ك
إصحاح
G5092
G5093. tímios
G5094
المعنى المختصر للكلمة
tímios: valuable, i.e. (objectively) costly, or (subjectively) honored, esteemed, or (figuratively) beloved
اللفظ الأصلي τίμιος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tímios (tim-ee-os)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

valuable, i.e. (objectively) costly, or (subjectively) honored, esteemed, or (figuratively) beloved

الإنجليزية — KJV Translation Tags
dear honourable (more, most) precious had in reputation

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τιμίῳ (4×) ἐκ ; τιμιωτάτου (1×) τίμιος (1×) τίμιον (1×) τίμια (1×) τιμίους, (1×) τιμίου (1×) τιμίαν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَامَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ فَرِّيسِيٌّ اسْمُهُ غَمَالاَئِيلُ، مُعَلِّمٌ لِلنَّامُوسِ، مُكَرَّمٌ عِنْدَ جَمِيعِ الشَّعْبِ، وَأَمَرَ أَنْ يُخْرَجَ الرُّسُلُ قَلِيلاً.
Ἀναστὰς ; δέ ἐν τῷ ; συνεδρίῳ τις Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ ; λαῷ, ἐκέλευσεν ποιῆσαι, ; ἔξω τοὺς ; ἀποστόλους βραχὺ
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدُ يَبْنِي عَلَى هذَا الأَسَاسِ: ذَهَبًا، فِضَّةً، حِجَارَةً كَرِيمَةً، خَشَبًا، عُشْبًا، قَشًّا،
δέ εἰ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τοῦτον τὸν ; θεμέλιον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
لِيَكُنِ الزِّوَاجُ مُكَرَّمًا عِنْدَ كُلِّ وَاحِدٍ، وَالْمَضْجَعُ غَيْرَ نَجِسٍ. وَأَمَّا الْعَاهِرُونَ وَالزُّنَاةُ فَسَيَدِينُهُمُ اللهُ.
ὁ ; γάμος Τίμιος ἐν ; πᾶσιν καὶ ; ἡ ; κοίτη ἀμίαντος· πόρνους ; δὲ καὶ ; μοιχοὺς κρινεῖ ὁ ; θεός.¶
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·
لِكَيْ تَكُونَ تَزْكِيَةُ إِيمَانِكُمْ، وَهِيَ أَثْمَنُ مِنَ الذَّهَبِ الْفَانِي، مَعَ أَنَّهُ يُمْتَحَنُ بِالنَّارِ، تُوجَدُ لِلْمَدْحِ وَالْكَرَامَةِ وَالْمَجْدِ عِنْدَ اسْتِعْلاَنِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ἵνα τὸ ; δοκίμιον ὑμῶν ; τῆς ; πίστεως πολὺ τιμιώτερον χρυσίου τοῦ ; ἀπολλυμένου δὲ δοκιμαζομένου διὰ ; πυρὸς εὑρεθῇ εἰς ; ἔπαινον καὶ ; τιμὴν καὶ ; εἰς ; δόξαν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ·
بَلْ بِدَمٍ كَرِيمٍ، كَمَا مِنْ حَمَل بِلاَ عَيْبٍ وَلاَ دَنَسٍ، دَمِ الْمَسِيحِ،
ἀλλὰ αἵματι τιμίῳ ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ; ἀσπίλου Χριστοῦ,
اللَّذَيْنِ بِهِمَا قَدْ وَهَبَ لَنَا الْمَوَاعِيدَ الْعُظْمَى وَالثَّمِينَةَ، لِكَيْ تَصِيرُوا بِهَا شُرَكَاءَ الطَّبِيعَةِ الإِلهِيَّةِ، هَارِبِينَ مِنَ الْفَسَادِ الَّذِي فِي الْعَالَمِ بِالشَّهْوَةِ.
δι᾽ ; ὧν δεδώρηται, ἡμῖν ἐπαγγέλματα μέγιστα τίμια ἵνα γένησθε διὰ ; τούτων κοινωνοὶ φύσεως θείας ἀποφυγόντες φθορᾶς. ἐν τῷ ; κόσμῳ ἐν ; ἐπιθυμίᾳ
وَالْمَرْأَةُ كَانَتْ مُتَسَرْبِلَةً بِأُرْجُوانٍ وَقِرْمِزٍ، وَمُتَحَلِّيَةً بِذَهَبٍ وَحِجَارَةٍ كَرِيمَةٍ وَلُؤْلُؤٍ، وَمَعَهَا كَأْسٌ مِنْ ذَهَبٍ فِي يَدِهَا مَمْلُوَّةٌ رَجَاسَاتٍ وَنَجَاسَاتِ زِنَاهَا،
καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἦν περιβεβλημένη πορφύρᾳ καὶ ; κόκκινῳ καὶ ; κεχρυσωμένη χρυσῷ καὶ ; λίθῳ τιμίῳ καὶ ; μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν χειρὶ ; αὐτῆς γέμον βδελυγμάτων καὶ ; τὰ ; ἀκάθαρτητος τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς.
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
وَيَقُولُونَ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ الْمُتَسَرْبِلَةُ بِبَزّ وَأُرْجُوانٍ وَقِرْمِزٍ، وَالْمُتَحَلِّيَةُ بِذَهَبٍ وَحَجَرٍ كَرِيمٍ وَلُؤْلُؤٍ.
καὶ ; λέγοντες· οὐαὶ οὐαὶ ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη, ἡ ; περιβεβλημένη βύσσινον καὶ ; πορφυροῦν καὶ ; κόκκινον καὶ ; κεχρυσωμένη ἐν ; χρυσῷ καὶ ; λίθῳ τιμίῳ μαργαρίταις; καὶ
لَهَا مَجْدُ اللهِ، وَلَمَعَانُهَا شِبْهُ أَكْرَمِ حَجَرٍ كَحَجَرِ يَشْبٍ بَلُّورِيٍّ.
ἔχουσαν τὴν ; δόξαν τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ὁ ; φωστὴρ ; αὐτῆς ὅμοιος τιμιωτάτῳ λίθῳ ὡς ; λίθῳ ἰάσπιδι κρυσταλλίζοντι
وَأَسَاسَاتُ سُورِ الْمَدِينَةِ مُزَيَّنَةٌ بِكُلِّ حَجَرٍ كَرِيمٍ. الأَسَاسُ الأَوَّلُ يَشْبٌ. الثَّانِي يَاقُوتٌ أَزْرَقُ. الثَّالِثُ عَقِيقٌ أَبْيَضُ. الرَّابِعُ زُمُرُّدٌ ذُبَابِيٌّ
καὶ ; οἱ ; θεμέλιοι τοῦ ; τείχους τῆς ; πόλεως κεκοσμημένοι. παντὶ λίθῳ τιμίῳ ὁ ; θεμέλιος ὁ ; πρῶτος ἴασπις, ὁ ; δεύτερος σάπφιρος, ὁ ; τρίτος χαλκηδών, ὁ ; τέταρτος σμάραγδος,