ك
إصحاح
G4814
G4815. syllambánō
G4816
المعنى المختصر للكلمة
syllambánō: to clasp, i.e. seize (arrest, capture)
اللفظ الأصلي συλλαμβάνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق syllambánō (sool-lam-ban-o)
تكرار الورود في الكتاب 11 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to clasp, i.e. seize (arrest, capture)
2 specially, to conceive (literally or figuratively)
3 by implication, to aid
الإنجليزية — KJV Translation Tags
catch conceive help take

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; συλλημφθῆναι (1×) συνέλαβον, (1×) συνέλαβον (1×) συνέλαβεν (1×) συνείληφυῖα (1×) συλλημφθέντα (1×) συλλαμβάνου (1×) συλλαβοῦσιν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (11 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ حَبِلَتْ أَلِيصَابَاتُ امْرَأَتُهُ، وَأَخْفَتْ نَفْسَهَا خَمْسَةَ أَشْهُرٍ قَائِلَةً:
Μετὰ ; δὲ ταύτας τὰς ; ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ καὶ ; περιέκρυβεν ἑαυτὴν πέντε μῆνας λέγουσα
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
إِذِ اعْتَرَتْهُ وَجمِيعَ الَّذِينَ مَعَهُ دَهْشَةٌ عَلَى صَيْدِ السَّمَكِ الَّذِي أَخَذُوهُ.
γὰρ περιέσχεν ; αὐτὸν καὶ ; πάντας τοὺς σὺν ; αὐτῷ θάμβος ἐπὶ τῇ ; ἄγρᾳ τῶν ; ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,
ثُمَّ إِنَّ الْجُنْدَ وَالْقَائِدَ وَخُدَّامَ الْيَهُودِ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ وَأَوْثَقُوهُ،
οὖν Ἡ ; σπεῖρα καὶ ; ὁ ; χιλίαρχος καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται τῶν ; Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸν
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
وَإِذْ رَأَى أَنَّ ذلِكَ يُرْضِي الْيَهُودَ، عَادَ فَقَبَضَ عَلَى بُطْرُسَ أَيْضًا. وَكَانَتْ أَيَّامُ الْفَطِيرِ.
Καὶ ; ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ; ἐστιν τοῖς ; Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν Πέτρον, καὶ ἦσαν ; δὲ αἱ ; ἡμέραι τῶν ; ἀζύμων,
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ أَمْسَكَنِي الْيَهُودُ فِي الْهَيْكَلِ وَشَرَعُوا فِي قَتْلِي.
ἕνεκα τούτων με ; συλλαβόμενοι οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν τῷ ; ἱερῷ ἐπειρῶντο διαχειρίσασθαι.
نَعَمْ أَسْأَلُكَ أَنْتَ أَيْضًا، يَا شَرِيكِي الْمُخْلِصَ، سَاعِدْ هَاتَيْنِ اللَّتَيْنِ جَاهَدَتَا مَعِي فِي الإِنْجِيلِ، مَعَ أَكْلِيمَنْدُسَ أَيْضًا وَبَاقِي الْعَامِلِينَ مَعِي، الَّذِينَ أَسْمَاؤُهُمْ فِي سِفْرِ الْحَيَاةِ.
ναὶ ἐρωτῶ σέ, καὶ σύζυγε, γνήσιε συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες συνήθλησάν μοι ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ μετὰ Κλήμεντος καὶ καὶ ; τῶν ; λοιπῶν συνεργῶν ; μου ὧν ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.¶
ثُمَّ الشَّهْوَةُ إِذَا حَبِلَتْ تَلِدُ خَطِيَّةً، وَالْخَطِيَّةُ إِذَا كَمَلَتْ تُنْتِجُ مَوْتًا.
εἶτα ἡ ; ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ ; δὲ ; ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον.¶