ك
إصحاح
G4623
G4624. skandalízō
G4625
المعنى المختصر للكلمة
skandalízō: to entrap, i.e. trip up (figuratively, stumble (transitively) or entice to sin, apostasy or displeasure)
اللفظ الأصلي σκανδαλίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق skandalízō (skan-dal-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to entrap, i.e. trip up (figuratively, stumble (transitively) or entice to sin, apostasy or displeasure)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(make to) offend

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σκανδαλίσῃ (3×) σκανδαλισθήσονται (3×) σκανδαλισθῇ (2×) σκανδαλισθήσεσθε (2×) ἐσκανδαλίσθησαν;¶ (1×) σκανδαλίσω.¶ (1×) σκανδαλίζονται. (1×) σκανδαλίζεται. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَطُوبَى لِمَنْ لاَ يَعْثُرُ فِيَّ.
καὶ ; μακάριός ἐστιν ; ὃς ἐὰν ; μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ; ἐμοί.¶
متى 13: 21 Mat.13.21
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُ أَصْلٌ فِي ذَاتِهِ، بَلْ هُوَ إِلَى حِينٍ. فَإِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ فَحَالاً يَعْثُرُ.
δὲ οὐκ ἔχει ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ ἀλλὰ ἐστιν. πρόσκαιρός γενομένης ; δὲ θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται.
متى 13: 57 Mat.13.57
فَكَانُوا يَعْثُرُونَ بِهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهُمْ: لَيْسَ نَبِيٌّ بِلاَ كَرَامَةٍ إِلاَّ فِي وَطَنِهِ وَفِي بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐσκανδαλίζοντο ἐν ; αὐτῷ.¶ δὲ Ἰησοῦς ; Ὁ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ; ἔστιν προφήτης ἄτιμος εἰ ; μὴ ἐν τῇ ; πατρίδι ; αὐτοῦ καὶ ; ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ; αὐτοῦ.
متى 15: 12 Mat.15.12
حِينَئِذٍ تَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ وَقَالُوا لَهُ: أَتَعْلَمُ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ لَمَّا سَمِعُوا الْقَوْلَ نَفَرُوا.
Τότε προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· οἶδας ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἀκούσαντες τὸν ; λόγον ἐσκανδαλίσθησαν;¶
وَمَنْ أَعْثَرَ أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ الْمُؤْمِنِينَ بِي فَخَيْرٌ لَهُ أَنْ يُعَلَّقَ فِي عُنُقِهِ حَجَرُ الرَّحَى وَيُغْرَقَ فِي لُجَّةِ الْبَحْرِ.
ὃς ; δ᾽ ; ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τούτων τῶν ; μικρῶν τῶν ; πιστευόντων εἰς ; ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ ἐπὶ τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ, μύλος καὶ ; καταποντισθῇ ἐν τῷ ; πελάγει τῆς ; θαλάσσης.¶
متى 24: 10 Mat.24.10
وَحِينَئِذٍ يَعْثُرُ كَثِيرُونَ وَيُسَلِّمُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا وَيُبْغِضُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا.
καὶ ; τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ; παραδώσουσιν ἀλλήλους καὶ ; μισήσουσιν ἀλλήλους·
متى 26: 31 Mat.26.31
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: كُلُّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ خِرَافُ الرَّعِيَّةِ.
Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάντες ; ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν ταύτῃ· τῇ ; νυκτὶ γάρ· γέγραπται πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα τῆς ; ποίμνης.
متى 26: 33 Mat.26.33
فَأَجَابَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُ: وَإِنْ شَكَّ فِيكَ الْجَمِيعُ فَأَنَا لاَ أَشُكُّ أَبَدًا.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· εἰ ; καὶ σκανδαλισθήσονται ἐν ; σοί, πάντες ἐγὼ οὐδέποτε ; σκανδαλισθήσομαι.¶ ; δὲ
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ فِي ذَوَاتِهِمْ، بَلْ هُمْ إِلَى حِينٍ. فَبَعْدَ ذلِكَ إِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ، فَلِلْوَقْتِ يَعْثُرُونَ.
καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ εἰσιν. πρόσκαιροί εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.
وَمَنْ أَعْثَرَ أَحَدَ الصِّغَارِ الْمُؤْمِنِينَ بِي، فَخَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحًى وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ.
καὶ ; ὃς ; ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν ; μικρῶν ; τούτων τῶν ; πιστευόντων εἰς ; ἐμέ, καλόν ; ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον ; εἰ περίκειται ; περὶ τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; βέβληται εἰς τὴν ; θάλασσαν.
وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ كُلَّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ الْخِرَافُ.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν τῇ ; νυκτὶ ταύτῃ, ; ὅτι γέγραπται· πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: وَإِنْ شَكَّ الْجَمِيعُ فَأَنَا لاَ أَشُكُّ.
δὲ ; ἔφη αὐτῷ· ὁ ; Πέτρος εἰ ; καὶ σκανδαλισθήσονται πάντες ἀλλ᾽ ; ἐγώ.¶ οὐκ
وَطُوبَى لِمَنْ لاَ يَعْثُرُ فِيَّ.
καὶ ; μακάριός ἐστιν ; ὃς ἐὰν ; μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ; ἐμοί.¶
خَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحىً وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ، مِنْ أَنْ يُعْثِرَ أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ.
λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ περίκειται περὶ ; τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; ἔρριπται εἰς τὴν ; θάλασσαν ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα. τούτων τῶν ; μικρῶν
قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِكَيْ لاَ تَعْثُرُوا.
λελάληκα ; ὑμῖν, Ταῦτα ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε.
حَسَنٌ أَنْ لاَ تَأْكُلَ لَحْمًا وَلاَ تَشْرَبَ خَمْرًا وَلاَ شَيْئًا يَصْطَدِمُ بِهِ أَخُوكَ أَوْ يَعْثُرُ أَوْ يَضْعُفُ.
καλὸν μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ προσκόπτει ἐν ; ᾧ ὁ ; ἀδελφός ; σου ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ
لِذلِكَ إِنْ كَانَ طَعَامٌ يُعْثِرُ أَخِي فَلَنْ آكُلَ لَحْمًا إِلَى الأَبَدِ، لِئَلاَّ أُعْثِرَ أَخِي.
διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ; ἀδελφόν ; μου, οὐ ; μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν ; αἰῶνα ἵνα ; μὴ σκανδαλίσω.¶ τὸν ; ἀδελφόν ; μου
لِذلِكَ إِنْ كَانَ طَعَامٌ يُعْثِرُ أَخِي فَلَنْ آكُلَ لَحْمًا إِلَى الأَبَدِ، لِئَلاَّ أُعْثِرَ أَخِي.
διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ; ἀδελφόν ; μου, οὐ ; μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν ; αἰῶνα ἵνα ; μὴ σκανδαλίσω.¶ τὸν ; ἀδελφόν ; μου
مَنْ يَضْعُفُ وَأَنَا لاَ أَضْعُفُ. مَنْ يَعْثُرُ وَأَنَا لاَ أَلْتَهِبُ.
τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ ; πυροῦμαι;