ك
إصحاح
G5090
G5091. timáō
G5092
المعنى المختصر للكلمة
timáō: to prize, i.e. fix a valuation upon
اللفظ الأصلي τιμάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق timáō (tim-ah-o)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to prize, i.e. fix a valuation upon
2 by implication, to revere
الإنجليزية — KJV Translation Tags
honour value

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τίμα (7×) τιμῶσιν (2×) ἐτιμήσαντο (1×) τοῦ ; τετιμημένου, (1×) τιμῶν (1×) τιμῶ (1×) τιμᾷ (1×) τιμᾶτε.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنَّ اللهَ أَوْصَى قَائِلاً: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمْ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ ὁ ; θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν ; πατέρα ; σοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: مَنْ قَالَ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي. فَلاَ يُكْرِمُ أَبَاهُ أَوْ أُمَّهُ.
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ὃς ; ἂν εἴπῃ τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· δῶρον ὃ ἐὰν ; ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ καὶ ; οὐ ; μὴ τιμήσῃ τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ ἢ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ,
يَقْتَرِبُ إِلَيَّ هذَا الشَّعْبُ بِفَمِهِ، وَيُكْرِمُني بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا.
Ἐγγίζει μοι οὗτος Ὁ ; λαὸς τῷ ; στόματι ; αὐτῶν καὶ ; με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
متى 19: 19 Mat.19.19
أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَأَحِبَّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ.
τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σεαυτόν.¶
حِينَئِذٍ تَمَّ مَا قِيلَ بِإِرْمِيَا النَّبِيِّ الْقَائِلِ: وَأَخَذُوا الثَّلاَثِينَ مِنَ الْفِضَّةِ، ثَمَنَ الْمُثَمَّنِ الَّذِي ثَمَّنُوهُ مِنْ بَني إِسْرَائِيلَ،
Τότε ἐπληρώθη τὸ ; ῥηθὲν διὰ ; Ἰερεμίου προφήτου ; τοῦ λέγοντος· καὶ ; ἔλαβον τὰ ; τριάκοντα ἀργύρια, τιμὴν ; τὴν τοῦ ; τετιμημένου, ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ,
حِينَئِذٍ تَمَّ مَا قِيلَ بِإِرْمِيَا النَّبِيِّ الْقَائِلِ: وَأَخَذُوا الثَّلاَثِينَ مِنَ الْفِضَّةِ، ثَمَنَ الْمُثَمَّنِ الَّذِي ثَمَّنُوهُ مِنْ بَني إِسْرَائِيلَ،
Τότε ἐπληρώθη τὸ ; ῥηθὲν διὰ ; Ἰερεμίου προφήτου ; τοῦ λέγοντος· καὶ ; ἔλαβον τὰ ; τριάκοντα ἀργύρια, τιμὴν ; τὴν τοῦ ; τετιμημένου, ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ,
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: حَسَنًا تَنَبَّأَ إِشَعْيَاءُ عَنْكُمْ أَنْتُمُ الْمُرَائِينَ. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هذَا الشَّعْبُ يُكْرِمُنِي بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا،
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς καλῶς ἐπροφήτευσεν Ἠσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ; ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται οὗτος ὁ ; λαὸς με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
أَنْتَ تَعْرِفُ الْوَصَايَا: لاَ تَزْنِ. لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ. لاَ تَسْلُبْ. أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ.
οἶδας· τὰς ; ἐντολὰς μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς, τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα.
أَنْتَ تَعْرِفُ الْوَصَايَا: لاَ تَزْنِ. لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ. أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ.
οἶδας· τὰς ; ἐντολὰς μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου.
لِكَيْ يُكْرِمَ الْجَمِيعُ الابْنَ كَمَا يُكْرِمُونَ الآبَ. مَنْ لاَ يُكْرِمُ الابْنَ لاَ يُكْرِمُ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَهُ.
ἵνα τιμῶσιν πάντες τὸν ; υἱὸν καθὼς τιμῶσιν τὸν ; πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν ; υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν ; πατέρα τὸν πέμψαντα ; αὐτόν.¶
لِكَيْ يُكْرِمَ الْجَمِيعُ الابْنَ كَمَا يُكْرِمُونَ الآبَ. مَنْ لاَ يُكْرِمُ الابْنَ لاَ يُكْرِمُ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَهُ.
ἵνα τιμῶσιν πάντες τὸν ; υἱὸν καθὼς τιμῶσιν τὸν ; πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν ; υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν ; πατέρα τὸν πέμψαντα ; αὐτόν.¶
لِكَيْ يُكْرِمَ الْجَمِيعُ الابْنَ كَمَا يُكْرِمُونَ الآبَ. مَنْ لاَ يُكْرِمُ الابْنَ لاَ يُكْرِمُ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَهُ.
ἵνα τιμῶσιν πάντες τὸν ; υἱὸν καθὼς τιμῶσιν τὸν ; πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν ; υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν ; πατέρα τὸν πέμψαντα ; αὐτόν.¶
لِكَيْ يُكْرِمَ الْجَمِيعُ الابْنَ كَمَا يُكْرِمُونَ الآبَ. مَنْ لاَ يُكْرِمُ الابْنَ لاَ يُكْرِمُ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَهُ.
ἵνα τιμῶσιν πάντες τὸν ; υἱὸν καθὼς τιμῶσιν τὸν ; πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν ; υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν ; πατέρα τὸν πέμψαντα ; αὐτόν.¶
أَجَابَ يَسُوعُ: أَنَا لَيْسَ بِي شَيْطَانٌ، لكِنِّي أُكْرِمُ أَبِي وَأَنْتُمْ تُهِينُونَنِي.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ οὐκ ἔχω, δαιμόνιον ἀλλὰ τιμῶ τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; ὑμεῖς ἀτιμάζετέ ; με.
أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، الَّتِي هِيَ أَوَّلُ وَصِيَّةٍ بِوَعْدٍ،
τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα, ἥτις ἐστὶν πρώτη ἐντολὴ ἐν ; ἐπαγγελίᾳ,
أَكْرِمِ الأَرَامِلَ اللَّوَاتِي هُنَّ بِالْحَقِيقَةِ أَرَامِلُ.
τίμα χήρας τὰς ὄντως χήρας.
أَكْرِمُوا الْجَمِيعَ. أَحِبُّوا الإِخْوَةَ. خَافُوا اللهَ. أَكْرِمُوا الْمَلِكَ.
τιμήσατε, πάντας ἀγαπᾶτε, τὴν ; ἀδελφότητα φοβεῖσθε, τὸν ; θεὸν τιμᾶτε.¶ τὸν ; βασιλέα
أَكْرِمُوا الْجَمِيعَ. أَحِبُّوا الإِخْوَةَ. خَافُوا اللهَ. أَكْرِمُوا الْمَلِكَ.
τιμήσατε, πάντας ἀγαπᾶτε, τὴν ; ἀδελφότητα φοβεῖσθε, τὸν ; θεὸν τιμᾶτε.¶ τὸν ; βασιλέα