολλά ἐγίνετο. διὰ τῶν ; ἀποστόλων
وَبِقُوَّةٍ عَظِيمَةٍ كَانَ الرُّسُلُ يُؤَدُّونَ الشَّهَادَةَ بِقِيَامَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَنِعْمَةٌ عَظِيمَةٌ كَانَتْ عَلَى جَمِيعِهِمْ،
καὶ ; δυνάμει μεγάλῃ οἱ ; ἀπόστολοι ἀπεδίδουν τὸ ; μαρτύριον ἀναστάσεως ; τῆς τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, χάρις ; τε μεγάλη ἦν ἐπὶ αὐτούς. ; πάντας
وَيَضَعُونَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ، فَكَانَ يُوزَّعُ عَلَى كُلِّ أَحَدٍ كَمَا يَكُونُ لَهُ احْتِيَاجٌ.
ἐτίθουν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων, δὲ διεδίδετο ἑκάστῳ τις καθότι ἄν εἶχεν.¶ χρείαν
وَيُوسُفُ الَّذِي دُعِيَ مِنَ الرُّسُلِ بَرْنَابَا، الَّذِي يُتَرْجَمُ ابْنَ الْوَعْظِ، وَهُوَ لاَوِيٌّ قُبْرُسِيُّ الْجِنْسِ،
Ἰωσῆς; δὲ ὁ ; ἐπικληθεὶς ὑπὸ τῶν ; ἀποστόλων Βαρναβᾶς ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως, Λευίτης, Κύπριος τῷ ; γένει,
إِذْ كَانَ لَهُ حَقْلٌ بَاعَهُ، وَأَتَى بِالدَّرَاهِمِ وَوَضَعَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ.
ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκεν τὸ ; χρῆμα καὶ ; ἔθηκεν παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων.¶
وَاخْتَلَسَ مِنَ الثَّمَنِ، وَامْرَأَتُهُ لَهَا خَبَرُ ذلِكَ، وَأَتَى بِجُزْءٍ وَوَضَعَهُ عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ.
καὶ ; ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς ; τιμῆς, καὶ ; τῆς ; γυναικός ; αὐτοῦ, συνειδυίης ἐνέγκας μέρος ; τι ἔθηκεν.¶ παρὰ πόδας ; τοὺς τῶν ; ἀποστόλων
وَجَرَتْ عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ آيَاتٌ وَعَجَائِبُ كَثِيرَةٌ فِي الشَّعْبِ. وَكَانَ الْجَمِيعُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ فِي رِوَاقِ سُلَيْمَانَ.
δὲ ; ἐγένετο Διὰ τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων σημεῖα καὶ ; τέρατα πολλὰ ἐν τῷ ; λαῷ· καὶ ; ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῇ ; στοᾷ Σολομῶντος·
فَأَلْقَوْا أَيْدِيَهُمْ عَلَى الرُّسُلِ وَوَضَعُوهُمْ فِي حَبْسِ الْعَامَّةِ.
καὶ ; ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; ἔθεντο ; αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ.¶
فَأَجَابَ بُطْرُسُ وَالرُّسُلُ وَقَالُوا: يَنْبَغِي أَنْ يُطَاعَ اللهُ أَكْثَرَ مِنَ النَّاسِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Πέτρος καὶ ; οἱ ; ἀπόστολοι εἶπαν· δεῖ πειθαρχεῖν θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.
فَقَامَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ فَرِّيسِيٌّ اسْمُهُ غَمَالاَئِيلُ، مُعَلِّمٌ لِلنَّامُوسِ، مُكَرَّمٌ عِنْدَ جَمِيعِ الشَّعْبِ، وَأَمَرَ أَنْ يُخْرَجَ الرُّسُلُ قَلِيلاً.
Ἀναστὰς ; δέ ἐν τῷ ; συνεδρίῳ τις Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ ; λαῷ, ἐκέλευσεν ποιῆσαι, ; ἔξω τοὺς ; ἀποστόλους βραχὺ
اَلَّذِينَ أَقَامُوهُمْ أَمَامَ الرُّسُلِ، فَصَلُّوا وَوَضَعُوا عَلَيْهِمِ الأَيَادِيَ.
οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ; ἀποστόλων, καὶ ; προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας.¶
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
وَلَمَّا سَمِعَ الرُّسُلُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ أَنَّ السَّامِرَةَ قَدْ قَبِلَتْ كَلِمَةَ اللهِ، أَرْسَلُوا إِلَيْهِمْ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا،
Ἀκούσαντες ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι ἐν Ἱεροσολύμοις ὅτι ἡ ; Σαμάρεια δέδεκται τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς ; αὐτοὺς τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην·
وَلَمَّا رَأَى سِيمُونُ أَنَّهُ بِوَضْعِ أَيْدِي الرُّسُلِ يُعْطَى الرُّوحُ الْقُدُسُ قَدَّمَ لَهُمَا دَرَاهِمَ
δὲ Θεασάμενος ὁ ; Σίμων ὅτι διὰ ; τῆς ; ἐπιθέσεως τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων δίδοται τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα
فَأَخَذَهُ بَرْنَابَا وَأَحْضَرَهُ إِلَى الرُّسُلِ، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَبْصَرَ الرَّبَّ فِي الطَّرِيقِ وَأَنَّهُ كَلَّمَهُ، وَكَيْفَ جَاهَرَ فِي دِمَشْقَ بِاسْمِ يَسُوعَ.
δὲ ; ἐπιλαβόμενος ; αὐτὸν Βαρναβᾶς ἤγαγεν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς εἶδεν τὸν ; κύριον ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὅτι ἐλάλησεν ; αὐτῷ καὶ ; πῶς ἐπαρρησιάσατο ἐν Δαμασκῷ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَسَمِعَ الرُّسُلُ وَالإِخْوَةُ الَّذِينَ كَانُوا فِي الْيَهُودِيَّةِ أَنَّ الأُمَمَ أَيْضًا قَبِلُوا كَلِمَةَ اللهِ.
Ἤκουσαν ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν ; Ἰουδαίαν ὅτι τὰ ; ἔθνη καὶ ἐδέξαντο τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
فَانْشَقَّ جُمْهُورُ الْمَدِينَةِ، فَكَانَ بَعْضُهُمْ مَعَ الْيَهُودِ، وَبَعْضُهُمْ مَعَ الرَّسُولَيْنِ.
ἐσχίσθη ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἦσαν οἱ ; μὲν σὺν τοῖς ; Ἰουδαίοις, οἱ ; δὲ σὺν τοῖς ; ἀποστόλοις.