ك
إصحاح
G4892
G4893. syneídēsis
G4894
المعنى المختصر للكلمة
syneídēsis: co-perception, i.e. moral consciousness
اللفظ الأصلي συνείδησις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق syneídēsis (soon-i-day-sis)
تكرار الورود في الكتاب 26 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

co-perception, i.e. moral consciousness

الإنجليزية — KJV Translation Tags
conscience

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

συνείδησιν (8×) τὴν ; συνείδησιν· (2×) συνειδήσεως (2×) ὑπὸ ; τῆς ; συνειδήσεως (1×) ἡ ; συνείδησις. (1×) ἐν ; συνειδήσει. (1×) ἐν ; συνειδήσει, (1×) τῇ ; συνειδήσει (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (26 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا هُمْ فَلَمَّا سَمِعُوا وَكَانَتْ ضَمَائِرُهُمْ تُبَكِّتُهُمْ، خَرَجُوا وَاحِدًا فَوَاحِدًا، مُبْتَدِئِينَ مِنَ الشُّيُوخِ إِلَى الآخِرِينَ. وَبَقِيَ يَسُوعُ وَحْدَهُ وَالْمَرْأَةُ وَاقِفَةٌ فِي الْوَسْطِ.
δὲ οἱ ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ ; τῆς ; συνειδήσεως ἐλεγχόμενοι ἐξήρχοντο εἷς καθ ; εἷς ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων ἕως τῶν ; ἐσχάτων, καὶ ; κατελείφθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἑστῶσα. ἐν μέσῳ
فَتَفَرَّسَ بُولُسُ فِي الْمَجْمَعِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنِّي بِكُلِّ ضَمِيرٍ صَالِحٍ قَدْ عِشْتُ للهِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
Ἀτενίσας ; δὲ ὁ ; Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ ; θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας.
لِذلِكَ أَنَا أَيْضًا أُدَرِّبُ نَفْسِي لِيَكُونَ لِي دَائِمًا ضَمِيرٌ بِلاَ عَثْرَةٍ مِنْ نَحْوِ اللهِ وَالنَّاسِ.
ἐν ; τούτῳ αὐτὸς δὲ ἀσκῶ ἔχειν διὰ ; διαπαντός συνείδησιν ἀπρόσκοπον πρὸς τὸν ; θεὸν καὶ ; τοὺς ; ἀνθρώπους
الَّذِينَ يُظْهِرُونَ عَمَلَ النَّامُوسِ مَكْتُوبًا فِي قُلُوبِهِمْ، شَاهِدًا ضَمِيرُهُمْ وَأَفْكَارُهُمْ فِيمَا بَيْنَهَا مُشْتَكِيَةً أَوْ مُحْتَجَّةً،
οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ; ἔργον τοῦ ; νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς ; καρδίαις συμμαρτυρούσης αὐτῶν ; τῆς ; συνειδήσεως καὶ ; τῶν ; λογισμῶν μεταξὺ ; ἀλλήλων κατηγορούντων ἢ ἀπολογουμένων,
لِذلِكَ يَلْزَمُ أَنْ يُخْضَعَ لَهُ، لَيْسَ بِسَبَبِ الْغَضَبِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا بِسَبَبِ الضَّمِيرِ.
διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι, οὐ διὰ τὴν ; ὀργὴν μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ; συνείδησιν.
وَلكِنْ لَيْسَ الْعِلْمُ فِي الْجَمِيعِ. بَلْ أُنَاسٌ بِالضَّمِيرِ نَحْوَ الْوَثَنِ إِلَى الآنَ يَأْكُلُونَ كَأَنَّهُ مِمَّا ذُبِحَ لِوَثَنٍ، فَضَمِيرُهُمْ إِذْ هُوَ ضَعِيفٌ يَتَنَجَّسُ.
ἀλλ᾽ οὐκ ἡ ; γνῶσις· ἐν πᾶσιν δὲ τινὲς τῇ ; συνειδήσει τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ἐσθίουσιν, ὡς εἰδωλόθυτον ἡ ; συνείδησις ; αὐτῶν οὖσα ἀσθενὴς μολύνεται.
وَهكَذَا إِذْ تُخْطِئُونَ إِلَى الإِخْوَةِ وَتَجْرَحُونَ ضَمِيرَهُمُ الضَّعِيفَ، تُخْطِئُونَ إِلَى الْمَسِيحِ.
οὕτως δὲ ; ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ ; τύπτοντες αὐτῶν ; τὴν ; συνείδησιν ἀσθενοῦσαν, ἁμαρτάνετε. εἰς Χριστὸν
كُلُّ مَا يُبَاعُ فِي الْمَلْحَمَةِ كُلُوهُ غَيْرَ فَاحِصِينَ عَنْ شَيْءٍ، مِنْ أَجْلِ الضَّمِيرِ،
Πᾶν πωλούμενον ἐν τὸ ; μακέλλῳ ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν ; συνείδησιν·
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ غَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ يَدْعُوكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَذْهَبُوا، فَكُلُّ مَا يُقَدَّمُ لَكُمْ كُلُوا مِنْهُ غَيْرَ فَاحِصِينَ، مِنْ أَجْلِ الضَّمِيرِ.
Εἴ δέ τις τῶν ἀπίστων καλεῖ ; ὑμᾶς καὶ ; θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν ; συνείδησιν·
وَلكِنْ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هذَا مَذْبُوحٌ لِوَثَنٍ فَلاَ تَأْكُلُوا مِنْ أَجْلِ ذَاكَ الَّذِي أَعْلَمَكُمْ، وَالضَّمِيرِ. لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا
δέ ἐὰν εἴπῃ· ὑμῖν τις τοῦτο εἰδωλόθυτόν; ἐστιν, μὴ ἐσθίετε δι᾽ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ ; τὴν ; συνείδησιν· γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.
أَقُولُ الضَّمِيرُ، لَيْسَ ضَمِيرَكَ أَنْتَ، بَلْ ضَمِيرُ الآخَرِ. لأَنَّهُ لِمَاذَا يُحْكَمُ فِي حُرِّيَّتِي مِنْ ضَمِيرِ آخَرَ.
δὲ ; λέγω συνείδησιν οὐχὶ τὴν ; ἑαυτοῦ ἀλλὰ τὴν τοῦ ; ἑτέρου. γὰρ ἱνατί κρίνεται ἡ ; ἐλευθερία ; μου ὑπὸ συνειδήσεως; ἄλλης
أَقُولُ الضَّمِيرُ، لَيْسَ ضَمِيرَكَ أَنْتَ، بَلْ ضَمِيرُ الآخَرِ. لأَنَّهُ لِمَاذَا يُحْكَمُ فِي حُرِّيَّتِي مِنْ ضَمِيرِ آخَرَ.
δὲ ; λέγω συνείδησιν οὐχὶ τὴν ; ἑαυτοῦ ἀλλὰ τὴν τοῦ ; ἑτέρου. γὰρ ἱνατί κρίνεται ἡ ; ἐλευθερία ; μου ὑπὸ συνειδήσεως; ἄλλης
بَلْ قَدْ رَفَضْنَا خَفَايَا الْخِزْيِ، غَيْرَ سَالِكِينَ فِي مَكْرٍ، وَلاَ غَاشِّينَ كَلِمَةَ اللهِ، بَلْ بِإِظْهَارِ الْحَقِّ، مَادِحِينَ أَنْفُسَنَا لَدَى ضَمِيرِ كُلِّ إِنْسَانٍ قُدَّامَ اللهِ.
ἀλλ᾽ ἀπειπάμεθα τὰ ; κρυπτὰ τῆς ; αἰσχύνης μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ, μηδὲ δολοῦντες τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀλλὰ τῇ ; φανερώσει ἀληθείας συνιστάνοντες ἑαυτοὺς πρὸς συνείδησιν πᾶσαν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
وَأَمَّا غَايَةُ الْوَصِيَّةِ فَهِيَ الْمَحَبَّةُ مِنْ قَلْبٍ طَاهِرٍ، وَضَمِيرٍ صَالِحٍ، وَإِيمَانٍ بِلاَ رِيَاءٍ.
δὲ τέλος τῆς ; παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καρδίας καθαρᾶς καὶ ; συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ ; πίστεως ἀνυποκρίτου,
وَلَكَ إِيمَانٌ وَضَمِيرٌ صَالِحٌ، الَّذِي إِذْ رَفَضَهُ قَوْمٌ، انْكَسَرَتْ بِهِمِ السَّفِينَةُ مِنْ جِهَةِ الإِيمَانِ
ἔχων πίστιν καὶ ; συνείδησιν, ἀγαθὴν ἥν ἀπωσάμενοι τινες ἐναυάγησαν, περὶ τὴν ; πίστιν
وَلَهُمْ سِرُّ الإِيمَانِ بِضَمِيرٍ طَاهِرٍ.
ἔχοντας μυστήριον τῆς ; πίστεως ἐν ; συνειδήσει. καθαρᾷ
فِي رِيَاءِ أَقْوَال كَاذِبَةٍ، مَوْسُومَةً ضَمَائِرُهُمْ،
ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ; ἰδίαν ; συνείδησιν,
إِنِّي أَشْكُرُ اللهَ الَّذِي أَعْبُدُهُ مِنْ أَجْدَادِي بِضَمِيرٍ طَاهِرٍ، كَمَا أَذْكُرُكَ بِلاَ انْقِطَاعٍ فِي طَلِبَاتِي لَيْلاً وَنَهَارًا،
ἔχω Χάριν τῷ ; θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν ; συνειδήσει, καθαρᾷ ὡς ἔχω ; τὴν ; περὶ ; σοῦ ; μνείαν ἀδιάλειπτον ἐν ταῖς ; δεήσεσίν ; μου νυκτὸς καὶ ; ἡμέρας
كُلُّ شَيْءٍ طَاهِرٌ لِلطَّاهِرِينَ، وَأَمَّا لِلنَّجِسِينَ وَغَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ فَلَيْسَ شَيْءٌ طَاهِرًا، بَلْ قَدْ تَنَجَّسَ ذِهْنُهُمْ أَيْضًا وَضَمِيرُهُمْ.
Πάντα ; μὲν καθαρὰ τοῖς ; καθαροῖς· δὲ τοῖς ; μεμιαμμένοις καὶ ; ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ; ὁ ; νοῦς καὶ ἡ ; συνείδησις.
الَّذِي هُوَ رَمْزٌ لِلْوَقْتِ الْحَاضِرِ، الَّذِي فِيهِ تُقَدَّمُ قَرَابِينُ وَذَبَائِحُ، لاَ يُمْكِنُ مِنْ جِهَةِ الضَّمِيرِ أَنْ تُكَمِّلَ الَّذِي يَخْدِمُ،
ἥτις παραβολὴ εἰς ; τὸν ; καιρὸν τὸν ; ἐνεστηκότα, καθ᾽ ; ὃν προσφέρονται δῶρά τε ; καὶ ; θυσίαι μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα,
وَإِلاَّ، أَفَمَا زَالَتْ تُقَدَّمُ. مِنْ أَجْلِ أَنَّ الْخَادِمِينَ، وَهُمْ مُطَهَّرُونَ مَرَّةً، لاَ يَكُونُ لَهُمْ أَيْضًا ضَمِيرُ خَطَايَا.
ἐπεὶ οὐκ ; ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι διὰ τοὺς ; λατρεύοντας κεκαθαρμένους ἅπαξ τὸ ; μηδεμίαν ; ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν
لِنَتَقَدَّمْ بِقَلْبٍ صَادِق فِي يَقِينِ الإِيمَانِ، مَرْشُوشَةً قُلُوبُنَا مِنْ ضَمِيرٍ شِرِّيرٍ، وَمُغْتَسِلَةً أَجْسَادُنَا بِمَاءٍ نَقِيٍّ.
προσερχώμεθα μετὰ ; καρδίας ἀληθινῆς ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ῥεραντισμένοι τὰς ; καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ; λελουμένοι τὸ ; σῶμα ὕδατι καθαρῷ.
صَلُّوا لأَجْلِنَا، لأَنَّنَا نَثِقُ أَنَّ لَنَا ضَمِيرًا صَالِحًا، رَاغِبِينَ أَنْ نَتَصَرَّفَ حَسَنًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
Προσεύχεσθε περὶ ; ἡμῶν· γὰρ πεποίθαμεν ὅτι ἔχομεν συνείδησιν καλὴν θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. καλῶς ἐν πᾶσιν
لأَنَّ هذَا فَضْلٌ، إِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ أَجْلِ ضَمِيرٍ نَحْوَ اللهِ، يَحْتَمِلُ أَحْزَانًا مُتَأَلِّمًا بِالظُّلْمِ.
γὰρ τοῦτο χάρις, εἰ τις διὰ συνείδησιν θεοῦ ὑποφέρει λύπας πάσχων ἀδίκως.
وَلَكُمْ ضَمِيرٌ صَالِحٌ، لِكَيْ يَكُونَ الَّذِينَ يَشْتِمُونَ سِيرَتَكُمُ الصَّالِحَةَ فِي الْمَسِيحِ، يُخْزَوْنَ فِي مَا يَفْتَرُونَ عَلَيْكُمْ كَفَاعِلِي شَرّ.
ἔχοντες συνείδησιν ἀγαθήν, ἵνα οἱ ἐπηρεάζοντες ὑμῶν ; ἀναστροφήν. τὴν ; ἀγαθὴν ἐν Χριστῷ καταισχυνθῶσιν ἐν ᾧ καταλαλῶσιν ὑμῶν ὡς ; κακοποιῶν,
الَّذِي مِثَالُهُ يُخَلِّصُنَا نَحْنُ الآنَ، الْمَعْمُودِيَّةُ. لاَ إِزَالَةُ وَسَخِ الْجَسَدِ، بَلْ سُؤَالُ ضَمِيرٍ صَالِحٍ عَنِ اللهِ، بِقِيَامَةِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ὃ ἀντίτυπον σῴζει ἡμᾶς νῦν βάπτισμα, οὐ ἀπόθεσις ῥύπου, σαρκὸς ἀλλὰ ἐπερώτημα συνειδήσεως ἀγαθῆς εἰς θεόν, δι᾽ ; ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ,